Τρίτη 6 Μαΐου 2014

101 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ


Η Λιγκοβάνη και ο ορεινός όγκος του καζά Λαγκαδά τις παραμονές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου.

Ο μακροχρόνιος και αιματηρός Μακεδονικός Αγώνας από την πλευρά των Βουλγάρων, το νεότευκτο κράτος των οποίων τελούσε υπό την προστασία των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, είχε σκοπό την εξόντωση του ελληνισμού της Μακεδονίας και την πραγματοποίηση του σλαβικού ονείρου, την έξοδο δηλαδή της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. 

Ο Μακεδονικός Αγώνας, αν κριθεί από τις φάσεις και τ' αποτελέσματά του, πρέπει να θεωρηθεί η μεγαλύτερη απελευθερωτική προσπάθεια της ελληνικής φυλής, ύστερα από τους αγώνες του 1821. 

Οι υπόδουλες εθνότητες δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν, ότι η πολιτική του εκτουρκισμού που άρχισαν να εφαρμόζουν οι Νεότουρκοι αποτελούσε απειλή για όλους και μόνο μια από κοινού αντιμετώπισή της θα μπορούσε να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να ανοίξει το δρόμο για την τελική απαλλαγή της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό.

Οι Βούλγαροι παρά τα εδαφικά κέρδη που τους οδήγησαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στα λιμάνια του Αιγαίου επιτέθηκαν απροειδοποίητα εναντίον των Σέρβων και των Ελλήνων. 

Μέσα από περιγραφές του τύπου της εποχής, πλαισιωμένες από αφηγήσεις των ανθρώπων της, προσπάθησα να καταγράψω τα γεγονότα που συνέβησαν στη Λιγκοβάνη και την ευρύτερη περιοχή την περίοδο μεταξύ των δύο Βαλκανικών πολέμων.

Στην πορεία αυτής της αφήγησης αναζήτησα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος της Λιγκοβάνης πάνω στους λόφους των ιστορικών γεγονότων, όπως το αφηγούνται τα μνημεία που τους κοσμούν.

Οι μέρες στον ορεινό όγκο του καζά Λαγκαδά λίγο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζονται από ένα κλίμα αβεβαιότητας, ανασφάλειας και βίας που οφειλόταν στις απροκάλυπτα εχθρικές ενέργειες των Βουλγάρων τόσο έναντι των Ελλήνων όσο και απέναντι των Τούρκων.

       Μερικούς από τους άθλους των Βουλγάρων κατέγραψε η «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της 27ης, 28ης , 29ης και 30ης Νοεμβρίου 1912.

 «Εν Λιγκοβάνη Βούλγαροι λησταντάρται υπό την αρχηγίαν του Μ. Ναμπουλάκιοφ βοεβόδα συμπράττοντες μετά στρατού περιτρέχουσι τα διάφορα χωρία, λεηλατούσι και εκβιάζουσιν αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος, φονεύουσι δε άνευ ουδεμιάς αφορμής Οθωμανούς.    

Την 11ην Νοεμβρίο περί 4ην μ.μ. έχον μεθ’ εαυτού κατάλογον του Τουρκικού πληθυσμού του χωρίου Βυρσώκα, ισχυρόν ανταρτικόν Βουλγαρικόν σώμα εν ώ (καταλόγω) ιδιαιτέρως εσημειούντο τα ονόματα εκείνων, οίτινες προγραφέντες έδει να φονευθώσι, εισελάσσαν εντός του χωρίου και συλλαβόν τους προγεγραμμένους υπό τους θρήνους και κοπετούς των οικογενειών αυτών φόνευσεν αυτούς.

Την 2 Νοεμβρίου παραλαβόντες 3 κατοίκους του χωρίου Βυρσώκα ως οδηγούς τους εφόνευσαν καθ’ οδόν.  Ο αυτός βοεβόδας περσυνέλεξε περί τας τρεις έως τέσσαρας χιλιάδας αιγοπρόβατα, άτινα ανήκον άλλοτε εις διαφόρους Οθωμανούς και κατακρατεί ταύτα.  Ελεηλάτησαν επίσης αποθήκας σίτου και οσπρίων ανηκούσας εις το δημόσιον και προερχομένας εκ φόρου δεκάτης…..»

Ένα τάγμα Βουλγάρων υπό την διοίκηση του ταγματάρχου Ποπώφ εγκαταστάθηκε στη Λιγκοβάνη. 

Μετά την αιχμαλωσία του Τουρκικού στρατού της Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό στρατηγείο άφησε ελεύθερους όλους τους «εν Μακεδονία» Τούρκους αιχμαλώτους.   Ο Ποπώφ συνελάμβανε όλους τους Τούρκους που διέρχονταν από τη Λιγκοβάνη  για να μεταβούν στους γύρω οικισμούς ή στην αγορά.  Σε δύο ημέρες συγκέντρωσε και φυλάκισε στο κρατητήριο 172 Μουσουλμάνους.  Στη συνέχεια τρομοκρατώντας τους, τους οδήγησε «για την ασφάλειά τους», όπως είπε, έξω από το χωριό όπου τους εκτέλεσε.

Ο Άγγλος Δημοσιογράφος ΚΡΩΦΟΡNT ΠΡΑΪΣ ανταποκριτής της Εφημερίδος «ΤΑΙΜΣ» αναφερόμενος στο παραπάνω περιστατικό έγραφε:

«Ούτω εν Λιγκοβάνη, την 29/11/1912 συμμορία βουλγάρων ατάκτων ετυφέκισεν ολόκληρον τον άρρενα Τουρκικόν πληθυσμόν υπό τα βλέμματα ενός Ελληνικού αποσπάσματος, το  οποίον υπεχρεώθη να προστατεύση τα πανικόβλητα γυναικόπαιδα, τα οποία έτρεχον προς τους Έλληνας στρατιώτας ζητούντα άσυλον».  

Οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι τη διαφαινόμενη συμμαχία  εγκατέστησαν πολιτική διοίκηση στην πόλη του Λαγκαδά την οποία κατείχαν οι Έλληνες.  Και μάλιστα εισήλθε στην πόλη κατά το Βουλγάρικο τρόπο συμμορία ατάκτων υπό τον διαβόητο κομιτατζή Νταμπουλακώφ, ο οποίος, ΑΠΑΙΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Ο εν λόγω κομιτατζής εισήλθε την προηγούμενη στο Ναό του Σοχού, την ώρα που γινόταν η θεία λειτουργία και διέταξε τον ιερέα να μη μνημονεύσει κανέναν άλλον εκτός από το Βασιλιά των Βουλγάρων Φερδινάνδο (η Ελληνική τάξη ήταν να μνημονεύονται και οι τέσσερεις ηγεμόνες).  Άρχισε να βρίζει και να αναθεματίζει τα Ελληνικά στρατεύματα τα οποία διέταξε να αποχωρήσουν από το χωριό.

Στις 17 Δεκεμβρίου ο πάρεδρος της Βυσσώκας κατήγγειλε ότι ο εκεί Βούλγαρος αξιωματικός αξίωσε το κλείσιμο του σχολείου.  Ο Διοικητής του 1ου τάγματος τοποθέτησε φρουρά στο σχολείο και συνεχίστηκε η απρόσκοπτη λειτουργία του ενώ στο Βούλγαρο αξιωματικό έγιναν: «δριμείαι συστάσεις ίνα μη του λοιπού αναμιγνύηται εις τα αφορώντα τους Έλληνας κατοίκους».

Οι Βούλγαροι της Βυσσώκας στις 27 Δεκεμβρίου αποπειράθηκαν να συλλάβουν τον πρόσκοπο Δέρκο, ενώ στις 29 του ιδίου μήνα επεστράφησαν τα κλαπέντα από αυτούς  50 πρόβατα βοσκού του ιδίου χωριού που είχαν αφαιρεθεί με τη βία. 

Οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη δύο τύποις συμμάχων στρατών, η βιαία προέλαση των Βουλγάρων στα αμιγώς Ελληνικά χωριά του ορεινού όγκου του καζά Λαγκαδά και η σε πολλές περιπτώσεις παθητική στάση των Ελλήνων εξόργισε τον Ελληνικό τύπο ο οποίος έγραφε:

«Εάν η ευπιστία ήτις μας ωδήγησεν εις τας αγκάλας τοιούτων συμμάχων, επετάθη επί τοσούτον ώστε να μη βλέπωμεν το εγχειρίδιον όπερ στρέφουν κατά του στήθους μας, πρέπει ν’ ανοίξωμεν επί τέλους τους οφθαλμούς μας και να εννοήσωμεν ότι ο κίνδυνος δεν είνε προς την Ήπειρον και το στόμιον των Δαρδανελλίων, αλλ’ ότι έρχεται ακάθεκτος εκ Μακεδονίας και εκεί πρέπει να συγκεντρώσωμεν τας δυνάμεις μας.  …» (ΕΜΠΡΟΣ 3/12/1912)

Τους Βούλγαρους όμως συνέχιζε να τους απασχολεί η κατοχή της Θεσσαλονίκης από τους Έλληνες.  Έτσι η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για την κατοχή της Θεσσαλονίκης συνεχιζόταν: ΣΚΡΙΠ 29/12/1912

Διαρκής και επίμονη ήταν η προσπάθεια των Βουλγάρων για τη διατήρηση μεγάλου όγκου στρατευμάτων στη Λιγκοβάνη, αφού η γεωγραφική της θέση δέσποζε επί της διαδρομής Θεσσαλονίκης-Σερρών.

Η συνύπαρξη Ελληνικού και Βουλγαρικού στρατού στη Λιγκοβάνη ήταν αιτία συνεχών προστριβών, επεισοδίων, συμπλοκών και μαχών.   Η Λιγκοβάνη αποτέλεσε θέατρο επεισοδίων.

Για οκτώ μήνες δεν περνούσε μέρα χωρίς να γίνει κάποιο επεισόδιο.

Ο Α.Π. Μητροπολίτης Γεννάδιος προκειμένου να εμψυχώσει τους κατοίκους των χωριών του καζά πραγματοποίησε περιοδεία «ανά τα χωρία της περιφερείας Λαγκαδά».  (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 23/4/1913)

Όλοι οι ξένοι διπλωμάτες περίμεναν να ξεσπάσει η θύελλα βλέποντας τον αχαλίνωτο σωβινισμό των Βουλγάρων, τον οποίο εξέφραζε με τις δηλώσεις του ο κ. Δάνεφ «… Οι Βούλγαροι, εν ουδεμία περιπτώσει δεν θα αρκεσθώσιν εις ολιγώτερα εκείνων, τα οποία δικαιούνται να λάβωσι». (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 10/4/1913)

Στις 24 Μαΐου 1913 οριστικοποιείται η προσωρινή γραμμή διαχωρισμού μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας, «επι τη βάσει του πρωτοκόλλου του υπογραφέντος υπό του Βουλγάρου στρατηγού κ. Ιβανώφ και του Έλληνα επιτελάρχη κ. Δούσμανη». ΕΜΠΡΟΣ 26/5/1913

Η Λιγκοβάνη δυστυχώς συμπεριελήφθη στη Βουλγαρική ζώνη κατοχής.

Οι δύο ελληνικοί λόχοι που είχαν έδρα τη Λιγκοβάνη αποχώρησαν και εγκαταστάθηκαν δύο πλήρη βουλγαρικά συντάγματα πεζικού, το 36ο και το της Λεονάρας, πολύ πυροβολικό και μηχανικό υπό τη γενική διοίκηση του συνταγματάρχου Πέτεφ και έδρα το Λαχανά.   

Ο Πέτεφ προς τον οποίον επιδεικνύονταν οι εφημερίδες αναφωνούσε:   «Σε λίγες μέρες θα είμαι στη Θεσσαλονίκη.  Ο Θεός να βοηθήσει να βάλω μερικούς τουλάχιστον στα χέρια μου, αν δεν φύγουν όπως συνήθως οι βρωμοέλληνες».

Ο γέροντας Παπανικόλας, ιερέας της Λιγκοβάνης, εξευτελίζεται από τον Πέτεφ, ο οποίος τον στέλνει σιδηροδέσμιο στο στρατοδικείο Σερρών προκειμένου να δικαστεί με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας».  Ενώ οι «ΤΑΙΜΣ» έγραφαν: «…Τα ίχνη του ιερέως τούτου είχον χαθεί εκ της Λιγκοβάνης, όπου διέμενεν.  Ο Παπανικόλας συλληφθείς υπό στρατιωτών υπεβλήθη εις ιεροεξεταστικά μαρτύρια, διότι ηρνήθη να γίνει σχισματικός.  Την ημέραν της συλλήψεώς του τον περιέφερον επί εξ ώρας εις την Λιγκοβάνην δέροντες και πτύοντες αυτόν δημοσία.  Τον εφυλάκισαν έπειτα και την επομένην του έθεσαν χειροπέδας και τον παρέδωσαν εις συνοδείαν δια να τον οδηγήσουν εις τας Σέρρας.  Αλλά καθ’ οδόν ο ιερεύς ελιποθύμησεν εκ της πείνης και των κακώσεων και οι στρατιώται τον έρριψαν εις ένα χάνδακα πιστεύοντες ότι ήτο νεκρός». (ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – «ΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ» - ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1914)

Το στρατοδικείο Σερρών απήλαξε τον Παπανικόλα.  Ο οποίος επέστρεψε στο σπίτι του όχι όμως απελπισμένος αλλά ως νεαρός στρατιώτης.  Ο γέρων Παπανικόλας δεν ενέδωσε στις απειλές του Τοντόρουφ ούτε λιγοψύχησε που ρήμαξαν το σπίτι του.  Εκνευρισμένος τότε ο Τοντόρουφ, μετά από αλλεπάλληλα κτυπήματα με τον υποκόπανο του όπλου του, άφησε λιπόθυμο τον ατρόμητο εκείνο ιερέα σίγουρος ότι «επιτέλεσε το καθήκον του».

Το γεγονός  κατέγραψε η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» των Αθηνών:

«Εις την οδόν των Σερρών ευρέθη ημιθανής εκ κακώσεων ο Έλλην ιερεύς Παπανικόλας, διότι ηρνήθη να δεχθή το σχίσμα.  Εις την Μπέροβαν οι Βούλγαροι κατέσφαξαν μίαν Οθωμανικήν οικογένειαν».  (ΣΚΡΙΠ 6/6/1913)

Η όλη κατάσταση μόνο ως απελπιστική μπορεί να χαρακτηριστεί. 

Με την κατάληψη του Αη Γιώργη, την καταδίωξη του Παπανικόλα και την εγκατάσταση Βουλγαρόπαππα, οι Λιγκοβανιώτες σταμάτησαν  να  εκκλησιάζονται.

 Επιτροπή αποτελούμενη από 15 προκρίτους του χωριού μετέβη στη Μητρόπολη και κατήγγειλε τα ανήκουστα όργια του Βουλγαρικού στρατού στη Λιγκοβάνη και δήλωσε, ότι αν δε ληφθούν τα δέοντα μέτρα θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το χωριό.

Ο τύπος καθημερινώς στιγμάτιζε την κτηνώδη συμπεριφορά των Βουλγάρων προς τους ατυχείς Λιγκοβανιώτες. 

Η εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της 24/5/1913 κατέγραψε μερικά από τα φρικώδη γεγονότα που είχαν υποστεί οι Λιγκοβανιώτες:

«Μετά την αναχώρησιν του Ελλ. Στρατού εκ του χωρίου Λιγκοβάνη …… ο ιερεύς της Παπανικόλας τη υποδείξει του βουλγάρου ιερέως Παπαηλία συνελήφθη και αρνηθείς να προσέλθη εις το σχίσμα εδάρη ανηλεώς και εφυλακίσθη….».

Οι Βούλγαροι δεν αρκέστηκαν μόνο σε πράξεις βιαιοπραγίας κατά των δύσμοιρων Λιγκοβανιωτών αλλά προσπάθησαν να τους αποκόψουν από τους ομοεθνείς τους φορολογώντας το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, επιτάσσοντας τα περιουσιακά τους στοιχεία και στρατολογώντας τους.

        «… επέβαλον βαρύτατον εισαγωγικόν και εξαγωγικόν φόρον εις όλα τα εμπορεύματα εις δε το αλκοόλ και την ζάχαριν επεβλήθη φόρος 3 γρόσια κατ’ οκάν.

Επίσης προέβαινον εις γενικήν επίταξιν των κτηνών, εις γενικήν στρατολογίαν και γενικόν αποκλεισμόν των κατοίκων πάντων των χωρίων μη επιτρεπομένης επ’ ουδενί λόγω της από χωρίου εις χωρίον μεταβάσεως». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/5/1913

Τα δεινοπαθήματα των Λιγκοβανιωτών έγιναν αιτία ο Οικουμενικός Πατριάρχης να υποβάλει έντονη διαμαρτυρία στην Βουλγαρική εξαρχία.

«Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ρηγνύει κραυγήν οδύνης δια τα φρικτά ταύτα διενοπαθήματα των τέκνων του, ων τα δίκαια και την εθνικήν υπόστασιν καθήκον έχει να υπερασπίσει, ….» (ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – «ΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ» - ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1914)

Ξένοι ανταποκριτές μετέδωσαν τις ανήκουστες βουλγαρικές θηριωδίες  που υπέστησαν οι Λιγκοβανιώτες, οι οποίοι πλέον δεν ενδιαφέρονταν να διασώσουν τα υπάρχοντά τους, αλλά να διαφυλάξουν την ζωή και την τιμή τους. 

Ενώ ο ευρωπαϊκός τύπος έγραφε:  «Τα μεγαλύτερα τερατουργήματα τότε εγίνοντο εις την Λιγκοβάνην, όπου ητιμάσθησαν παρθένοι, εφιμώθησαν και εληστεύθησαν πρόκριτοι, προεπηλακίσθησαν ιερείς και διεπράχθησαν εν γένει πράξεις αφαντάστου βδελυρότητος κατά του ελληνικού στοιχείου». (ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – «ΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ» - ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1914)

Οι  βιαιοπραγίες που διέπραξαν οι Βούλγαροι στη Λιγκοβάνη ήταν απερίγραπτες.  Οι Λιγκοβανιώες αναγκάστηκαν για να αποφύγουν τα μεγαλύτερα τερατουργήματα, όσοι είχαν απομείνει, να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς κατευθυνόμενοι προς την Ελληνική ζώνη κατοχής.

Την εικόνα των δύστυχων προσφύγων της Λιγκοβάνης κατέγραψαν οι ευρωπαίοι δημοσιογράφοι των «ΤΑΙΜΣ» και του «ΧΡΟΝΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ»  ως εξής:

 «…Επάνω στα ζώα των έχουν φορτώσει όσα πράγματα κατώρθωσαν να πάρουν και τα μικρά των παιδιά.  Οι χωρικοί πηγαίνουν εμπρός με τα κεφάλια σκυφτά, με βαθουλωμένα μάγουλα. Σιωπηλοί, με την  σφραγίδα του πόνου στα μάτια, που δεν παίρνει περιγραφήν.  Παρατηρούν τους στρατιώτας μας, που σπεύδουν προς τα επάνω, και εις την έκφρασίν των, την ξηράν από την στέρησιν και την καταστροφήν, ζωγραφίζεται μία εγκαρτέρησις και μία παρηγοριά από την ελπίδα που τους παρέχει ο στρατός μας.   Αι γυναίκες των ακολουθούν ελεειναί από την εξάντλησιν, με μάτια που φαίνονται να έκλαυσαν πολύ, ψυχαί έντρομοι από την φρίκην που ηπλώθη εις τα χωριά των, εξαγγέλλουσα την ατίμωσιν και την σφαγήν, πρόσωπα κοριτσιών με συνεστραμμένα τα χαρακτηριστικά από την αγρυπνίαν, από τον τρόμον.  Αι μητέρες τραβούσαν τα παιδιά των από το χέρι, τα οποία εσύροντο εις τον μακρόν, τον χωρίς ανάπαυσιν του δρόμον, χωρίς να κλαίνε, φέροντα τον μικρόν των βραχίονα προ των οφθαλμών δια να μη τα τυφλώνη ο ήλιος.  Και όταν σταματούσαν δια μίαν στιγμιαίαν ανάπαυσιν, τα μικρά ανεσήκωναν τα ποδαράκια των, γιατί το χώμα εφλέγετο υπό τα γυμνά των πέλματα.  Άλλαι γυναίκες έφεραν τα παιδιά των ζαλίκα, κρεμάμενα επί των νώτων με τους βραχίονας συμπεπλεγμένους περί τον μητρικόν λαιμόν και τους μικρούς μηρούς κρατουμένους από τας μητρικάς παλάμας.  Άλλαι εθήλαζαν πορευόμεναι τα βρέφη των, προσφέρουσαι εις τα πειναλέα μικροσκοπικά στόματά των μαστούς ωχρούς και αναιμικούς, όπως όλον των το σώμα.

Και η σειρά αυτού του κατεστραμμένου πλήθους, που το σύμπαν του ήτο μία εγκαταλειφθείσα εις την δήωσιν εστία χωρικού σπιτιού, ήτο ατελείωτος» (ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ – «ΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΕΡΡΩΝ» - ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1914)

Η εγκατάσταση των Βουλγαρικών στρατευμάτων στη Λιγκοβάνη φαίνεται ότι ήταν προσωρινή.  Σε λίγες μέρες αναχώρησαν για τα υψώματα του Λαχανά, περίπου 4 χιλ. βορειότερα, αφού ήταν το στρατηγικό σημείο που δέσποζε επί της οδού Σερρών και διατίθετο για την κατασκευή οχυρωματικών έργων λόγω του υψομέτρου της. ΕΜΠΡΟΣ 15/5/1913

Τα υψώματα του Λαχανά επεδίωξαν οι Βούλγαροι να τα οχυρώσουν για καθαρά αμυντικούς λόγους και για προστασία της εντεύθεν του Στρυμόνος θέσης.

Παρά την ελληνική φιλειρηνική αισιοδοξία, οι Βούλγαροι άρχισαν να ενσπείρουν φήμες ότι θα καταλάβουν, «…τα μέρη τα εκ δεξιών και αριστερών της οδού ήν ηκολούθησεν ο Θεοδώρωφ μέχρι Αειβατίου, 14 χιλιόμετρα βορείως της Θεσσαλονίκης». (ΕΜΠΡΟΣ 24/5/1913)          

Στο τέλος Μαΐου 1913 η κατάσταση επιδεινώθηκε και όλες οι πληροφορίες συνέκλιναν σε επικείμενη ένοπλη ρήξη μεταξύ των συμμάχων. 

Οι Βούλγαροι είχαν αφαιρέσει το προσωπείο της αιδημοσύνης και δεν έκρυβαν την έχθρα τους σε κάθε τι το ελληνικό. 

Δε δίσταζαν να δηλώνουν απροκάλυπτα ότι: «…η Θεσσαλονίκη είναι δι’ ημάς υπόθεσις ζωής ή θανάτου κανονιζομένου του ζητήματος υπέρ ημών θα αποκατασταθούν οριστικώς αι φιλικαί σχέσεις των δύο Εθνών και θα τεθή τέρμα  εις την παρούσαν κατάστασιν. Άλλως…», ενώ ο Σαββώφ απροκάλυπτα απειλούσε «….ταυτόχρονον στρατιωτικόν περίπατον εντός 5 ημερών εις Βελιγράδιον και εις Αθήνας». (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ Δ. – ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΝ – ΚΑΪΡΟΝ 1914)

Οι προστριβές μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στρατιωτών ήταν καθημερινό φαινόμενο.  Όλα αυτά ήταν ωφέλιμα γιατί έδωσαν αφορμή να γνωρίσουν οι στρατιώτες μας το χαρακτήρα των Βουλγάρων και να αποκτήσουν ένα ακατάβλητο ηθικό απέναντί τους, ενώ δεν αμφέβαλαν πλέον ότι σύντομα θα τους αντιμετωπίσουν στο πεδίο της μάχης.

Η προβλεπόμενη επίθεση εξαρτιόταν από τη μεταφορά του οπλισμού και της προκλητικότητας των Βούλγαρων αξιωματικών, οι οποίοι ατένιζαν τη Θεσσαλονίκη και αναφωνούσαν: «Ζαμτούμ ντογρού Σόλον» (δηλαδή: ο αρχηγός μας είπε κατευθείαν να πάμε στη Θεσσαλονίκη).  Οι δικοί μας δε αξιωματικοί αποδίδοντες τα ίσα έλεγαν «ως εν επωδώ»: «Ζαμτούμ ντογρού Σέρρεσδαν» (δηλαδή: κατ’ ευθείαν εις τα Σέρρας).  Πολλές φορές απειλήθηκε ρήξη αλλά αποφεύχθηκε χάρη στο συμμαχικό ιπποτισμό.

Επί μέρες οι άνδρες ασχολούνταν με το σκάψιμο χαρακωμάτων, η δε μεγάλη ζέστη που επικρατούσε τις μέρες του Ιουνίου συντέλεσε στο να επαυξηθεί η μανία κατά παντός βουλγαρικού.  Δεν αρκούσε που έσκαβαν αλλά έπρεπε και να τα φρουρούν και όταν   συνέρχονταν τα βράδια σε παρέες θυμούνταν την εγκατάλειψη των οικογενειών τους για δέκα μήνες και μάνιαζαν από θυμό και αγανάκτηση.

Στις 17 Ιουνίου ζωηρή κίνηση παρατηρήθηκε σ’ όλους τους καταυλισμούς.  Τα φυλάκια και τα τμήματα ανακαλούνταν, οι στρατιώτες χαλούσαν τα αντίσκηνα και όλοι ετοιμάζονταν να φύγουν στα βόρεια της Θεσσαλονίκης.  Σε λίγη ώρα κοινοποιήθηκε η εξής διαταγή:

«Οι Βούλγαροι ενήργησαν αιφνιδιασμόν εις το Βαλάντοβον κατά του Σερβικού μετώπου, προσέβαλλον επίσης τα φυλάκιά μας εις τον τομέα Νιγρίτας – Λαχανά.

Η Κυβέρνησίς μας κατόπιν τούτων απεφάσισε να διατάξη την επίθεσιν.  Η 2α Μεραρχία εκκαθαρίζει την Θεσσαλονίκην από τους Βουλγάρους.  Τα τμήματα προκαλύψεως διετάχθησαν ν’ αποσυρθούν.  Αι Μεραρχίαι θα καταλάβουν τας θέσεις της αμυντικής οργανώσεως σήμερον και αύριον 18 Ιουνίου θα διαταχθή η επίθεσις.  Εκκίνησις δια τα χαρακώματα αμέσως».

Ξημέρωσε η 18η Ιουνίου και παντού επικρατούσε ησυχία.  Μέχρι το μεσημέρι όλος ο στρατός παρέμεινε στα χαρακώματα.

Στις 3 περίπου το απόγευμα είχαν φτάσει τα πρώτα τμήματα προκαλύψεως και στις 5 ήρθε και το τελευταίο τάγμα του Χατζόπουλου του 4ου Συντάγματος πεζικού.

Η 1η Μεραρχία διέταξε τότε να συγκεντρωθούν τα Συντάγματα και να προχωρήσουν προς τα εμπρός.  Οι άντρες πετάχτηκαν αμέσως από τα χαρακώματα, πήραν τροφές, ετοιμάστηκαν, και γεμάτοι από χαρά μπήκαν στη γραμμή.

Ο γηραιός και χαλύβδινος Μέραρχος Μανουσογιαννάκης περιήλθε τις γραμμές και με τη βαρύτητα που είχαν πάντοτε τα λίγα, πλην μετρημένα λόγια του, ενθάρρυνε τους άντρες, οι οποίοι διέκριναν μέσα στη φυσιογνωμία του μία απέραντη αισιοδοξία, έναν ακατάβλητο ενθουσιασμό. Ήταν η πρώτη μέρα που τον έβλεπαν χαρούμενο και ευχαριστημένο.  Ουρανομήκεις και αυθόρμητες ζητωκραυγές σκέπασαν τα τελευταία λόγια του στρατηγού, ο οποίος ευχαριστημένος από το ηθικό των αντρών, εκφώνησε τα τελευταία ενθουσιώδη λόγια.

Ένας ιερός ενθουσιασμός επικρατούσε μέσα σ’ όλων τη ψυχή, ένας φανατισμός απεριόριστος για το δόλιο εχθρό, μια πεποίθηση για τη νίκη.  Αυτά ήταν τα εφόδια των αντρών όταν στις 6.30 το βράδυ της 18ης  Ιουνίου πήραν τη διαταγή να φύγουν.

Η 10η Μεραρχία θα βαδίσει προς κατάληψη του Λαχανά, ακούστηκε η φωνή του αξιωματικού.  Δίπλα μας θα βαδίζει η 6η Μεραρχία με τον ίδιο αντικειμενικό σκοπό και δεξιά μας θα βαδίζει η 7η Μεραρχία με αντικειμενικό σκοπό τη Νιγρίτα.  Έτσι γνωστοποιήθηκε το σχέδιο των επιχειρήσεων.  Βάδισαν λίγες ώρες και κάπου σταμάτησαν για να συνεχίσουν το πρωί.

Την αναχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων για την περιοχή μας αφηγήθηκε ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Σ. Αλεξάκης και την κατέγραψε ο Γεώργιος Ζωγραφάκης:

«Έφθασεν η ώρα του Θεού, η ευλογημένη και ιστορική.  Ξυπνούμε χωρίς σάλπιγγα- και τα αηδόνια δεν είχαν αρχίσει ακόμη το κελάδημά τους, όταν ημείς είμεθα όρθιοι, έτοιμοι προς εκκίνησιν.  Η οδός είναι πλήρης προσφύγων Ελλήνων και Τούρκων, μάλιστα Τούρκων φευγόντων προς νότον από τα καταπατηθέντα υπό των Βουλγάρων εδάφη μας… Ήτο άγνωστον αν θα συγκρουσθώμεν με τον εχθρόν εντός ολίγου.  Αι πληροφορίαι έφερον ότι ο εχθρός ήτο πλησίον… Την στιγμήν εκείνην (10 π.μ.), η προπορευθείσα ημιλαρχία της Μεραρχίας μας προς συνάντησιν του εχθρού, εβλήθη υπ’ αυτού.

Περί ώραν 10.15΄ εκτελείται πύκνωσις ζυγών, οι σαλπιγκταί σημαίνουν προσοχήν.  Η στιγμή είναι ιερά.  Ώρα προσευχής προς τον Θεόν.  Ο Διοικητής του Συντάγματος Συντ/ρχης Διον. Παπαδόπουλος, έφιππος, απευθύνει προσλαλιάν προς το Σύνταγμα συγκινητικήν και ενθουσιώδη, με φωνήν παλλομένην εκ συγκινήσεως… Ήτο άριστον το ηθικόν των ανδρών μας.  Αλλά και η ωραία ομιλία του Διοικητού ήτο σημαντική ενίσχυσις την ώραν εκείνην… Και το Σύνταγμα αμέσως εκινήθη.  Κατά την εκκίνησίν μας βλέπω με έκπληξιν εις μικράν απόστασιν ιερέα, κρατούντα εις την δεξιάν χείρα υψώμενον μικρόν σταυρόν και εις την αριστεράν μικρόν Ευαγγέλιον.  Οι εύζωνοι, διερχόμενοι ο εις όπισθεν του άλλου, εσταυροκοπούντο,  εφίλουν τον Σταυρόν και το Ευαγγέλιον και εσυνέχιζον τον δρόμον των.  Το Τάγμα μας διεδέχθη το 9ον Τάγμα εις το ευλαβές αυτό έργον».

Η Ληφθείσα τότε (10.30΄π.μ.) διαταγή της Μεραρχίας, διέτασσεν όπως τα 2 Συντάγματά μας επιτεθούν εν πρώτη γραμμή κατά των έναντι εχθρικών θέσεων… Εβαίνομεν ήδη κατά του εχθρού…. Το 9ο ευζωνικό Τάγμα, υπό τον Ταγματάρχην Βελισσαρίου, κινεί αρχικώς φάλαγγα πορείας… Μετά εκκινεί το Τάγμα μας, το των Κρητών (Κοκοκοτρώνη) και όπισθεν θα ήρχετο το 8ο Τάγμα Ευζώνων (Ιατρίδου)». (Ζωγραφάκης Ι. Γιώργος – «ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ- Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ» - ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΥΓΥΡΟΥ- ΝΟΕΜΒΡ. 2012)

 

 

Υ.Γ.

Με το σύντομο αυτό αφήγημα σκοπό έχω να συνεισφέρω τον οβολό μου στην αλήθεια και να απαντήσω στους εχθρούς της που σκοπίμως σιώπησαν με τη συμπλήρωση των εκατόχρονων της απελευθέρωσης του ορεινού όγκου του πρώην καζά Λαγκαδά και να τους αφιερώσω ένα απόσπασμα της εφημερίδας «Ακρόπολις» δημοσιευμένο 115 χρόνια πριν.

 

Τις ημύνθη περί πάτρης;

Και τι πταει η γλαυξ, η θρηνοσα επ ερειπων; Πταουν οι πλσαντες τα ερεπια.  Και τα ερεπια τα πλασαν οι ανκανοι κυβερνται της Ελλδος.   Αυτο οι πολιτικο, αυτο οι βουλεπτα, εκατστρεψαν το θνος, ανθεμ τους.  Κψιμο θλουν λοι τους!  Ττε σ' εξεθωναν οι προεστο κ' οι ' γυφτοχαρατζδες', τρα σε ' αθενουν' οι βουλευτα κ' οι δμαρχοι.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης