Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ

Το πηγάδι του ΑΣΑΝ.
Τα Δύο Πηγάδια.
Το Γκουργκούρτσι.


Οι κάτοικοι της Ξυλόπολης ήταν φτωχοί και καχεκτικοί.  Η φύση τους όμως δε γνώριζε γηρατειά και κατάπτωση. 

Το τοπίο  ξερό, πυρακτωμένο, σκονισμένο, με αρκετούς βάτους.  Δεν υπήρχε νερό.  Πολλά δέντρα, αλλά όλα ήταν σιωπηλά.
Η έλλειψη νερού και το άγονο του εδάφους δυσκόλευαν τη ζωή των Ξυλοπολιτών.  Γι΄αυτό σε πολλά σημεία είχαν κτίσει πηγάδια τα οποία τροφοδοτούνταν με υπόγεια νερά και αποτελούσαν μικρές οάσεις για τους εργάτες της γης. 
Η κάθε γειτονιά είχε τα πηγάδια της.  Στη δική μου, του «κάτω μαχαλά», πριν το ξημέρωμα επικρατούσε μεγάλη κινητικότητα η οποία, είχε επίκεντρο τα πηγάδια του Τζούλου και του Ηλίου.  Σημείο αναφοράς τα δύο πηγάδια.  Τα καυτερά πρωινά οι νοικοκυρές και τα παιδιά γέμιζαν τα γκιούμια και έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.   Οι ζευγάδες όμως γέμιζαν τις μπούκλες και συνέχιζαν  την πορεία τους για τα χωράφια.
Το τοπίο είναι πολύ όμορφο σ’ αυτή την περιοχή καθώς ανεβαίνουμε την ανηφοριά με κατεύθυνση προς τον κάτω μαχαλά.  Λυπάμαι που δεν είμαι ζωγράφος για να αποτυπώσω στον καμβά την εικόνα του. 
Τη βάση της μεγάλης ανηφόρας γλύφει ο Μπογδάνας που αποτελούσε την πρώτη δοκιμασία της ημέρας για τους άμοιρους ζευγάδες και τα ταλαίπωρα γαϊδουράκια.  Για την προσπέλαση του Μπογδάνα και προκειμένου να διευκολύνουν τις μεταφορές τους οι σύμμαχοι έκτισαν το 1914 το αγέρωχο γεφύρι.
Το περίφημο και ωραίο έργο, το στέρεο αυτό γεφύρι που θρονιάζεται πάνω στους στύλους του, τον κανονικό καιρό χρησίμευε μόνο για τα λιγοστά αυτοκίνητα.  Οι καβαλάρηδες περνούσαν μέσ’ απ’ τα ρηχά περάσματα του Μπογδάνα.  Το γεφύρι τους προστάτευε από τις αχτίνες του ήλιου,  πιο καυτερές μέσα στο νερό.  Πού και πού κάποιος πεζός, κάποιος σπάνιος πεζός ριψοκινδύνευε να διασχίσει το γεφύρι, όταν η καταιγίδα είχε κάνει το ποτάμι αδιάβατο, αφού άνθρωπος και όχημα δεν χωρούσαν στην πλάτη του.  Σήμερα, πρέπει να ακολουθήσουμε την ευρωπαϊκή μόδα.  Μπορούμε άφοβα να διαβούμε τη διπλανή σύγχρονη γέφυρα.
Η δεξιά όχθη του ποταμού παραμένει πάντα ίδια. Λίγα μέτρα αργίλου ορθώνονται σ’ ένα πρανές στεφανωμένο με βράχια.  Η πλαγιά αυτή είχε χωράφια με καλαμπόκι, καπνό και πολλές φορές κοπάδια πρόβατα ή κατσίκια.
Στα αριστερά όμως ο Μπογδάνας έχει απότομη  βραχώδη ανωφέρεια, ακαλλιέργητη, χρήσιμη μόνο την εποχή των αλωνιών.  Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη αίγλη έδωσε σ’ αυτό το γερασμένο βράχο το κτίσιμο ενός παρεκκλησίου.
Οι νέοι του χωριού οι γεννηθέντες το έτος 1965 τιμώντας την αγία και καθαρή ζωή του Αγίου Νεομάρτυρα Νικήτα, προέβησαν στην κτίση παρεκκλησίου στο όνομά του.
Κτισμένο στο γραφικό τοπίο στην αριστερή όχθη του Μπογδάνα στη μνήμη των αθάνατων προγόνων μας, με θέα τις γύρω πλαγιές του Τσούγλας και της Κιάντας, γεμίζει με εικόνες την πορεία μας ενώ την βάση του γλύφει ο Μπογδάνας.
Μικρό και γραφικό κτίσμα, χωρίς την τυπική και συνήθη μορφή των εκκλησιών, βρίσκεται μέχρι σήμερα στην επικαιρότητα γιατί απολαμβάνει της συνεχούς φροντίδας των κτητόρων του. 
Το μέρος ενώνει και συνδυάζει πρωτοποριακές μεθόδους οικολογίας και διατήρησης της μνήμης. Η απήχησή του είναι το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού.
Πάνω στην αριστερή βραχώδη πλευρά του πρανούς ένα αδιόρατο μονοπάτι ανεβαίνει με ζιγκ-ζαγκ, αναρριχάται υποβασταζόμενο από κορμούς ξεραμένων δένδρων και μας φέρνει σε λίγο στο μέσον της πλαγιάς σ’ ένα σύμπλεγμα απότομων μονοπατιών.   Το ποτάμι κυλά στο βάθος πάνω από εκατό μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μας. Μια σειρά από λόφους, καθένας ψηλότερος από τον προηγούμενο, φαίνονται μπροστά μας καθώς ανηφορίζουμε.  Έχουν όλα τα σχήματα και τις αποχρώσεις από σταχτί, γαλάζιο, κόκκινο της φωτιάς μέχρι κόκκινο της πορφύρας, πλουμισμένα με πράσινα μπαλώματα βλάστησης.  Το μονοπάτι ελίσσεται ανάμεσα από αυτά τα παρδαλά υψώματα.  Ασημένιος κυλά στη βάση τους ο Μπογδάνας.  Ο ανατέλλων ήλιος ρίχνει τις λαμπρές ακτίνες του στο μικρό καταρράκτη με το γάργαρο νερό που λαμποκοπούν ενώ ο θόρυβος του νερού ακούγεται από το ρέμα.
Η αργή ανάβαση του μονοπατιού και η σταθερή του κατεύθυνση προς τα βόρεια σβήνουν στις αναρίθμητες στροφές που διαγράφει, για να παρακάμψει τις διογκώσεις των βράχων.  Το μονοπάτι πότε γίνεται φαρδύτερο, πνιγμένο στα αγριόχορτα και στην πυκνή βλάστηση όπου, μπερδεύονται άνθρωποι και ζώα και άλλοτε μια λεπτή κορδελίτσα, κρεμασμένη πάνω από μια τσουλήθρα με υποστήριγμα την ασθενική συνοχή του χώματος ή μερικά παλούκια. 
Αν δεν ήμαστε αναγκασμένοι να προσέχουμε το κάθε μας βήμα, θα μπορούσαμε να χαρούμε, την αναμφισβήτητη μεγαλοσύνη και γλυκύτητα του ορεινού αυτού τοπίου.  Κάνοντας μια τελευταία παράκαμψη ενός χωματόλοφου που βρίσκεται μπροστά μας αποχαιρετούμε το ποτάμι που δείχνει μακριά και μας καλοδέχεται το πεζούλι στο πηγάδι του Τζούλου, για μια ολιγόλεπτη ξεκούραση και ένα Θεόσταλτο ξεδίψασμα.
Καθισμένος στο πεζούλι προσπαθώ να ανασύρω εικόνες και ψηφίδες που συνθέτουν την παλιά καθημερινότητα. Τότε που το  μονοπάτι που οδηγούσε στα πηγάδια και στο ποτάμι έσφυζε από  παιδιά που πήγαιναν  να πάρουν το πιόμα της μέρας, ενώ για το πλύσιμο των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων οι γυναίκες κατηφόριζαν στον Μπογδάνα.  Συνέχιζαν την πορεία τους κατά μήκος της όχθης του μέχρι να βρουν ελεύθερες και καλά σμιλεμένες πέτρινες λιμνούλες και υδρορροές έργα του καλλιτέχνη Μπογδάνα, ο οποίος διευκόλυνε με τον τρόπο του το πλύσιμο και το στέγνωμα.   Σε πολλά σημεία το μονοπάτι ήταν σκαμμένο σε συμπαγή βράχο και σε μερικά σημεία δεν ήταν φαρδύτερο από μισό μέτρο, όλο στροφές, σε πολλά σημεία ανέβαινε και φαινόταν το ποτάμι σαν φίδι.   Σε άλλα σημεία ήταν κομμένο από τον απότομο βράχο και έπρεπε να περάσουν απέναντι με προσοχή για να μη τους παρασύρει το ρέμα. 

Το πώς ανέβαιναν το στενό και απότομο μονοπάτι της επιστροφής εκείνες οι ηρωικές γυναίκες ισορροπώντας στο κεφάλι τους τη στάμνα  ή τη σκάφη με τα πλυμμένα,  είναι άξιο απορίας. Τα μονοπάτια της Λιγκοβάνης ήταν κακοτράχαλα και δύσβατα για όσους δεν είχαν συνηθίσει από τα παιδικάτα τους να περπατούν σ’ αυτά  Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες.  Η θύμησή μου δεν μπορεί παρά να είναι θύμηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα.  Η ράτσα αυτή είναι από φυσικού της όμορφη.  Η δουλειά στα χωράφια έχει τσακίσει τη ραχοκοκκαλιά τους έχει καμπουριάσει τους ώμους, τις έχει βαρύνει τα μέλη.  Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλό τους και έσβησε το βλέμμα τους.
Επιτέλους, απαλλασόμαστε από το σύμπλεγμα των μονοπατιών και βρισκόμαστε στον δρόμο που οδηγεί στα πρώτα σπίτια. Ο δρόμος μας τώρα είναι οριζόντιος.  Στις δύο πλευρές του είναι κτισμένα σπίτια ενώ οδηγεί στην πλατεία του μαχαλά.
Ο δρόμος είναι πολύ στενός και σε μερικές περιπτώσεις περνά δίπλα από τις στέγες των σπιτιών.  Όλα τα κτίσματα είναι από πέτρα και ανάμεσα στα σπίτια βλέπεις περιβόλια με οπωροφόρα δένδρα.
Πέρα από τις μιζέριες και τα πισωγυρίσματα του αιώνα τίποτε δεν μπορεί να κλονίσει την πορεία της Λιγκοβάνης.  Ανεβαίνει με το φωτοστέφανο της δόξας έτοιμη για να την παραλάβουν οι απόγονοι.
Το έδαφος της μπορεί να το λεηλάτησαν οι Λατίνοι, να το κατέλαβαν οι Τούρκοι, να το κατέκλυσαν οι Βούλγαροι.  Όλων των ειδών οι δυνάστες πέρασαν από δω και εξαφανίστηκαν ύστερα από βασιλεία εφήμερη και η Λιγκοβάνη ξαναγεννιόταν πιο ισχυρή, το γένος εξακολουθούσε να επιζεί.
Μπορεί η δύναμη να γνωρίζει μέρες θριάμβου, οι μέρες αυτές όμως είναι μετρημένες από την αιώνια δικαιοσύνη, και τι σημασία έχουν μερικές ημέρες κακουχίας, όταν έχεις μπροστά σου την αιωνιότητα;


ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ




ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ


Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΜΠΑΚΑΛΗΔΕΣ - ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ

Το μπακάλικο το Δ. Χάντα (Διακρίνονται: Λιόκας Λ., Νώττας Ε., ΧάνταςΔ., Ασδρές Μ.)
Προχωρώντας δικαιωματικά την περιπλάνησή μου στον πολύμορφο κόσμο των επαγγελμάτων και των επαγγελματιών κάνω μια στάση σε ποιον άλλο; Παρά  στους «τα πάντα πωλούνται», δηλαδή τους παντοπώλες και τα παντοπωλεία.
Η καθημερινή λαϊκή ορολογία της εποχής ήταν βέβαια διαφορετική, «μπακάληδες» και «μπακάλικα» (από το αραβοτουρκικό bakkal).   Στην Ξυλόπολη υπήρχαν πολλά τέτοια, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα και μερικά ενδιάμεσα.  Αυτά ήταν:  του Ι. Χάντα, του Δούνδη, του Γάϊρου, του Χατζηιωάννου, του Χ. Χάντα, του Κατάρα, του Δ. Χάντα (Προύτσα), του Χ. Χάντα, του Β. Τραγιαννίδη και της κυρά-Κατίνας.
Το μπακάλικο του Βαγγέλη (Τραγιαννίδης Ε.-Λίμος Λ.)
Ο μπακάλης ήταν «δικός μας άνθρωπος». Τον ξέραμε, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του. Μας ήξερε κι αυτός, με τις ανάγκες και τις δυνατότητές μας. Τον εμπιστευόμασταν και μας καταλάβαινε.  Άκουγε με κατανόηση το «δεν έχω τώρα, γράψ’ τα και στα δίνω αργότερα» κι είχε την υπομονή να περιμένει τα χρωστούμενα. Του λέγαμε «καλημέρα» και μας χαμογελούσε, ακόμα κι αν ήταν στενοχωρημένος.  Όχι γιατί σκεφτόταν πως «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», αλλά γιατί είμαστε γνωστοί του.  Αλλά κι όταν νευρίαζε, επειδή καθυστερούσαμε πολύ να ξεπληρώσουμε τα «βερεσέδια», φρόντιζε να μας το υπενθυμίζει χωρίς να μας προσβάλλει για την οικονομική αδυναμία μας. Το πολύ-πολύ να μας ψιθύριζε στ' αυτί πως «το τεφτέρι γέμισε και κάτι πρέπει ν' αρχίσουμε να σβήνουμε». Ήθελε το κέρδος, αλλά δεν ήταν αχόρταγος και δεν «πατούσε επί πτωμάτων». Υπήρχαν και παραδόπιστοι, βέβαια, αλλά ήταν εξαιρέσεις.
Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες, τα ζυμαρικά, τον ρουχισμό και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς.
Ο Δ. Χάντας εν δράσει.
Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.
Σήμερα, με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ, τα μπακάλικα χάθηκαν. 
Το μπακάλικο του Βαγγέλη όπως είναι σήμερα.
       Στον μαχαλά μου μεσουρανούσε το μπακάλικο του «ΒΑΓΓΕΛΗ». και τι δεν ήταν αυτός ο Βαγγέλης.  Πίσω από το όνομα του μπακάλη κρυβόταν ο γιατρός, ο μηχανικός, ο ρήτορας, ο παιδονόμος, ο εξομολόγος και ό,τι βάλει ο νους σου. 
Τα βράδια η μυρωδιά του τυριού, της λακέρδας, της ρέγκας και του μπακαλιάρου τραβούσε σαν μαγνήτης τους ξεροσφύριδες που με συνοδεία ένα «κατοσταράκι» ούζο δίπλα στα βαρέλια του λαδιού και του φωτιστικού πετρελαίου έσβηναν τον κάματο της βασανιστικής ημέρα.  Μυρωδιές και εικόνες μια άλλης εποχής η οποία όμως έχει εκλείψει.  
Η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού και του χύμα λαδιού ήταν διάχυτη παντού.  Τα τσουβάλια με τα όσπρια τα οποία αποτελούσαν και τα καθίσματα των θαμώνων ανέδυαν ένα πλήθος οσμών.  Το πράσινο σαπούνι για λούσιμο, για μπάνιο στη σκάφη, ROL σκόνη μικρό κουτί (για οικονομία) για πλύσιμο ρούχων σε συνδυασμό με μια πλάκα μεγάλη άσπρο σαπούνι από ποτάσα, ένα μπουκάλι χύμα λάδι και μια ρέγκα από το ξυλοκιβώτιο λίγο μεγαλούτσικη για να φτουρίσει αποτελούσαν τα συνηθισμένα ψώνια.
Πλύσιμο στη σκάφη.

       Σήμερα σιγά-σιγά κατηφορίζω το δρόμο για να φτάσω στο μπακάλικο του Βαγγέλη, κοιτώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά τα λίγα παλιά σπίτια και προσπαθώντας να βάλω με τη φαντασία μου στη θέση τους τις εικόνες που έχω βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου.  
Μπροστά μου ξετυλίγονται αυλόπορτες που άνοιγαν ξαφνικά, γνωστά πρόσωπα που χαμογελούσαν.  Άκουγα γέλια και έβλεπα τους σεβάσμιους γέροντες με το κομπολόι στο χέρι να στρίβουν τα μουστάκια τους  στηριζόμενοι στο μπαστουνάκι.  Και μου φαίνεται πως όλα αυτά είναι ζωντανά, πως δεν έχουν χαθεί για πάντα, πως ο χρόνος δεν τα έχει σαρώσει κι ότι το άρωμα εκείνης της εποχής πλανάται γύρω μου και μου γαργαλά τα ρουθούνια.
Τόσο αληθινές μοιάζουν αυτές οι θύμησες αυτή την ώρα, τόσο γλυκιά είναι η νοσταλγία που με πλημμυρίζει, ώστε εκλιπαρώ το όραμα να μην με αφήσει. Τώρα που φτάνω μπροστά στο μπακάλικο αντικρίζω ένα ερείπιο. Τίποτε δεν είχε απομείνει από την αλλοτινή εποχή. Τίποτε που να μου θυμίζει εκείνες τις ευτυχισμένες μέρες  που ήμασταν πιτσιρίκια, με τα γέλια και τα κλάματα μιας φτωχής αλλά απλόχερης ζωής. Οι άνθρωποι γκρέμισαν τα χαμόσπιτα, χάθηκε και το άρωμα του βασιλικού, οι φωνές των παιδιών, τα μαλώματα των κυράδων, τότε που άλλαζες δυο κουβέντες και μάθαινες τα νέα της γειτονιάς απέξω κι ανακατωτά.
Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος κάποτε, πριν πολλά χρόνια. Όταν τα μετρώ μου φαίνονται τόσο πολλά.  Κι όμως τα θυμάμαι όλα τόσο ξεκάθαρα, σαν να  ’ταν μόλις χθες.
Μετά το σούρουπο, όλοι οι άντρες, νέοι και γέροι της γειτονιάς ανηφόριζαν προς το μπακάλικο.  Έπαιρνε ο καθένας τη θέση του και άρχιζε η συνεδρίαση.  Στην αρχή όλοι ήταν λιγομίλητοι. μετά το δεύτερο-τρίτο ποτηράκι θαρρείς και λύνονταν η γλώσσα τους.
Πρώτος έπαιρνε το λόγο ο μπάρμπα-Αντρέας, ζωέμπορας και χασάπης που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. 
Ακολουθούσε ο μπάρμπα-Μήτσος, μάστορας, που δεν μπορούσε κανείς να τον παραβγεί στην οινοποσία ήταν και ο μόνος που έπινε χύμα ρετσίνα.  Με τη λήξη της συνεδρίασης και όταν το φεγγάρι μεσουρανούσε έπαιρνε την κατηφόρα για το σπίτι έχοντας παραμάσχαλα μια ντραμιτζάνα για συμπλήρωμα.  
Τρίτος στη σειρά κατέφθανε ο μπάρμπα-Γιώργης, άνθρωπος του μέτρου.  Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο, μαυρισμένο από τον καυτό ήλιο, ο λαιμός του κατάλευκος γιατί τον προστάτευε κατά τη διάρκεια της μέρας μ’ ένα κατάλευκο μαντήλι.  Με τα μακριά, κατακίτρινα δάκτυλα του, άναβε τα τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο.  Κάθε φορά έβγαζε αργά μέσα από τη μαύρη ζώνη του τη μεταλλική ταμπακέρα, την άνοιγε, έπαιρνε το τσιγάρο με δάκτυλα που τρέμανε και το πήγαινε στα τρεμουλιαστά χείλη του, αφού προηγουμένως πετούσε την παλιά γόπα.  Τοποθετούσε προσεκτικά την ίσκα πάνω στη βαθουλωτή τσακμακόπετρα, τη χτυπούσε στην πέτρα του πεζοδρομίου, κι όταν άναβε, την έφερνε στο καινούργιο τσιγάρο, ρουφούσε βαθιά τον καπνό, κι αμέσως τον πετούσε και τον σκόρπιζε στο φως του λουξ, γαλανό, ασημένιο.  Καθόταν αναπαυτικά πάνω στο δεξί του πόδι που το είχε διπλωμένο ενώ για καρέκλα είχε το τσουβάλι με τα φασόλια κι έλαμπε σαν άγαλμα μέσα στο τρεμάμενο λιγοστό φως. 
Πότε σέρνοντας τα πόδια του πότε σκουντουφλώντας κατέφθανε και ο μπάρμπα-Νίκος, ο ασυναγώνιστος.  Σχεδόν ολημερίς καθόταν στο μικρό μπαξεδάκι, αφού το σπίτι του είχε μετατραπεί σε ιατρείο. η μπάμπω-Σόφω η γυναίκα του ήταν η μαία  και η ορθοπεδικός του μαχαλά.  Με το σούρουπο έπαιρνε την κατηφόρα για το μπακάλικο, ήταν ο καλαμπουρτζής της παρέας.  Καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα σχεδίαζε την παράσταση της Αποκριάς και κατένειμε τους ρόλους.  Σχεδόν πάντα είχε συνεργάτες τον Γούγο (Φαρούκ) και τον Κούη (Σαγκίου).
Τον θυμάμαι να φοράει ένα μακρύ πανωφόρι που έμοιαζε με σακάκι. Τα μανίκια του έφταναν σχεδόν ίσαμε τις άκρες από τα δάχτυλα των χεριών. Αυτά τα δάχτυλα ήταν βρώμικα από την απλυσιά και μελανιασμένα από το κρύο.  Ωστόσο, μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω, από τι ήταν μαύρα το πιο πολύ – από την απλυσιά ή από το κρύο.

Ο μπάρμπα-Άγγελος Κούης.

Τελευταίος κατέφθανε ο μπάρμπα-Άγγελος ο δάσκαλος.   Γερασμένος, με το μεγάλο κεφάλι, τα θολά γυαλιά, το γλυκό πρόσωπο, το ριγωτό παντελόνι, με λουστρίν παπούτσια, με την ασημένια χοντρή καδένα του ρολογιού, με το σακάκι που θύμιζε σμόκιν και το όμορφο μπαστουνάκι του. Ήταν μαλακός, γεμάτος μετριοφροσύνη. Μαλακός, με το ώριμο πρόσωπό του, τον καλό χαρακτήρα του. Αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε, με κουρασμένα μάτια καθόταν εκεί σε μια κόγχη.  Όλοι ξέρανε και βλέπανε την υπομονή του, το μαλακό χαρακτήρα του. Όλοι τον σεβόταν μικροί μεγάλοι.  Ο λόγος του ήταν ανεξάντλητος και σοφός.
Οι γέροι κάθονταν στα ξεθωριασμένα καφετιά τσουβάλια  και συζητούσαν για τα περασμένα.  Καθώς μιλούσαν, οι ιστορίες τους άρχιζαν να ξετυλίγονται, η γνωστή, συνηθισμένη λιτανεία  των απερίγραπτων τραγωδιών που έζησαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους που είχαν πέσει θύματα της βίας των Βουλγάρων και των Τούρκων, θείοι που είχαν ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου, τα νεογέννητα του Βασιλείου Βαγγέλη που πνίγηκαν στην κολυμπήθρα, ο πρόκριτος Χαριζάνης που δηλητηρίασαν οι Βούλγαροι, οι Γιουρούκοι που σκοτώθηκαν έξω από το χωριό και τόσα άλλα.
«Για πόσα χρόνια Έλληνες και Βούλγαροι στην Ξυλόπολη ζούσαν μέσα σε διενέξεις και αλληλοσκοτωμούς».
Συναγωνίζονταν για το ποιος θα πρωτοπεί τη δική του ιστορία.
Εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα εισέβαλε στο μπακάλικο και ο μπάρμπα-Λάζαρος μόνο για να ψωνίσει λίγο αλάτι και να φύγει στα γρήγορα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στους θαμώνες.   Ήταν βαρύκουος και συνεσταλμένος.  Δε χαιρετούσε  κανέναν, δε μιλούσε με κανέναν, δεν ενδιαφερόταν για τίποτε. Αισθανόταν ένοχος που η φύση του στέρησε την ακοή.
Λίγο πιο κάτω από το μπακάλικο του «Βαγγέλη» στην μικρή πλατειούλα βρίσκονταν το άλλο μπακάλικο του «Κατάρα».  Δίπλα του, τα αυτοσχέδια καθίσματα του χωρατά που περίμεναν τις πελάτισσες και στην απέναντι πλευρά της πλατείας το πηγάδι, στο οποίο οι γυναίκες ανεβοκατέβαζαν τις χειροκίνητες αντλίες προκειμένου να κουβαλήσουν στο σπίτι τους νερό για το  μαγείρεμα, ενώ τα τελευταία γαϊδουράκια με βαρυφορτωμένα σαμάρια έσερναν αργά τα βήματά τους επιστρέφοντας από την κουραστική μέρα.
Ο χωρατάς.

Δεν περνούσε πολύ ώρα και οι γυναίκες της γειτονιάς  μαζεύονταν και κάθονταν στην γκριντιά που εφάπτονταν στο σπίτι του μπάρμπα-Κώστα κι έπλεκαν τις μάλλινες κάλτσες και τις φανέλες της οικογένειας ή κεντούσαν τα τραπεζομάντιλα τα σεντόνια και τα μαξιλάρια της προίκας των κοριτσιών τους, ενώ τα παιδιά τους, σαν τα μελισσόπουλα, έπαιζαν χαρούμενα και ξέγνοιαστα γύρω τους, το κρυφτό, το τσελίκι και τα άλλα παιχνίδια τους, χωρίς τον φόβο του αυτοκινήτου.
Έγινε πια παρελθόν αυτή η γοητεία της γειτονιάς.  Οι γκριντιές και τα αυτοσχέδια καθίσματα εξαφανίστηκαν. Ο νεοπλουτισμός και η συνεχής ροή των αυτοκινήτων δεν επιτρέπει πλέον αυτήν την διέξοδο των γυναικών.
Έτσι, η παλιά γειτονιά, η τόσο όμορφη, ανθρώπινη, γραφική και ρομαντική, «πνίγηκε» στον πολιτισμό κι έγινε για τους παλιότερους μια ανάμνηση, γεμάτη νοσταλγία. Εκείνη την όχι και τόσο μακρινή εποχή, κάθε γειτονιά είχε την γραφικότητά της αλλά και τις ομοιότητές της.  Όλη η γειτονιά ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια, που διακρίνονταν για την αγάπη και την αλληλεγγύη των ανθρώπων της.  Χαιρόντουσαν όλοι για κάθε ευχάριστο γεγονός και λυπόντουσαν για όποιο δυσάρεστο συνέβαινε σε κάποιο γείτονα.
Στα άδεια καλντερίμια τις μεσημεριανές ώρες υπήρχαν πεταμένες φλούδες καρπουζιού.  Στη ζέστη, οι σφήκες με τα κόκκινα και τα κίτρινα δακτυλίδια στην κοιλιά, αλλά και οι μέλισσες, ακουμπούσαν πάνω τους για μια στιγμή, πετούσαν, ξαναγυρνούσαν, ξαναπετούσαν. Λεύτερες, δίχως να φοβούνται τους περαστικούς.
Πού και πού διέσχιζε τον δρόμο τρέχοντας κανένα ξυπόλητο πιτσιρίκι.  Ξυπόλητο και μισόγυμνο.  Λιγνό, σαν ξυλένιο.  Λες ότι σε λίγο, όταν κατηφορίσει με το μπουκάλι το λάδι στο χέρι αν κάνει πως θέλει να το στηρίξει απάνω του, τα καλαμένια αυτά ποδαράκια θα κάνουν κρακ και θρυμματιστούν σα γυάλινα. Μα πάλι, τούτο το κορμάκι το τόσο μικρό και στεγνωμένο, σε λίγο θα το εμπιστευτούν να πάει με το γαϊδουράκι στο χωράφι να μεταφέρει νερό, προσανάμματα και ξύλα για το χειμώνα.  
Ακολουθώντας την μικρή κατηφόρα φτάνουμε στην μικρή πλατεία. Στη διακλάδωση που ανοίγεται μπροστά μας ακολουθούμε τη δεξιά ροή του δρόμου και περνώντας από τη γραφική πετρόκτιστη γεφυρούλα βρισκόμαστε στο φρύδι της λοφοπλαγιάς, όπου μας υποδέχεται άλλος μαχαλάς. Στο σημείο εκείνο και ακολουθώντας τη δεξιά πορεία περνάμε μια όμορφη ρεματιά που μας φέρνει  σε μια διχάλα, ακολουθώντας πάλι δεξιά πορεία οδηγούμαστε στο άλλο μπακάλικο, του «ΠΡΟΥΤΣΑ».
Οι γέροντες έξω από το μπακάλικο του Δ. Χάντα (Προύτσα).
Χτισμένο στην πλαγιά της λοφοπλαγιάς, δεσπόζει στην περιοχή του, προσφέροντας μοναδική θέα από τη θέση του προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο Δ. Χάντας (Προύτσας) ήταν μεγαλοκαταστηματάρχης αφού οι περισσότεροι πελάτες του ήταν από τη Ράβνα, ήταν και εξαγωγέας.    Στο πίσω μέρος το καταστήματος είχε ειδικό μέρος για να σταθμεύουν τα γαϊδουράκια και να ξεκουράζονται ύστερα από το κουραστικό ταξίδι του ερχομού απ’ το  γειτονικό χωριό.   Στην άλλη μεριά του δρόμου απέναντι ακριβώς από το μπακάλικο συντηρούσε σ΄ ένα παλιόσπιτο δύο ή και τρεις κατσίκες.  Η κυρά-Βανθώ τις φρόντιζε σαν παιδιά της προσφέροντας τους πάντα φρέσκα δενδρόφυλλα.   Οι διάλογοι της με τα ζωντανά ακουγόταν ίσαμε το σπίτι μας που απείχε αρκετά.   Ο δρόμος μπροστά από το μπακάλικο ήταν σε κακό χάλι, γεμάτος λάσπη.  Η κατοικία των κατσικιών είχε ντουβάρια σκασμένα και οι σοβάδες ήταν πεσμένοι, οι στέγες γερμένες και μισογκρεμισμένες.  Στους τοίχους και κάτω από τη σκεπή οι αγριομέλισσες είχαν κάνει φωλιές.  Οι αγριοπλάτανοι που περιστοίχιζαν το όλο κτίσμα ήταν γερασμένοι.  Τα πλατιά φύλλα τους, σκονισμένα καθώς ήταν μοιάζανε με βελούδινα.  Ενώ οι λίγες αγριοδαμασκηνιές με τα άνθη τους επιβάλλονταν στο όλο τοπίο.  Εκατοντάδες μέλισσες πετούσαν όλες μαζί, ζουζούνιζαν, κάθονταν μαζεμένες πάνω στα λουλούδια. 
Ο Δ. Χάντας στην πόρτα του μπακάλικου.
  
Οι μέλισσες με τα διάφανα φτερά κάθονταν στα φλόγινα λουλούδια και μένανε ακίνητες.   Από τον έρημο δρόμο, πηγαινοέρχονταν κάπου-κάπου άνθρωποι, άλογα και γέρικα γαϊδουράκια κοιτάζοντας γύρω νοσταλγικά, μέσα στην εγκατάλειψη και την ησυχία. Ίσως και να σκέφτονταν ή και να νοσταλγούσαν κάτι που εμείς ποτέ δε θα καταλάβουμε.
Ο δρόμος μπροστά από το μπακάλικο ήταν έρημος μονάχα το μεσημέρι, ενώ τα πρωινά, τα απογεύματα και κατά τη δύση του ηλίου ζωήρευε με μεμιάς.  Στη γειτονιά υπήρχαν πολλά παιδιά τα οποία είχαν το χούι να κυνηγούν τα κοράκια.  Όλη αυτή η τσακαλοπαρέα, μέλος της οποίας ήμουν κι’ εγώ ανεβαίναμε τις νύχτες στα ντουβάρια ή σκαρφαλώναμε για να βρούμε τις φωλιές με τα νεογέννητα.  Συχνά πέφταμε από τα ντουβάρια και κτυπούσαμε χέρια, πόδια και καμιά φορά τα κεφάλι

Σήμερα, πλησιάζοντας το μπακάλικο, ξαφνιάζομαι όταν οι ακαθόριστες μορφές μορφοποιούνται ακαριαία μπροστά μου και βλέπω ολοζώντανους τους καλούς γέροντες. τον μπάρμπα-Γιώργο, τον μπάρμπα-Πασχάλη (Πάτσο), τον μπάρμπα-Πασχάλη (Τζατζιά), τον μπάρμπα-Θανάση, τον μπάρμπα-Γιάννη, τον μπάρμπα-Πέτρο και τόσες άλλες επιβλητικές παρουσίες καθισμένους στην πρόσοψη του μπακάλικου με ύφος αυστηρό, λιγομίλητους να συζητούν πως θα ξεπεράσουν την σκόπελο του χειμώνα.  Τον μπάρμπα-Πασχάλη τον Τζιτζιά βέβαια τον σκότιζε περισσότερο και ήταν μεγάλος μπελάς  εκείνο το καταραμένο πόδι του που τον κρατούσε σχεδόν καθηλωμένο και τον εξανάγκαζε να κυνηγά καβάλα στο γαϊδουράκι.
Αξύριστοι με τραχιά επιδερμίδα. Τα πρόσωπά τους ξερά, στεγνά σαν αγιασμένα. Μια φούχτα κόκαλα.  Να κάθονται άλλοι οκλαδόν στο μικρό πεζούλι και άλλοι σε κανένα τσουβάλι με όσπρια, τσιμπολογώντας καμιά ελιά ή κανένα στραγάλι να κατεβάζουν τα ουζοπότηρα, παρακολουθώντας ταυτόχρονα μέσα από σύννεφο καπνού που ανέδυε ο λουλάς τους, τους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο μικρό μπακάλικο.




Διαφημήσεις εποχής.


Ο καθένας με ευλάβεια περίμενε τη σειρά του για να πάρει το λόγο.  Ιεροτελεστία.  Κατά τα μεσάνυχτα οι κουβέντες  στέρευαν. Μονάχα ο βήχας αντηχούσε και τότε έπαιρναν τα δαιδαλώδη μονοπάτια ο καθένας για το σπίτι του.
Στο εσωτερικό επικρατούσε σχεδόν σκοτάδι, το λιγοστό φως του λουξ, θαμπό γλιστρούσε μέσα απ’ τα παράθυρα.  Καθώς τα μάτια προσαρμόζονταν στο σκοτάδι, μπορούσες να διακρίνεις ένα θολωτό δωμάτιο, στους τοίχους του οποίου ήταν στοιβαγμένα  διάφορα τόπια με ύφασμα και πάνω στον πάγκο η ζυγαριά, οι σέσουλες και μικροποσότητες εμπορευμάτων.
Ανεβαίνοντας το δρόμο προς την κορυφή του λόφου φτάναμε στη διακλάδωση απ’ όπου η δεξιά στροφή μας οδηγούσε προς την πλατεία του χωριού. Στη γωνία βρισκόταν το ταχυδρομείο και απ’ έξω σταθμεύανε τα άλογα, έτοιμα να φορτώσουν την αλληλογραφία και να ξεκινήσουν το επίπονο ταξίδι για τα γύρω χωριά.  Σε πολύ μικρή απόσταση και στα δεξιά μας συναντούσαμε το Σχολείο έρημο, εγκαταλειμμένο και στα έγκατά του θαμμένη την ιστορία της Λιγκοβάνης.
Είχε δύο αίθουσες και ήταν τετρατάξιο δημοτικό.  Κατά την εποχή του αγώνα οι Έλληνες κράτησαν τη μία αίθουσα και οι Βούλγαροι την άλλη. Στην νότια πλευρά και κάτω από την στέγη βρισκόταν εντοιχισμένη πλάκα με ανάγλυφο σταυρό που πάνω δεξιά του έφερε την χρονολογία 1874.
Προχωρώντας στο άτσαλο καλντερίμι φτάναμε στην βορινή είσοδο της πλατείας. Στο μικρό οροπέδιο που σχημάτιζε συναντούσαμε πρώτο και στα δεξιά μας το μπακάλικο του μπάρμπα-Πέτρου, στενόμακρο και ημισκότεινο.  Δεν έβλεπε ούτε άκουγε καλά και όταν καταλάβαινε ότι πλησιάζαμε κραύγαζε για να μας φοβίσει, η δε συνηθισμένη του έκφραση ήταν «φύγετε γιατί θα σας κόψω το λιλί», ενώ ταυτόχρονα μας επιδείκνυε ένα μαχαίρι. 
Σε δεσπόζουσα θέση στην αριστερή πλευρά του δρόμου και με πρόσοψη στην πλατεία, ήταν κτισμένο το «Βακούφκου», μεγαλόπρεπο κτίριο, το οποίο στέγαζε το μπακάλικο του μπάρμπα-Γιώργη, το γραφείο της εκκλησίας και τον συνεταιρισμό. 
Εδώ στην πλατεία περιπλανιόμασταν μικρά μέσα στα σκοτάδια, αλλά και στα γύρω στενά και σκοτεινά δρομάκια, περιμένοντας να αραδιάσουν οι μπακάληδες τα άδεια καφάσια από τα σταφύλια και εμείς τα μικρά να μαλώνουμε ποιος θα πρωτοαρπάξει τις πληγωμένες αλλά και σάπιες ρόγες που είχαν απομείνει.
 Στην άλλη πλευρά της πλατείας στην αρχή του δρόμου που οδηγούσε προς τον Άη-Γιώργη βρισκόταν κατά σειρά τα άλλα δύο μπακάλικα, του μπάρμπα-Θανάση και του μπάρμπα-Γιάννη.
Ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν μετρίου αναστήματος, με μαύρα μαλλιά, σχεδόν αδύνατος μεσήλικας. Ήτανε μελαγχολικός, τις περισσότερες φορές θλιμμένος και φαινότανε πικραμένος και λυπημένος για κάτι, μα με πολύ αποφασιστικό ύφος. 
Αντιθέτως ο μπάρμπα-Θανάσης, ο θείος μου, αεικίνητος δεν μπορούσε να μείνει στην καρέκλα του. Ολοένα σηκωνόταν, καθόταν, πήγαινε από τη μια άκρη το πάγκου στην άλλη, στύλωνε τα μάτια του στο άπλωμα της πλατείας και κατόπιν γύριζε βαριεστημένος στη θέση του.
Τα παντοπωλεία βρίσκονταν σε κομβικά σημεία του χωριού, ώστε να είναι προσβάσιμα για τους καταναλωτές. Για την προσέλκυση πελατών, έβαζαν έξω από το μαγαζί τους διάφορα προϊόντα που λειτουργούσαν ως «κράχτες», ενώ η διαφήμιση γινόταν «από στόμα σε στόμα».
Η όμορφη πλακόστρωτη πλατεία με τα μπακάλικα, τα καφενεδάκια, τον αστυνομικό σταθμό, το ειρηνοδικείο, δέναν αρμονικά στο κέντρο του χωριού.
Πετρώδης και άνυδρος μα με ξεχωριστή ομορφιά τούτος ο τόπος.  Δύσκολη η ζωή σε προηγούμενες εποχές που ήταν εξαρτημένη από τη σοδειά του σιταριού, του καλαμποκιού και του καπνού.  Αποστάγματα πολύτιμα αυτού του τόπου τα αρτυμένα από τον καθάριο αέρα του Βερτίσκου και του ιδρώτα των ανθρώπων του, προϊόντα όπως το γάλα και το μέλι.  Γέννημα και θρέμμα της άνυδρης γης το πλιγούρι και το ψωμί.
Οι άνθρωποι του τόπου με τα ρόδινα μάγουλα και τις ξερακιανές μορφές θραφήκανε και επιβιώσανε μέσα σε δύσκολους καιρούς.
Λένε πως ο άνυδρος τόπος έχει πιο έντονη ζωή, η ομορφιά του είναι πιο λιτή, πιο προσιτή για να νοιώσεις ευχάριστες στιγμές και για να ανακαλύψεις, για λίγο έστω, τη χαμένη ευτυχία.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΞΥΛΟΠΟΛΗ


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΓΑΜΟΥ ΣΤΗΝ ΞΥΛΟΠΟΛΗ



Η νύφη στολίζεται από τις φιλενάδες της.
 

Ο πατέρας οδηγεί την κόρη στην έξοδο.


Η κόρη αποχαιρετά τον πατέρα της.


Η κόρη αποχαιρετά τη μητέρα της.
 
Ο πατέρας σέρνει τον χορό.

Ο χορός συνεχίζεται.

Ο πατέρας οδηγεί τη νύφη στην εκκλησία.


Ακολουθούν οι φιλενάδες της νύφης.


Ο  ΓΑΜΟΣ  ΣΤΗΝ  ΞΥΛΟΠΟΛΗ

Ο γάμος στη Λιγκοβάνη διαρκούσε μία εβδομάδα.  Άρχιζε από Δευτέρα και τελείωνε την άλλη Δευτέρα, με γλέντια και χορούς.  Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι γάμοι γίνονταν με προξενιό.  Η νύφη και ο γαμπρός ήταν επιλογή των γονιών.  Αν συμφωνούσαν οι γονείς άλλαζαν «μικρό σημάδι».  Το κορίτσι χάριζε ένα «μαντήλι κεντημένο» και το αγόρι χάριζε στο κορίτσι μια «δούμπλα» χρυσαφικό ή μία λίρα με αλυσίδα και ορίζανε τους επίσημους αρραβώνες.  Μέχρι τότε, το κορίτσι ετοίμαζε ιδιόχειρα δώρα που θα δώριζε στο συμπεθεριό, κάλτσες, μαντήλια, πετσέτες υφαντές, πουκάμισα και ζωνάρια στον πεθερό και στην πεθερά.
Ο γαμπρός, το «παιδί», ετοίμαζε αλυσίδα με φλουριά και λίρες ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, βέρες, δακτυλίδια, παπούτσια, παντόφλες, στραγάλια και κουφέτα.
Στους επίσημους αρραβώνες τους «μεγάλους» όπως τους αποκαλούσαν η νύφη δώριζε και στους συγγενείς του γαμπρού.  Ακόμη έβαζε στο πέτο λουλούδια.  Τότε ορίζανε σε ποια γιορτή ή σε ποια εποχή θα γένει ο γάμος.
Μέχρι να γίνει ο γάμος η νύφη ετοίμαζε πάλι δώρα.  Την εβδομάδα του γάμου και συγκεκριμένα την Δευτέρα, ο γαμπρός μ’ ένα μπουκάλι ούζο, στραγάλια και κουφέτα πήγαινε στον κουμπάρο να του αναγγείλλει τον γάμο.  Ο γαμπρός έκλεινε τα όργανα, που για την εποχή εκείνη τα καλύτερα ήταν οι ζουρνάδες από την Τζουμαγιά, Ηράκλεια.
Την Τετάρτη, στο σπίτι του γαμπρού, ετοίμαζαν τα επτά πρωτόψωμα, τα οποία ζύμωναν κορίτσια από την γειτονιά.  Πριν από το ζήμωμα, έδιναν σ’ ένα αγοράκι ένα σκεπάρι, να κτυπήσει το δοκάρι του σπιτιού λέγοντας τρεις φορές:
«Τοκ τοκ κορίτσι και παιδί (εννοούσαν τον γαμπρό) στερεωμένοι νάναι»
Τα κορίτσι ζύμωναν και τραγουδούσαν:
«Μαύρα μου χελιδόνια από την αραπιά
άσπρα μου περιστέρια από τον τόπο μας
ότι ψηλά πετάτε για χαμηλώσετε
να γράψω ένα γράμμα και μια ψηλή γραφή
να γράψω στην καλή μου, να μην με καρτερεί,
και αν θέλει να καρτερήσει και αν θέλει να παντρευτεί
Τούρκο άνδρα να μην πάρει, να μην στεφανωθεί».
Μέχρι να ωριμάσει το ψωμί, καθάριζαν τα φασόλια, το ρύζι, τις πατάτες και ετοίμαζαν το φαγητό τραγουδώντας όλοι.  Έπλαθαν μικρά κουλουράκια, στόλιζαν το επτά πρωτόψομα με διάφορα σχέδια σε κάθε ταψί (φεγγάρι, ήλιο, ουρανό με τα άστρα και το σταυρό.  Έως ότου ψηθούν τραγουδούσαν και χόρευαν.  Ένα από τα τραγούδια ήταν και αυτό:
«Δεν λαλείς μικρό μου αηδόνι
το πρωί με τη δροσιά
λάλα αηδόνι μου γλυκό.
Να ξυπνήσεις τον νιόν μου
που είναι στα ψηλά βουνά
εις τον γέρο Όλυμπο
να του πεις γλυκό μου αηδόνι
να θυμάται την ευχή, την ευχή της μάνας του.
Αν δεν διώξεις τους Βουλγάρους
μάνα του δεν θα είμαι πιά, ούτε Μακεδόνισσα».
Στη συνέχεια ράντιζαν με ζαχαρωτό νερό τα ψωμιά, τα χόρευαν και τα μοίραζαν σ’ όλο το χωριό, σαν προσκλητήρια.  Και όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν να δουν την προίκα  του γαμπρού και του δώριζαν αλεύρι, ρύζι, φασόλια και άλλα.
Το ίδιο γινόταν στο σπίτι της νύφης, την Παρασκευή.  Όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν να δουν τα προικιά της, που ήταν φτιαγμένα από το χέρι της νύφης.  Και το βράδυ μάζευαν την προίκα της νύφης και την συγκέντρωναν στα μπαούλα.  Έβαζαν σε κάθε μπαούλο ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι, έριχναν ρύζι και χρήματα ότι ήθελε ο καθένας.
Μέχρι να μαζέψουν την προίκα της νύφης, τραγουδούσαν.
«Δεν σου είπα μάνα δεν σ’ έλεγα
ξένον κόσμο μάνα μη μαζεύεις
γιατί ο ξένος σε γελάει
και σε παίρνει μάνα το κορίτσι
και σε αφήνει μάνα μοναχή σου.
Που ήσουν ψες και που θα μένεις
βράδυ ψες ήμουν εδώ και το βράδυ στα ξένα
όταν στρώνεις μάνα και κοιμάσαι
πάντα εμένα θα θυμάσαι.
Όταν στρώνω κόρη μου και κοιμάμαι
πάντα εσένα θυμάμαι».
Το απόγευμα του Σαββάτου, ένα αγόρι πήγαινε στο πηγάδι να φέρει το αμίλητο νερό να λουστεί η νύφη.  Και το βράδυ οι συγγενείς της νύφης, οι φίλες της «οι Λαζαρίνες», συγκενρώνονταν και γλεντούσαν.  Η νύφη είχε και δύο αγόρια συνοδούς τα «μπαϊρεκτάρια».  Και μετά τα μεσάνυχτα έρχονται από τον γαμπρό τα μπαϊρεκτάρια με κρασί για να ποτίσουν την νύφη.  Πρώτα κερνούσαν τις «Λαζαρίνες» και τελευταία τη νύφη, στέλνοντας μέσα στο ποτήρι ένα νόμισμα.
Κυριακή πρωί τα Μπαϊρεκτάρια έστηναν στην αυλή της νύφης ένα τηλεφωνόξυλο «το φλάμπουρο», βάζοντας ένα μαντήλι σ’ ένα ξύλο, ένα μήλο με λουλούδια και ένα ξύλινο σταυρό.
Στο σπίτι του γαμπρού, το Σάββατο γίνονταν μεγάλο γλέντι.  Από νωρίς ένα αγόρι πήγαινε στο πηγάδι, να πάρει το αμίλητο νερό.  Με τα νταούλια, οι συγγενείς του  γαμπρού και ο γαμπρός πήγαιναν στην πλατεία για να τον ξυρίσουν.  Φορούσαν στον γαμπρό, το μαντήλι που του είχε δωρίσει η νύφη, για να διακρίνεται.  Μετά έπαιρναν και  «το κουμπαριό» και χόρευαν όλη τη νύκτα.
Το απόγευμα της Κυριακής με δύο άλογα, ένα άσπρο και ένα κόκκινο πήγαιναν χορεύοντας να πάρουν την νύφη, κρατώντας μια σημαία που έγαφε «Καλορίζικα».
Ένα παιδάκι ανέβαινε στο τηλεφωνόξυλο, «στο φλάμπουρο» και φώναζε «κουμπάρε τάξε λεφτά, να πάρεις το μαντήλι και χορό ν’ αρχίσεις».  Ο κουμπάρος έταζε λεφτά, έπαιρνε το μαντήλι και την σημαία κι έσυρε πρώτος τον χορό.
Έπειτα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Κερνούσαν τον γαμπρό και τον κουμπάρο σαραϊλί.  Η κουμπάρα πήγαινε στο δωμάτιο της νύφης.  Οι φίλες της νύφης τραγουδούσαν.
«Έβγα μητέρα του παιδιού
και πεθερά της νύφης
χαιρέτησε τη νύφη σου και πες την καλημέρα
την νύφη μας την είχαμε σε γλάστρα λουλουδάκι
και τώρα την χαρίζουμε σ’ ένα παλικαράκι».
Άνοιγαν την πόρτα, στόλιζαν την νύφη κι έβγαναν έξω να χορέψουν.  Πριν αναχωρήσει η νύφη έκανε το σταυρό  της ενώ τα όργανα έπαιζαν λυπητερά «Φεύγω μανούλα μου γλυκειά αχ πάω στην ξενιτειά».
Στο άσπρο άλογο κάθονταν η νύφη και στο άλλο φόρτωναν την προίκα.  Η μάνα της νύφης έριχνε νερό για «να τρέχει η τύχη στη νύφη και στο γαμπρό».  Η νύφη πετούσε κουφέτα και κουλούρια για να τρων οι νεράϊδες και να μην την ακολουθούν.
Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού, η νύφη κατέβαινε από το άλογο και πετούσε την σημαία του γαμπρού πάνω στα κεραμίδια.  Μ’  ένα λαγίνι κρασί έλουζε το κεφάλι του αλόγου.  Χάϊδευε ένα αγόρι και ένα κορίτσι και η πεθερά μ’ ένα ψωμί φιλούσε την νύφη και οι δύο μαζί έμπαιναν στο σπίτι με το δεξί πόδι.  Ο ιερέας έκανε το μυστήριο, και ακολουθούσε γλέντι όλη νύκτα.  Ο κουμπάρος έπαιρνε το στεφάνι της νύφης (από κληματαριά, στολισμένο με λουλούδια και χρυσά τέλια) και το κρεμούσε σ’ ένα δένδρο της εκκλησίας. 
Και τη Δευτέρα χόρευαν όλοι μαζί καίγοντας την φορεσιά της πεθεράς και ο κουμπάρος εικονικά έκαιγε τις ψάθες.
Την Τετάρτη πήγαινε η νύφη στο πηγάδι να φέρει νερό συντροφιά μ’ ένα κορίτσι.  Έριχνε στο πηγάδι κουφέτα και στραγάλια, λεφτά, σταφίδες.
Την Πέμπτη πήγαινε στο ποτάμι να πλένει.  Το ίδιο έκανε κι εκεί.  Την Παρασκευή η νύφη καλούσε τους συγγενείς της και πήγαιναν στον κουμπάρο όπου χόρευαν και τραγουδούσαν.
Το Σάββατο πήγαινε μόνη της στη  μάνα της να λουστεί και την Κυριακή μαζί με τον γαμπρό πήγαινε στο πατρικό της με πίτα και φαγητό.
Όλα αυτά τα έθιμα γίνονταν μέχρι το 1940.














Είναι εκπληκτικό να αντιλαμβάνεσαι πόσο πολλά είναι τα πράγματα που φαίνονται απαραίτητα, που φορτώνουμε μ’ αυτά τη ζωή μας, ενώ θα μπορούσαμε εύκολα να τα αγνοήσουμε…..   Εκείνοι που θα καταφέρουν, παρά την επιβολή νέων, πολυάσχολων και απροσανατόλιστων γενεών, να διατηρήσουν την αγάπη στην περισυλλογή, καλά θα κάνουν να πραγματοποιούν πού και πού ένα ταξίδι στο χωριό τους, για να μαγευτούν τα μάτια, να εξαγνιστεί η ψυχή και να σκιρτήσει η καρδιά τους απ’ τις ξαναγεννημένες θύμησες στις γαλήνιες ερημιές.