Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΩΝ


 (Για να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχτούμε από την την 20η και 21η Ιουνίου 1913).

 Σήμερα σιγά-σιγά κατηφορίζω το δρόμο για να φτάσω στο μπακάλικο του Βαγγέλη, κοιτώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά τα λίγα παλιά σπίτια και προσπαθώντας να βάλω με τη φαντασία μου στη θέση τους τις εικόνες που έχω βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου. 

Μπροστά μου ξετυλίγονται αυλόπορτες που άνοιγαν ξαφνικά, γνωστά πρόσωπα που χαμογελούσαν.  Άκουγα γέλια και έβλεπα τους σεβάσμιους γέροντες με το κομπολόι στο χέρι να στρίβουν τα μουστάκια τους  στηριζόμενοι στο μπαστουνάκι.  Και μου φαίνεται πως όλα αυτά είναι ζωντανά, πως δεν έχουν χαθεί για πάντα, πως ο χρόνος δεν τα έχει σαρώσει κι ότι το άρωμα εκείνης της εποχής πλανάται γύρω μου και μου γαργαλά τα ρουθούνια.

Τόσο αληθινές μοιάζουν αυτές οι θύμησες αυτή την ώρα, τόσο γλυκιά είναι η νοσταλγία που με πλημμυρίζει, ώστε εκλιπαρώ το όραμα να μην με αφήσει. Τώρα που φτάνω μπροστά στο μπακάλικο αντικρίζω ένα ερείπιο. Τίποτε δεν είχε απομείνει από την αλλοτινή εποχή. Τίποτε που να μου θυμίζει εκείνες τις ευτυχισμένες μέρες  που ήμασταν πιτσιρίκια, με τα γέλια και τα κλάματα μιας φτωχής αλλά απλόχερης ζωής. Οι άνθρωποι γκρέμισαν τα χαμόσπιτα, χάθηκε και το άρωμα του βασιλικού, οι φωνές των παιδιών, τα μαλώματα των κυράδων, τότε που άλλαζες δυο κουβέντες και μάθαινες τα νέα της γειτονιάς απέξω κι ανακατωτά.

Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος κάποτε, πριν πολλά χρόνια. Όταν τα μετρώ μου φαίνονται τόσο πολλά.  Κι όμως τα θυμάμαι όλα τόσο ξεκάθαρα, σαν να  ’τα αν μόλις χθες.

Μετά το σούρουπο, όλοι οι άντρες, νέοι και γέροι της γειτονιάς ανηφόριζαν προς το μπακάλικο.  Έπαιρνε ο καθένας τη θέση του και άρχιζε η συνεδρίαση.  Στην αρχή όλοι ήταν λιγομίλητοι μετά το δεύτερο-τρίτο ποτηράκι θαρρείς και λύνονταν η γλώσσα τους.

Τελευταίος έπαιρνε το λόγο ο πάντα λιγομίλητος μπάρμπα-Άγγελος ο δάσκαλος.   Γερασμένος, με το μεγάλο κεφάλι, τα θολά γυαλιά, το γλυκό πρόσωπο, το ριγωτό παντελόνι, με λουστρίν παπούτσια, με την ασημένια χοντρή καδένα του ρολογιού, με το σακάκι που θύμιζε σμόκιν και το όμορφο μπαστουνάκι του. Ήταν μαλακός, γεμάτος μετριοφροσύνη. Μαλακός, με το ώριμο πρόσωπό του, τον καλό χαρακτήρα του. Αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε, με κουρασμένα μάτια καθόταν εκεί σε μια κόγχη.  Όλοι ξέρανε και βλέπανε την υπομονή του, το μαλακό χαρακτήρα του. Όλοι τον σεβόταν μικροί μεγάλοι.  Ο λόγος του ήταν ανεξάντλητος και σοφός.

Οι γέροι κάθονταν στα ξεθωριασμένα καφετιά τσουβάλια  και συζητούσαν για τα περασμένα.  Καθώς μιλούσαν, οι ιστορίες τους άρχιζαν να ξετυλίγονται, η γνωστή, συνηθισμένη λιτανεία  των απερίγραπτων τραγωδιών που έζησαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους που είχαν πέσει θύματα της βίας των Βουλγάρων και των Τούρκων.

Η αποψινή αφήγηση όμως του σοφού δάσκαλου μ’  έχει συνεπάρει και ποτέ δεν πίστευα ότι μετά από  50 χρόνια πλησιάζοντας το μπακάλικο, οι ακαθόριστες μορφές θα μορφοποιούνταν ακαριαία μπροστά μου και θα έβλεπα ολοζώντανους τους ήρωές της.

Οι Λιγκοβανιώτες συναντούν εδώ και δύο μήνες στους λάκκους, που έχουν την αρχή τους στην κορυφή του πράσινου λόφου, ένα περίεργο μυστηριώδες γεροντάκι, να περιπατεί στις ράχες, να γυρίζει στα μονοπάτια και να διασχίζει τις πιο βαθιές και απότομες χαράδρες.

Από καιρό έπαυσαν να τον ρωτούν για την ερήμωσή του, για τη ζωή του, για τ’ όνομά του και του έδωσαν το όνομα του τρελού.  Ήταν η μόνη χαρακτηριστική λέξη, που μπορούσε να ικανοποιήσει την δική τους περιέργεια και τις σχετικές ερωτήσεις των Λιγκοβανιωτών.  Τον έδειχναν με το δάκτυλο, όπως θα έδειχναν μια αγριοκατσίκα σταματημένη στον απότομο γκρεμό.

Οι ξένοι που δεν τον γνώριζαν και τον έβλεπαν κουλουριασμένο μέσα στους μεγάλους βράχους, ολομόναχο, με τα μάτια βυθισμένα στο άπειρο, ακούγοντας σαν ονειροπαρμένος τις βουές του Μπογδάνα, που πότε θρηνούσε και πότε μανιασμένος μούγκριζε από την ορμή του, τον νόμιζαν για κανέναν παθιασμένο της άγριας ομορφιάς.

Κι όμως, όλος εκείνος ο κόσμος αγνοούσε το μυστικό του, την τραγική του ανθρώπου αυτού ιστορία.   Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει πως τις ώρες, που αυτός έμενε σ’ άγρια έκσταση κοντά στο ποτάμι ή στις κορυφές ότι αυτές τις ώρες τίποτε άλλο δεν έβλεπε μπροστά του, από τα τρία παιδιά του.

Και τα έξι μέλη της οικογένειας ένιωθαν το ίδιο αίσθημα,  απέραντη αγάπη, μεγάλη κι ευτυχισμένη, μέχρι που ένα μικρό σύννεφο  σκίασε την ευτυχία τους, ολωσδιόλου ανέλπιστα.  Ο πατέρας τους ήταν ο φύλακας άγγελος της μάνας και των τεσσάρων αγοριών· περιφερόταν πάντα γύρω τους, τους περιέβαλλε στοργικά με τα νοερά φτερά της αγάπης του και τους προστάτευε με το μυαλό και την ψυχή του.

 Ο θάνατος τόλμησε να χωρίσει έξι πλάσματα ενωμένα με την αληθινή ευλογία της αγάπης.

Ο τέταρτος αδελφός επέστρεψε από το πιο σκυθρωπό νεκροκοιμητήριο, από το πεδίο της πιο αιματοβαμμένης μάχης του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου μαζί με τη ματωμένη είδηση, «Τα τρία αδέλφια του σκοτώθηκαν στις 20 και 21 Ιουνίου 1913 και τάφηκαν στην απότομη πλαγιά του καταραμένου πράσινου λόφου».  Και το χαρούμενο περιβόλι  μετατράπηκε σε κόλαση.

Και οι θρήνοι του δύστυχου πατέρα γέμισαν την ατμόσφαιρα, και οι οιμωγές του έφτασαν ψηλά, όπου πανίσχυρος καθόταν  Εκείνος και οι ολοφυρμοί του έφτασαν όχι μόνο στο μικρό χωριουδάκι αλλά ως τα πέρατα του κόσμου και το μοιρολόγι του συγκίνησε τα δέντρα, τους βράχους και τα βουνά που άφωνα σιγοκλαίγανε.

Και όταν όλοι κουράστηκαν, η καμπάνα στο μικρό χωριό της Λαμίας σκόρπισε το πένθιμο τραγούδι της το καλοκαιρινό εκείνο απόγευμα.   Τινάχτηκαν και έτρεξαν όλοι οι χωριανοί στο φτωχόσπιτο του υλοτόμου.  Στην πόρτα ήταν μαζεμένο όλο το χωριό, άνδρες και γυναίκες με τα ρούχα της δουλειάς.  Κανένας δεν μιλούσε.  Ένα απερίγραπτο γεγονός βάρυνε την ατμόσφαιρα και προκαλούσε ένα αόριστο σεβασμό.  Μέσα στο σκοτεινό βάθος φαινόταν μονάχα οι κόκκινες φλόγες των κεριών και οι προσευχές του ιερέα έφταναν ως έξω, σαν ένας μακρινός ψίθυρος κάποιας πολύ σημαντικής ιεροτελεστίας που γινόταν στο χωριό.  Τα μάτια όλων ήταν προσηλωμένα προς ένα αόριστο σημείο, στεγνά, χωρίς δάκρυα, ενώ ψηλά στον ουρανό ο ήλιος άπλωνε τη ματωμένη του πορφύρα.

Μια ανέκφραστη, γλυκιά ηρεμία βασίλευε γύρω στην ατμόσφαιρα. Μόνο τα τραγούδια των πουλιών αντηχούσαν με ασυνήθη μεγαλοπρέπεια μέσα στην απέραντη γαλήνη, θαρρείς και όλα είχαν σταματήσει γύρω, εκτός από τα κελαϊδίσματα των πουλιών και το βαρύ βήμα του πόνου.

Ο γέρος υλοτόμος όρθιος, με τα χαρακτηριστικά αλλοιωμένα και συνεπαρμένα από τον εσωτερικό του πόνο, με τα μάτια παραδόξως προσηλωμένα, στέκονταν ακίνητος σαν άγαλμα.  Λες και περίμενε κάτι το απροσδόκητο, το άγνωστο, κανένα θαύμα, γι’ αυτό και είχε σκοπό να μείνει όρθιος για πάντα εκεί.

Ο μπάρμπα Θανάσης του χάιδεψε τον ώμο και τον προέτρεψε να καθίσουν για λίγο.  Τότε κάτι πρωτάκουστο συνέβη· ο γερο υλοτόμος κλονίστηκε σαν μαρμαρένια στήλη που ξέφυγε από την βάση της και έπεσε μονοκόμματος, σαν αλύγιστος κορμός μαύρου κυπαρισσιού.  Όλοι έτρεξαν γύρω του.

Ο μπάρμπα Θανάσης γονατιστός μπροστά του προσπάθησε να τον επαναφέρει στη ζωή.  Ευτυχώς που ήρθε ένας γιατρός σε λιγάκι και τον επανέφερε.

Από εκείνη τη μέρα τον πόνο του τον έκρυβε βαθιά μέσα του και μέρα τη μέρα γιγάντωνε. 

Όλο το χωριό έκλαψε τον θάνατο των τριών αδελφών.  O δύστυχος πατέρας, έχοντας διαρκώς στα μάτια του την εικόνα τους, έγινε ερημίτης τριγυρνώντας ολημερίς στις άγονες πλαγιές του χωριού του.

Προχωρούσε ακούραστος μέσα από τα πιο δύσβατα μονοπάτια, πάνω στις ράχες, ανεβοκατεβαίνοντας επικίνδυνα κάτι βαθιές χαράδρες γλιστρώντας ανεπιφύλακτα στους απότομους βράχους.  Όταν ζύγωνε η νύκτα και έπεφταν οι δυνάμεις του και το κεφάλι του άρχιζε να ζαλίζεται δεν έβλεπε τίποτε μπροστά του παρά την ρίζα κάποιου δέντρου που θα τον φιλοξενούσε.

Όταν η νύκτα απλωνόταν παντού, το σκοτεινό της χρώμα έδινε στους βράχους όψεις πτωμάτων και ανάμεσά τους των τριών αδελφών.

Πέρασε ένας μήνας και ο  δύστυχος πατέρας έγινε αγριότερος, τριγυρνούσε έρημος πάνω στο βουνό και κάθε μέρα δοκίμαζε τις πιο επικίνδυνες περπατησιές.  Τίποτε δεν τον τρόμαζε στη φύση.  Όταν σταματούσε σκεπτικός ανάμεσα σε δύο βάραθρα, που κυλούσε καταρράκτης, του φαινόταν πως κυλούσε το αίμα των αγοριών του, και μούγκριζε για εκδίκηση.

Μια νύκτα που ο περίεργος ερημίτης τριγυρνούσε σαν στοιχειό στο σεληνοφώτιστο βουνό, ένας βράχος κατρακύλησε στα πόδια του και είδε μπροστά του ένα όραμα φοβερό.  Στη βάση του μεγάλου βράχου είδε να σηκώνονται χλωμά τα πρόσωπα των αγοριών του κοιτάζοντας τον με τα νεκρά τους μάτια.

Έβγαλε κραυγές απελπιστικές, κραυγές τρόμου και τέντωσε τα χέρια του ζητώντας βοήθεια από τα γύρω στοιχεία τα άψυχα, από τις πέτρινες συντροφιές του.

Πάλεψε απεγνωσμένα, ασυνείδητα, ώσπου σωριάστηκε στη ρίζα μιας νεκρής βελανιδιάς  και το ποτάμι που κυλούσε μακρύτερα έδινε με τον ήχο του την αίσθηση μοιρολογιού.  Σε λίγο απλώθηκε η ησυχία της νύκτας, που προσωρινά είχε ταραχτεί από το όραμα του άμοιρου πατέρα.

Δεν μπόρεσε να αντέξει μακριά από τα αγαπημένα του παιδιά περισσότερο από ένα μήνα, ώσπου εγκατέλειψε το φτωχόσπιτό του στο χωριό της Λαμίας και ξεκίνησε, χωρίς να δεχθεί κανέναν μαζί του, για τις ρεματιές της Λιγκοβάνης και τον καταραμένο «Πράσινο Λόφο».  Εκεί θα προσπαθούσε να βρει τους τάφους των μονάκριβων γιών του.

Στις αρχές Αυγούστου του 1913 τα βήματά του τον έφεραν στην πόρτα του νεκροταφείου της Λιγκοβάνης.  Χωρίς δεύτερη σκέψη αφέθηκε στη σιγαλιά του νεκρωμένου τόπου, πέρασε τη μεγάλη πόρτα της πόλης των νεκρών και ακολουθώντας τον φαρδύ δρόμο βρέθηκε να ψάχνει τους τάφους των παιδιών του, ενώ από τα μάτια του στάλαζαν δακρυσμένες δροσιές επάνω στη λυπημένη του μορφή.

Ξαφνικά γυναίκες μαυροφόρες γέμισαν το κοιμητήριο, σκόρπισαν στους τάφους και άναβαν τα καντήλια.  Μη θέλοντας να ταράξει τον ψυχικό τους πόνο κρύφτηκε πίσω από ένα κυπαρίσσι.  Κάθισε λίγα λεπτά στην ίδια στάση, με το βλέμμα σβησμένο και ύστερα μ’ ένα κούνημα κουρασμένο, σαν να ’λεγε «αντίο», έφυγε με κορμί κυρτωμένο, με βήμα βαρύ και ξαναγυρίζοντας το βλέμμα του στους τάφους προχώρησε αποφασιστικά στην έξοδο.

Τότε βγήκε μπροστά του ο Παπανικόλας.  Ταράχτηκε μόλις τον είδε.  Έσφιξε το χέρι του δυνατά μέσα στο δικό του και προχωρήσανε μαζί, κοντά ο ένας στον άλλο χωρίς κουβέντα.  Μόνο στην πόρτα κοιτάχτηκαν κι ήταν τα μάτια του ακόμη υγρά.

Τον κοίταξε καλά.  Τα μάτια του κοσμούσε όλη η συμπάθεια της πονεμένης του ψυχής.  Τότε ο Παπανικόλας κτύπησε με την άκρη του μπαστουνιού του το χώμα και με τόνο θλιβερό του είπε:  «Μίλησέ μου να ξεκουραστείς».  Ο Παπανικόλας ήταν ο πρώτος και ο μοναδικός Λιγκοβανιώτης που έμαθε την ιστορία του τραγικού πατέρα.

Συνέχιζε να τριγυρνά έξω στα χωράφια και να πηγαίνει εδώ κι εκεί, από μονοπάτι σε μονοπάτι, να κοιτάζει τριγύρω το μισοσκότεινο και άγριο μέρος, να κοιτάζει πίσω και να βλέπει ότι έχασε τα ίχνη του μονοπατιού, να σηκώνει ψηλά προς τον ουρανό τα μάτια του και ο ήλιος να χάνεται.  Και να μένει παραζαλισμένος με τον κόμπο στο λαιμό και με την καρδιά του τρομαγμένη μέσα στο στήθος του.

Είναι ώρα μελαγχολική και την κάνει περισσότερο μελαγχολική εκείνη η μονότονη φωνή των βατράχων και εκείνα τα γαυγίσματα των σκύλων τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο τη βαθιά σιωπή της εξοχής.

Δεν διακρίνει γύρω του ψυχή ζώσα και δεν ακούει άλλο κρότο εκτός από τον κρότο των βημάτων του· και εκείνα τα γαυγίσματα των σκύλων αρχίζουν να τον ενοχλούν.  Και όταν περνά μπροστά από τις αυλές της Λιγκοβάνης, περπατά στις μύτες των ποδιών του για να μη ξυπνήσει τα μαντρόσκυλα, και κρατεί την αναπνοή του.  Και ενώ έχει προσπεράσει την πόρτα και νομίζει ότι διέφυγε τον κίνδυνο, ξαφνικά ακούει πίσω του γαυγίσματα.  Τραβά μπροστά χωρίς να στρέψει διόλου το κεφάλι του, αλλά του φαίνεται ότι βλέπει το αναθεματισμένο μαντρόσκυλο, με το ρύγχος ανάμεσα στα δύο φύλλα της πόρτας με τα αγριεμένα μάτια του.

Και προχωρά στη μέση του δρόμου χωρίς να τον ενδιαφέρει για την πολλή σκόνη, αρκεί που δεν περνά πολύ κοντά στους φράκτες.  Αν τυχόν ακούσει πίσω του κρότο βημάτων, ή ομιλίες, δεν γυρίζει καθόλου να κοιτάξει για να μη δείξει ότι φοβάται.  Όταν δε φτάσει στην ευλογημένη είσοδο της νεκροπόλεως προχωρά και στρέφει το πρόσωπό του προς την αντίθετη κατεύθυνση, στον «καταραμένο πράσινο λόφο».

Και όταν δει να έρχονται προς αυτόν δύο ιππείς  και καταλάβει ότι είναι οι δύο έφιπποι χωροφύλακες, επιταχύνει το βήμα του και όταν πλησιάσουν οι δύο εκείνοι απροσδόκητοι φίλοι, παραμερίζει με προθυμία να τους αφήσει ελεύθερο όλο το δρόμο. Τους κοιτάζει με έκφραση σεβασμού και στοργής και δέχεται με αίσθημα ευαρέσκειας το αυστηρό ερευνητικό βλέμμα τους.

Σε ώρα σαν αυτή, από τις πρώτες εσπερινές του Αυγούστου, στον κατηφορικό δρόμο του οδηγεί από την πλατεία στην νεκρόπολη της Λιγκοβάνης, κοντά σε ένα εξοχικό εικονοστάσιο με την εικόνα της Παναγίας, στο βάθος ξεκουραζόταν τρεις στρατιώτες.

Ο ένας ήταν καθισμένος πάνω σε μια πέτρα με τους αγκώνες στα γόνατα και το πρόσωπο στις παλάμες.  Οι άλλοι δύο όρθιοι κοντά του, στηρίζοντας την ράχη του τοίχου του εικονοστασίου, σταυρώνανε τα χέρια στο στήθος τους.

Και οι τρεις έφεραν στο κεφάλι το πηλίκιό τους, ενώ είχαν τους σάκους τους κατά γης.  Τα πρόσωπά τους εξέφραζαν αδημονία και κόπωση, τα δε βλέμματά τους ήταν προσηλωμένα στην γη.  Η καντήλα, η οποία έκαιε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, φώτιζε αμυδρά το πρόσωπο του μισοκρυμμένου, με τα χέρια καθισμένου στρατιώτη, ενώ ίχνη των δακρύων του υπήρχαν γύρω από τα μάτια του.

Οι στρατιώτες δεν είχαν ζωστήρα και όπλο και φαινόταν σαν να είχαν μόλις απολυθεί από τη υπηρεσία.  Πράγματι, είχαν μόλις απολυθεί μετά τη λήξη του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου.

Από τη στάση τους και από τα λίγα και αραιά λόγια φαινόταν ότι ήταν εκεί πολλή ώρα.  Στο δρόμο δεν φαινόταν ψυχή ζώσα.  Βαθιά σιωπή επικρατούσε.  Μόνο από καιρού σε καιρό ακουγόταν μακρινές φωνές.  Προερχόταν από κάποια καλύβα Λιγκοβανιώτικη προς την ανηφόρα της πλατείας, όπου πότε φαινόταν και πότε χανόταν το φως κάποιου καντηλιού.  Ήταν εκεί χωρικοί επιστρέφοντες από τα κτήματα, άφηναν τα εργαλεία τους και έσπρωχναν τα βόδια στους στάβλους και μιλούσαν δυνατά μεταξύ τους από το ένα και από το άλλο μέρος του φράκτη.

Ξαφνικά ο καθισμένος στρατιώτης σκούπισε τα μάτια του, σηκώθηκε όρθιος και με εκείνο το πονετικό ύφος άρχισε να ομιλεί δείχνοντας προς την κατεύθυνση του «πράσινου λόφου».


     Σ΄ εκείνο το σημείο έπεσε στα χέρια των κομιτατζήδων ο Κώστας και ήταν η αιτία να σκοτωθούν και τα τρία αδέλφια.


Όταν ο γερο υλοτόμος άκουσε το όνομα Κώστας πλησίασε τους φαντάρους γεμάτος αγωνία: «μήπως ήρθε η ώρα να μάθει την αλήθεια για το θάνατο των τριών αγοριών του;»  Στεκόταν σαν απολιθωμένος γεμάτος θλίψη.  Ξαφνικά  τινάχθηκε και άρπαξε με τα δυο του χέρια το χέρι του στρατιώτη.

     Ο στρατιώτης αισθάνθηκε μέσα του έναν αιφνίδιο κλονισμό πολύ δυνατό και άρχισε να τρέχει.  Ο γερο υλοτόμος τον φώναξε με φωνή απελπισμένη, παρακλητική και έτρεξε ξοπίσω του με τα χέρια απλωμένα.  Αυτός όμως δεν κοίταξε πίσω.  Σταμάτησε ο γέρος, σκέπασε το πρόσωπό του με τα χέρια του, στάθηκε μια στιγμή ακίνητος στο μέσον του δρόμου, έπειτα γύρισε προς το εικονοστάσιο και έπεσε γονατιστός με δάκρυα και στεναγμούς. 

     Ο στρατιώτης εξακολούθησε για λίγα μέτρα ακόμη να περπατά βιαστικός, χωρίς να κοιτάξει καθόλου πίσω του, μέχρι εκεί που ο δρόμος χωρίζονταν στα δύο.  Σταμάτησε και, αφού δίστασε για λίγο, έστρεψε το βλέμμα του προς το εικονοστάσιο και είδε το γέρο, ο οποίος σήκωσε τα μάτια, κοίταξε προς το μέρος του και τον παρακάλεσε να πάρει τον κατηφορικό δρόμο προς το εικονοστάσιο.

      Η χαραυγή βρήκε τους τρεις στρατιώτες και το γέρο καθισμένους γύρω από το μικρό εικονοστάσιο, δακρυσμένους και σιωπηλούς. 

     Η καρδιά του γέρου έπαλε ορμητικά και ο νους του ζαλίστηκε σαν να του είχαν καταφέρει δυνατό κτύπημα στο κεφάλι.  Έμεινε αρκετή ώρα σ’ αυτή  τη θέση.  Ανασηκώθηκε ύστερα λίγο – λίγο με τη ράχη γυρισμένη προς τον «πράσινο λόφο», αλλά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του.  Του φαινόταν ότι έφταναν στα αυτιά του φωνές και μέσα σ’ αυτές τις φωνές διέκρινε και των παιδιών του και  σφιγγόταν η καρδιά του.

     Ξαφνικά είδε, όχι μακριά του δρόμου, μια μεγάλη βελανιδιά.  Ο κορμός της ήταν σχισμένος στη μέση και κάτω από τα μεγάλα και πυκνά κλαδιά της ήταν ένα κάθισμα από μια σανίδα, που στηριζόταν πάνω σε δύο πέτρες.

     Κοίταξε καλά εκείνο το κάθισμα, έφερε το χέρι στο μέτωπό του και τα μάτια του έλαμψαν, η όψη του κοκκίνισε και κρατώντας ακίνητο το βλέμμα του προς τα εκεί μονολογούσε.

     Σ’ αυτό το κάθισμα κάθισαν τελευταία φορά τα τέσσερα αδέλφια σε μια ανάπαυλα της μεγάλης μάχης μετά την κατάληψη της Λιγκοβάνης.


     Μετά την κατάληψή της τα στρατεύματα εξακολούθησαν την πορεία τους για την  κατάληψη του «πράσινου λόφου».  Ο λόχος των τεσσάρων αδελφών αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή.

     Στις  11.00 το βράδυ έβαλαν σκοπούς μπροστά από τα πρόχειρα προκαλύμματα και σε απόσταση 100 βημάτων από τις γραμμές μάχης.  Οι σκοποί όμως αποσύρθηκαν, γιατί αντιλήφτηκαν τους Βούλγαρους κοντά τους και οι οποίοι τους υποδέχτηκαν με ραγδαία πυρά και χωρίς  απώλειες παρά μόνο μια απουσία, του ενός αδελφού· είχε συλληφθεί αιχμάλωτος.

     Ο ήλιος ανέτειλε και μαζί του οι οβίδες έπεφταν βροχηδόν.  Ο δεύτερος των αδελφών κατορθώνει να πλησιάσει τις εχθρικές γραμμές και να διακρίνει τον αδελφό του μεταξύ των αιχμαλώτων που κρατούν οι Βούλγαροι.  Τα βλέμματα των δύο αδελφών διασταυρώθηκαν και έτσι έμειναν για ώρες περιμένοντας την ώρα που θα σμίξουν.

    Ξαφνικά βγάζει μια κραυγή, κραυγή όμως πόνου και λύπης.  Είδε τον αδελφό του να πυροβολείται από έναν Βούλγαρο αξιωματικό και νόμισε ότι τον είχε για πάντα χαμένο. Ύστερα από λίγη ώρα τον έβλεπε με το κεφάλι δεμένο με κάτασπρο σαν χιόνι επίδεσμο.  Τον έβλεπε να σκαρφαλώνει απ’ τις πέτρες σ’ ένα λόφο πρώτος και να τον ακολουθούν τ’ άλλα παλικάρια, ενώ ο επίδεσμος του κεφαλιού του κοκκίνιζε από το άφθονο αίμα που έτρεχε από την πληγή του.  Το αίμα εξακολουθούσε να τρέχει ολοένα.  Τα χέρια του  και η φουστανέλα του γέμισαν αίμα.  Αλλά αυτός, χωρίς να παρατηρεί το αίμα, ανέβαινε γρήγορα – γρήγορα σαν αστραπή, για να ξεφύγει από τα χέρια των Βουλγάρων.  Και τότε ο Βούλγαρος αξιωματικός διέπραξε το έγκλημα πυροβολώντας τον στο κεφάλι για δεύτερη φορά και ο Αλέξης σωριάστηκε νεκρός στο έδαφος.

     Το βλέμμα του δυστυχή Κωνσταντή που ήταν αυτόπτης αγρίεψε και το πρόσωπό του σκλήρυνε σαν από γρανίτη.  Έπαψε να φωλιάζει στην ψυχή και στο αίμα του ο φόβος και αντίκριζε πλέον με θάρρος το θάνατο.

     Το βλέμμα του ακολουθούσε το κάθε βήμα του Βούλγαρου αξιωματικού, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να εκδικηθεί τον φόνο του αδελφού του.  Βρισκόταν σ’ επιφυλακή με τα νεύρα τεντωμένα σα χορδή τόξου.  Τον ακολουθούσε σε κάθε γωνιά, σε κάθε απόκεντρο μέρος, στο κάθε μονοπάτι, πίσω από κάθε τσαλί, πίσω από κάθε χαράκωμα.

      Λίγο αργότερα το άλογο του Βούλγαρου αξιωματικού έτρεχε σχεδόν καλπάζοντας κατά μήκος των χαρακωμάτων και κάπου εκατό βήματα στην απέναντι πλευρά της πλαγιάς, ενώ το βλέμμα του δύστυχου αδελφού το ακολουθούσε.  Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί.  Πίσω από τα τσαλιά, κρυμμένος μέσα στο χαντάκι, βρίσκονταν ο Κωνσταντής. Ο Βούλγαρος απόμεινε πάνω στο άλογο σαν παγωμένος, δεν μπόρεσε να κουνηθεί ούτε να φέρει το χέρι στο πιστόλι.  Ύστερα από λίγο σφάδαζε στο χώμα.  Με τα χέρια του άνοιγε το χώμα και δάγκωνε τα χαμόκλαδα.  Οι στρατιώτες που έτρεξαν σε βοήθειά του τον βρήκαν ξαπλωμένο καταγής ανάσκελα, με τα πόδια και τα χέρια ανοιχτά.

     Ο Κωνσταντής έτρεξε πίσω στο λόχο να αναζητήσει τον Νικόλα και να του αφηγηθεί τα γεγονότα.

     Ο  Νικόλας διαισθάνθηκε τον πόνο και τη λύπη του Κωνσταντή, αφού ανταποκρινόταν και στα δικά του συναισθήματα.  Η αφήγηση τον εξάντλησε και κορυφώθηκε τόσο, ώσπου μεταβλήθηκε σε οργή και μίσος. Αισθάνθηκε πως διένυε ένα δύσβατο, γεμάτο αγκάθια δρόμο, πως το κορμί του εξασθενούσε από τον πόνο, ένιωθε την ψυχή του να διαβρώνεται κάθε στιγμή,  αποσαθρώνοντας την καρδιά και το μυαλό του.  Ο χαρακτήρας μεταβλήθηκε σαν να είχε μόλις γεννηθεί και ο νεοσύστατος εαυτός του, τραχύς και χοντροκομμένος, συγκρούστηκε με εκείνη την ευγενική και εκλεπτυσμένη, την παλιά πια, ύπαρξή του.

     Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να ορμήσει και να καταστρέψει το κάθε Βουλγαρικό.  Ήταν μια επιθυμία που μεγάλωσε επικίνδυνα και κατέκλυσε τα δύο αδέλφια.

     Ενώ κατέστρωναν το σχέδιο εκδίκησης,  έφτασε στις  3.00 μ.μ.  η διαταγή για γενική σ’ όλο το μέτωπο επίθεση με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του «πράσινου λόφου».

     Οι άνδρες πρηνείς μέσα στον ψήνοντα ήλιο, με τη λόγχη εφ’ όπλου, ανέμεναν με αγωνία και αδημονία πότε να εφορμήσουν κατά του αντιπάλου.

     Ξαφνικά γδούπος βαρύς δόνησε την ατμόσφαιρα.  Ήταν το πυροβολικό μας, το οποίο άρχισε τους φοβερούς κεραυνούς του και το σύνθημα της γενικής εφόδου.

   Η γη σείστηκε από τις συνεχείς βροντές.  Οβίδες και σφαίρες διασταυρώνονταν πυκνότατα και το κοφτερό του χάρου δρεπάνι θέριζε αμείλικτα.

     Πέρασαν λίγα λεπτά και ουρανομήκη «ζήτω» σκόρπισαν σ’ όλο το μέτωπο της παράταξης.  Ήταν οι ήρωές μας, οι οποίοι εξαιτίας του  δραστικότατου πυρός του εχθρού αδυνατούσαν να τον πλησιάσουν.

     Τα δύο αδέλφια όμως αψηφώντας το πυκνό πυρ του εχθρού έφτασαν μπροστά στα χαρακώματά του, όπου η λόγχη παίζει το μεγαλύτερο ρόλο και κατόρθωσαν να θέσουν εκτός μάχης ολόκληρη πυροβολαρχία.

     Έφτασαν στα χαρακώματα και όρμησαν σαν λιοντάρια επάνω στους Βουλγάρους.  Αλύπητα χτυπούσαν με την εφ’ όπλου λόγχη τους εχθρούς.  Οι εχθροί αρχίσανε ό ένας κατόπιν του άλλου να φεύγουν και να υποχωρούν για ν’ αποφύγουν τον θάνατο των λεοντόκαρδων αδελφών, οι οποίοι τους βάλανε εμπρός και τους κυνηγάγανε.  Έβλεπαν τους τρομαγμένους φεύγοντες σαν λαγούς Βουλγάρους.  Μα ξαφνικά, εκεί που έτρεχαν, βόλια εχθρικά βρήκαν τα δύο αδέλφια στο στήθος.


      Τη στιγμή που τα δύο αδέλφια έπεφταν νεκρά στα Βουλγάρικα χαρακώματα, η μάνα τους στο μικρό χωριό της Λαμίας τινάχτηκε από την τρομάρα της και τα μάτια της βουρκώσανε από δάκρυα.  Ήταν 21 Ιουνίου 1913.  Τα δάκρυα της κυλούσαν στα αδύνατα απ’ την αρρώστια και τη λύπη μάγουλα.

     Το φυτίλι του καντηλιού άρχισε να πετά σπίθες και να τρεμοσβήνει, διότι δεν είχε μείνει μέσα λάδι.  Μια σπίθα πετάχτηκε με μεγάλο κρότο και η καντήλα έσβησε.   Τότε ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός και μαζί με το σβήσιμο της καντήλας βγήκε και η ψυχούλα της δύστυχης μάνας.


     Μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού βασίλεψε νεκρική σιγή.  Η καντήλα ήταν σβησμένη και η μάνα ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της.  Έξω, γύρω από το σπίτι, επίσης νέκρα επικρατούσε.  Τα σκυλιά επίσης έπαυσαν το γαύγισμά τους, σαν να γνωρίζανε το θάνατο της κυράς τους.

   Ο εχθρός κατασυντρίφτηκε και πτοήθηκε μπροστά  στην ακατάσχετη ορμή των δικών μας και τράπηκε σε άτακτη φυγή, εγκαταλείποντας πυροβόλα, πολυβόλα, όπλα και πυρομαχικά· εν αφθονία και 37 πτώματα.  Δέκα λεπτά ήταν αρκετά για να καταληφθεί η εχθρική θέση από τα δύο αδέλφια και να επιβάλουν σιγή των εχθρικών πολυβόλων.  Ο οποίος μάταια προσπάθησε να ανασυνταχθεί.  Αδύνατο.  Το ηθικό του είχε χαθεί.  Και ο καθένας έσπευδε να σωθεί δια της φυγής.

   Η εκτυλιχθείσα γιγαντομαχία ήταν ορατή στον κάθε διερχόμενο της διαδρομής Θεσσαλονίκης – Όρλιακου.  Αριστερά και δεξιά της οδού συναντούσε κανείς πτώματα παραμορφωμένα.  Εδώ συναντούσε κανείς πυροβόλα κατεστραμμένα, παρέκει άλλα εγκαταλειμμένα, πλήθος βλητοφόρων, σωρεία κιβωτίων οβίδων και φυσιγγίων, αλλού αμάξια μεταγωγικά, δείγμα της πανωλεθρίας που υπέστη ο εχθρός.


Πού και πού συναντούσε κανείς κάποιο ξύλινο σταυρό μπηγμένο στο φρεσκοσκαμμένο χώμα.

Στην απότομη πλαγιά του πράσινου λόφου όμως, ανάμεσα σε δύο ξύλινους σταυρούς, βρισκόταν γονατιστός ένας τρίτος στρατιώτης.  Ήταν ο μόνος επιζήσας των τεσσάρων αδελφών.

 Εκεί τον βρήκε ο Χαράλαμπος αγκαλιά με τους δύο τάφους.  Και τώρα με σφιγμένη την καρδιά και τρεμάμενα χέρια αφηγείται στον δύστυχο πατέρα τους, μέσα σ’ ένα οδυνηρό δίλημμα μεταξύ λήθης και θύμησης, μια κατάσταση που δεν μπορούσε να της επιβληθεί ή να δαμάσει.

Ρίγησε, όπως ποτέ πριν στη ζωή του.  Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι.  Νωρίς το πρωί προσπάθησε να απομακρύνει τον τέταρτο αδελφό από τους δύο τάφους, αλλά του ήταν ακατόρθωτο.  Η απόγνωση και ο τρόμος είχαν κυριέψει την ψυχή του τέταρτου αδελφού. Ούρλιαξε με τη λεπτή φωνή του.  Γρήγορα ο πάγος του πόνου έλιωσε από την έκρηξη θυμού και οργής του.  Η ηρεμία εξατμίστηκε από τη ζωή του.  Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.  Ένα κύμα διέλυσε τη θλίψη του στο λεπτό.


Δεν δίστασε ούτε λεπτό.  Όρμισε σε μια ομάδα Βούλγαρων αιχμαλώτων.  Ευτυχώς πρόλαβαν και τον αφόπλισαν.  Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου να βρει τον εαυτό του.

Τριγύρισε τα μάτια του πάνω στα πρόσωπα των συναδέλφων του που τον κοίταζαν επίμονα.  Σ’ όλων τα βλέμματα είχε αποτυπωθεί ο οίκτος και η συμπόνια.  Ύψωσε το κεφάλι του προς τον γκρίζο ουρανό σαν να παρέδιδε το πνεύμα του και τα ουρλιαχτά του  τρύπησαν τις καρδιές όλων.


 

Ο Ιωάννης Πολέμης  ύμνησε τα τρία αδέλφια  με τους στίχους:

ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ

Έλαμψ’ η λόγχη, βράχνιασαν οι σάλπιγγες.

Τα τρία αδέλφια, σαν να τώχαν τάμμα,

σφραγίζοντας τη νίκη με το αίμα τους,

όρμισαν πρώτα κι έπεσαν αντάμα.

Αλλοί στη μάννα που δε θαύρη δάκρυα

τρισέρημη να τα τριλοθνηνήση!

Χαρά στη μάννα, που θα λέη περήφανη:

- Τα τρία αδέλφια εγώ τάχω γεννήσει.

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΟΛΕΜΗΣ

 

 

 

 

ΤΡΕΙΣ ΨΥΧΕΣ

Απ’ τη λαβωματιά του την ορθάνοικτη

αχνίζοντας το αίμα πλημμυρίζει.

ο Χάρος καθρεφτίζεται στα μάτια του

κι’ αυτός ψυχομαχώντας ψιθυρίζει:

Άχ! Τα’ είνε μια ψυχή μπρός στη λαχτάρα μου!

Ήθελα νάχω τρεις, στη μάχη επάνω

να σου της δώσω και της τρεις, Πατρίδα μου,

και τρεις φορές για σένα να πεθάνω!

(Από τα «Βάρβαρα»)            ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ



Το παραπάνω ιστορικό διήγημα απέσπασε το Β΄ βραβείο στο διαγωνισμό του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.Ο.Κ.) 2017.



 Μπεκιάρης Σταμάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου