Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΜΠΑΚΑΛΗΔΕΣ - ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ

Το μπακάλικο το Δ. Χάντα (Διακρίνονται: Λιόκας Λ., Νώττας Ε., ΧάνταςΔ., Ασδρές Μ.)
Προχωρώντας δικαιωματικά την περιπλάνησή μου στον πολύμορφο κόσμο των επαγγελμάτων και των επαγγελματιών κάνω μια στάση σε ποιον άλλο; Παρά  στους «τα πάντα πωλούνται», δηλαδή τους παντοπώλες και τα παντοπωλεία.
Η καθημερινή λαϊκή ορολογία της εποχής ήταν βέβαια διαφορετική, «μπακάληδες» και «μπακάλικα» (από το αραβοτουρκικό bakkal).   Στην Ξυλόπολη υπήρχαν πολλά τέτοια, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα και μερικά ενδιάμεσα.  Αυτά ήταν:  του Ι. Χάντα, του Δούνδη, του Γάϊρου, του Χατζηιωάννου, του Χ. Χάντα, του Κατάρα, του Δ. Χάντα (Προύτσα), του Χ. Χάντα, του Β. Τραγιαννίδη και της κυρά-Κατίνας.
Το μπακάλικο του Βαγγέλη (Τραγιαννίδης Ε.-Λίμος Λ.)
Ο μπακάλης ήταν «δικός μας άνθρωπος». Τον ξέραμε, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του. Μας ήξερε κι αυτός, με τις ανάγκες και τις δυνατότητές μας. Τον εμπιστευόμασταν και μας καταλάβαινε.  Άκουγε με κατανόηση το «δεν έχω τώρα, γράψ’ τα και στα δίνω αργότερα» κι είχε την υπομονή να περιμένει τα χρωστούμενα. Του λέγαμε «καλημέρα» και μας χαμογελούσε, ακόμα κι αν ήταν στενοχωρημένος.  Όχι γιατί σκεφτόταν πως «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», αλλά γιατί είμαστε γνωστοί του.  Αλλά κι όταν νευρίαζε, επειδή καθυστερούσαμε πολύ να ξεπληρώσουμε τα «βερεσέδια», φρόντιζε να μας το υπενθυμίζει χωρίς να μας προσβάλλει για την οικονομική αδυναμία μας. Το πολύ-πολύ να μας ψιθύριζε στ' αυτί πως «το τεφτέρι γέμισε και κάτι πρέπει ν' αρχίσουμε να σβήνουμε». Ήθελε το κέρδος, αλλά δεν ήταν αχόρταγος και δεν «πατούσε επί πτωμάτων». Υπήρχαν και παραδόπιστοι, βέβαια, αλλά ήταν εξαιρέσεις.
Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες, τα ζυμαρικά, τον ρουχισμό και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς.
Ο Δ. Χάντας εν δράσει.
Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.
Σήμερα, με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ, τα μπακάλικα χάθηκαν. 
Το μπακάλικο του Βαγγέλη όπως είναι σήμερα.
       Στον μαχαλά μου μεσουρανούσε το μπακάλικο του «ΒΑΓΓΕΛΗ». και τι δεν ήταν αυτός ο Βαγγέλης.  Πίσω από το όνομα του μπακάλη κρυβόταν ο γιατρός, ο μηχανικός, ο ρήτορας, ο παιδονόμος, ο εξομολόγος και ό,τι βάλει ο νους σου. 
Τα βράδια η μυρωδιά του τυριού, της λακέρδας, της ρέγκας και του μπακαλιάρου τραβούσε σαν μαγνήτης τους ξεροσφύριδες που με συνοδεία ένα «κατοσταράκι» ούζο δίπλα στα βαρέλια του λαδιού και του φωτιστικού πετρελαίου έσβηναν τον κάματο της βασανιστικής ημέρα.  Μυρωδιές και εικόνες μια άλλης εποχής η οποία όμως έχει εκλείψει.  
Η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού και του χύμα λαδιού ήταν διάχυτη παντού.  Τα τσουβάλια με τα όσπρια τα οποία αποτελούσαν και τα καθίσματα των θαμώνων ανέδυαν ένα πλήθος οσμών.  Το πράσινο σαπούνι για λούσιμο, για μπάνιο στη σκάφη, ROL σκόνη μικρό κουτί (για οικονομία) για πλύσιμο ρούχων σε συνδυασμό με μια πλάκα μεγάλη άσπρο σαπούνι από ποτάσα, ένα μπουκάλι χύμα λάδι και μια ρέγκα από το ξυλοκιβώτιο λίγο μεγαλούτσικη για να φτουρίσει αποτελούσαν τα συνηθισμένα ψώνια.
Πλύσιμο στη σκάφη.

       Σήμερα σιγά-σιγά κατηφορίζω το δρόμο για να φτάσω στο μπακάλικο του Βαγγέλη, κοιτώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά τα λίγα παλιά σπίτια και προσπαθώντας να βάλω με τη φαντασία μου στη θέση τους τις εικόνες που έχω βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου.  
Μπροστά μου ξετυλίγονται αυλόπορτες που άνοιγαν ξαφνικά, γνωστά πρόσωπα που χαμογελούσαν.  Άκουγα γέλια και έβλεπα τους σεβάσμιους γέροντες με το κομπολόι στο χέρι να στρίβουν τα μουστάκια τους  στηριζόμενοι στο μπαστουνάκι.  Και μου φαίνεται πως όλα αυτά είναι ζωντανά, πως δεν έχουν χαθεί για πάντα, πως ο χρόνος δεν τα έχει σαρώσει κι ότι το άρωμα εκείνης της εποχής πλανάται γύρω μου και μου γαργαλά τα ρουθούνια.
Τόσο αληθινές μοιάζουν αυτές οι θύμησες αυτή την ώρα, τόσο γλυκιά είναι η νοσταλγία που με πλημμυρίζει, ώστε εκλιπαρώ το όραμα να μην με αφήσει. Τώρα που φτάνω μπροστά στο μπακάλικο αντικρίζω ένα ερείπιο. Τίποτε δεν είχε απομείνει από την αλλοτινή εποχή. Τίποτε που να μου θυμίζει εκείνες τις ευτυχισμένες μέρες  που ήμασταν πιτσιρίκια, με τα γέλια και τα κλάματα μιας φτωχής αλλά απλόχερης ζωής. Οι άνθρωποι γκρέμισαν τα χαμόσπιτα, χάθηκε και το άρωμα του βασιλικού, οι φωνές των παιδιών, τα μαλώματα των κυράδων, τότε που άλλαζες δυο κουβέντες και μάθαινες τα νέα της γειτονιάς απέξω κι ανακατωτά.
Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος κάποτε, πριν πολλά χρόνια. Όταν τα μετρώ μου φαίνονται τόσο πολλά.  Κι όμως τα θυμάμαι όλα τόσο ξεκάθαρα, σαν να  ’ταν μόλις χθες.
Μετά το σούρουπο, όλοι οι άντρες, νέοι και γέροι της γειτονιάς ανηφόριζαν προς το μπακάλικο.  Έπαιρνε ο καθένας τη θέση του και άρχιζε η συνεδρίαση.  Στην αρχή όλοι ήταν λιγομίλητοι. μετά το δεύτερο-τρίτο ποτηράκι θαρρείς και λύνονταν η γλώσσα τους.
Πρώτος έπαιρνε το λόγο ο μπάρμπα-Αντρέας, ζωέμπορας και χασάπης που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. 
Ακολουθούσε ο μπάρμπα-Μήτσος, μάστορας, που δεν μπορούσε κανείς να τον παραβγεί στην οινοποσία ήταν και ο μόνος που έπινε χύμα ρετσίνα.  Με τη λήξη της συνεδρίασης και όταν το φεγγάρι μεσουρανούσε έπαιρνε την κατηφόρα για το σπίτι έχοντας παραμάσχαλα μια ντραμιτζάνα για συμπλήρωμα.  
Τρίτος στη σειρά κατέφθανε ο μπάρμπα-Γιώργης, άνθρωπος του μέτρου.  Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο, μαυρισμένο από τον καυτό ήλιο, ο λαιμός του κατάλευκος γιατί τον προστάτευε κατά τη διάρκεια της μέρας μ’ ένα κατάλευκο μαντήλι.  Με τα μακριά, κατακίτρινα δάκτυλα του, άναβε τα τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο.  Κάθε φορά έβγαζε αργά μέσα από τη μαύρη ζώνη του τη μεταλλική ταμπακέρα, την άνοιγε, έπαιρνε το τσιγάρο με δάκτυλα που τρέμανε και το πήγαινε στα τρεμουλιαστά χείλη του, αφού προηγουμένως πετούσε την παλιά γόπα.  Τοποθετούσε προσεκτικά την ίσκα πάνω στη βαθουλωτή τσακμακόπετρα, τη χτυπούσε στην πέτρα του πεζοδρομίου, κι όταν άναβε, την έφερνε στο καινούργιο τσιγάρο, ρουφούσε βαθιά τον καπνό, κι αμέσως τον πετούσε και τον σκόρπιζε στο φως του λουξ, γαλανό, ασημένιο.  Καθόταν αναπαυτικά πάνω στο δεξί του πόδι που το είχε διπλωμένο ενώ για καρέκλα είχε το τσουβάλι με τα φασόλια κι έλαμπε σαν άγαλμα μέσα στο τρεμάμενο λιγοστό φως. 
Πότε σέρνοντας τα πόδια του πότε σκουντουφλώντας κατέφθανε και ο μπάρμπα-Νίκος, ο ασυναγώνιστος.  Σχεδόν ολημερίς καθόταν στο μικρό μπαξεδάκι, αφού το σπίτι του είχε μετατραπεί σε ιατρείο. η μπάμπω-Σόφω η γυναίκα του ήταν η μαία  και η ορθοπεδικός του μαχαλά.  Με το σούρουπο έπαιρνε την κατηφόρα για το μπακάλικο, ήταν ο καλαμπουρτζής της παρέας.  Καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα σχεδίαζε την παράσταση της Αποκριάς και κατένειμε τους ρόλους.  Σχεδόν πάντα είχε συνεργάτες τον Γούγο (Φαρούκ) και τον Κούη (Σαγκίου).
Τον θυμάμαι να φοράει ένα μακρύ πανωφόρι που έμοιαζε με σακάκι. Τα μανίκια του έφταναν σχεδόν ίσαμε τις άκρες από τα δάχτυλα των χεριών. Αυτά τα δάχτυλα ήταν βρώμικα από την απλυσιά και μελανιασμένα από το κρύο.  Ωστόσο, μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω, από τι ήταν μαύρα το πιο πολύ – από την απλυσιά ή από το κρύο.

Ο μπάρμπα-Άγγελος Κούης.

Τελευταίος κατέφθανε ο μπάρμπα-Άγγελος ο δάσκαλος.   Γερασμένος, με το μεγάλο κεφάλι, τα θολά γυαλιά, το γλυκό πρόσωπο, το ριγωτό παντελόνι, με λουστρίν παπούτσια, με την ασημένια χοντρή καδένα του ρολογιού, με το σακάκι που θύμιζε σμόκιν και το όμορφο μπαστουνάκι του. Ήταν μαλακός, γεμάτος μετριοφροσύνη. Μαλακός, με το ώριμο πρόσωπό του, τον καλό χαρακτήρα του. Αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε, με κουρασμένα μάτια καθόταν εκεί σε μια κόγχη.  Όλοι ξέρανε και βλέπανε την υπομονή του, το μαλακό χαρακτήρα του. Όλοι τον σεβόταν μικροί μεγάλοι.  Ο λόγος του ήταν ανεξάντλητος και σοφός.
Οι γέροι κάθονταν στα ξεθωριασμένα καφετιά τσουβάλια  και συζητούσαν για τα περασμένα.  Καθώς μιλούσαν, οι ιστορίες τους άρχιζαν να ξετυλίγονται, η γνωστή, συνηθισμένη λιτανεία  των απερίγραπτων τραγωδιών που έζησαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους που είχαν πέσει θύματα της βίας των Βουλγάρων και των Τούρκων, θείοι που είχαν ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου, τα νεογέννητα του Βασιλείου Βαγγέλη που πνίγηκαν στην κολυμπήθρα, ο πρόκριτος Χαριζάνης που δηλητηρίασαν οι Βούλγαροι, οι Γιουρούκοι που σκοτώθηκαν έξω από το χωριό και τόσα άλλα.
«Για πόσα χρόνια Έλληνες και Βούλγαροι στην Ξυλόπολη ζούσαν μέσα σε διενέξεις και αλληλοσκοτωμούς».
Συναγωνίζονταν για το ποιος θα πρωτοπεί τη δική του ιστορία.
Εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα εισέβαλε στο μπακάλικο και ο μπάρμπα-Λάζαρος μόνο για να ψωνίσει λίγο αλάτι και να φύγει στα γρήγορα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στους θαμώνες.   Ήταν βαρύκουος και συνεσταλμένος.  Δε χαιρετούσε  κανέναν, δε μιλούσε με κανέναν, δεν ενδιαφερόταν για τίποτε. Αισθανόταν ένοχος που η φύση του στέρησε την ακοή.
Λίγο πιο κάτω από το μπακάλικο του «Βαγγέλη» στην μικρή πλατειούλα βρίσκονταν το άλλο μπακάλικο του «Κατάρα».  Δίπλα του, τα αυτοσχέδια καθίσματα του χωρατά που περίμεναν τις πελάτισσες και στην απέναντι πλευρά της πλατείας το πηγάδι, στο οποίο οι γυναίκες ανεβοκατέβαζαν τις χειροκίνητες αντλίες προκειμένου να κουβαλήσουν στο σπίτι τους νερό για το  μαγείρεμα, ενώ τα τελευταία γαϊδουράκια με βαρυφορτωμένα σαμάρια έσερναν αργά τα βήματά τους επιστρέφοντας από την κουραστική μέρα.
Ο χωρατάς.

Δεν περνούσε πολύ ώρα και οι γυναίκες της γειτονιάς  μαζεύονταν και κάθονταν στην γκριντιά που εφάπτονταν στο σπίτι του μπάρμπα-Κώστα κι έπλεκαν τις μάλλινες κάλτσες και τις φανέλες της οικογένειας ή κεντούσαν τα τραπεζομάντιλα τα σεντόνια και τα μαξιλάρια της προίκας των κοριτσιών τους, ενώ τα παιδιά τους, σαν τα μελισσόπουλα, έπαιζαν χαρούμενα και ξέγνοιαστα γύρω τους, το κρυφτό, το τσελίκι και τα άλλα παιχνίδια τους, χωρίς τον φόβο του αυτοκινήτου.
Έγινε πια παρελθόν αυτή η γοητεία της γειτονιάς.  Οι γκριντιές και τα αυτοσχέδια καθίσματα εξαφανίστηκαν. Ο νεοπλουτισμός και η συνεχής ροή των αυτοκινήτων δεν επιτρέπει πλέον αυτήν την διέξοδο των γυναικών.
Έτσι, η παλιά γειτονιά, η τόσο όμορφη, ανθρώπινη, γραφική και ρομαντική, «πνίγηκε» στον πολιτισμό κι έγινε για τους παλιότερους μια ανάμνηση, γεμάτη νοσταλγία. Εκείνη την όχι και τόσο μακρινή εποχή, κάθε γειτονιά είχε την γραφικότητά της αλλά και τις ομοιότητές της.  Όλη η γειτονιά ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια, που διακρίνονταν για την αγάπη και την αλληλεγγύη των ανθρώπων της.  Χαιρόντουσαν όλοι για κάθε ευχάριστο γεγονός και λυπόντουσαν για όποιο δυσάρεστο συνέβαινε σε κάποιο γείτονα.
Στα άδεια καλντερίμια τις μεσημεριανές ώρες υπήρχαν πεταμένες φλούδες καρπουζιού.  Στη ζέστη, οι σφήκες με τα κόκκινα και τα κίτρινα δακτυλίδια στην κοιλιά, αλλά και οι μέλισσες, ακουμπούσαν πάνω τους για μια στιγμή, πετούσαν, ξαναγυρνούσαν, ξαναπετούσαν. Λεύτερες, δίχως να φοβούνται τους περαστικούς.
Πού και πού διέσχιζε τον δρόμο τρέχοντας κανένα ξυπόλητο πιτσιρίκι.  Ξυπόλητο και μισόγυμνο.  Λιγνό, σαν ξυλένιο.  Λες ότι σε λίγο, όταν κατηφορίσει με το μπουκάλι το λάδι στο χέρι αν κάνει πως θέλει να το στηρίξει απάνω του, τα καλαμένια αυτά ποδαράκια θα κάνουν κρακ και θρυμματιστούν σα γυάλινα. Μα πάλι, τούτο το κορμάκι το τόσο μικρό και στεγνωμένο, σε λίγο θα το εμπιστευτούν να πάει με το γαϊδουράκι στο χωράφι να μεταφέρει νερό, προσανάμματα και ξύλα για το χειμώνα.  
Ακολουθώντας την μικρή κατηφόρα φτάνουμε στην μικρή πλατεία. Στη διακλάδωση που ανοίγεται μπροστά μας ακολουθούμε τη δεξιά ροή του δρόμου και περνώντας από τη γραφική πετρόκτιστη γεφυρούλα βρισκόμαστε στο φρύδι της λοφοπλαγιάς, όπου μας υποδέχεται άλλος μαχαλάς. Στο σημείο εκείνο και ακολουθώντας τη δεξιά πορεία περνάμε μια όμορφη ρεματιά που μας φέρνει  σε μια διχάλα, ακολουθώντας πάλι δεξιά πορεία οδηγούμαστε στο άλλο μπακάλικο, του «ΠΡΟΥΤΣΑ».
Οι γέροντες έξω από το μπακάλικο του Δ. Χάντα (Προύτσα).
Χτισμένο στην πλαγιά της λοφοπλαγιάς, δεσπόζει στην περιοχή του, προσφέροντας μοναδική θέα από τη θέση του προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο Δ. Χάντας (Προύτσας) ήταν μεγαλοκαταστηματάρχης αφού οι περισσότεροι πελάτες του ήταν από τη Ράβνα, ήταν και εξαγωγέας.    Στο πίσω μέρος το καταστήματος είχε ειδικό μέρος για να σταθμεύουν τα γαϊδουράκια και να ξεκουράζονται ύστερα από το κουραστικό ταξίδι του ερχομού απ’ το  γειτονικό χωριό.   Στην άλλη μεριά του δρόμου απέναντι ακριβώς από το μπακάλικο συντηρούσε σ΄ ένα παλιόσπιτο δύο ή και τρεις κατσίκες.  Η κυρά-Βανθώ τις φρόντιζε σαν παιδιά της προσφέροντας τους πάντα φρέσκα δενδρόφυλλα.   Οι διάλογοι της με τα ζωντανά ακουγόταν ίσαμε το σπίτι μας που απείχε αρκετά.   Ο δρόμος μπροστά από το μπακάλικο ήταν σε κακό χάλι, γεμάτος λάσπη.  Η κατοικία των κατσικιών είχε ντουβάρια σκασμένα και οι σοβάδες ήταν πεσμένοι, οι στέγες γερμένες και μισογκρεμισμένες.  Στους τοίχους και κάτω από τη σκεπή οι αγριομέλισσες είχαν κάνει φωλιές.  Οι αγριοπλάτανοι που περιστοίχιζαν το όλο κτίσμα ήταν γερασμένοι.  Τα πλατιά φύλλα τους, σκονισμένα καθώς ήταν μοιάζανε με βελούδινα.  Ενώ οι λίγες αγριοδαμασκηνιές με τα άνθη τους επιβάλλονταν στο όλο τοπίο.  Εκατοντάδες μέλισσες πετούσαν όλες μαζί, ζουζούνιζαν, κάθονταν μαζεμένες πάνω στα λουλούδια. 
Ο Δ. Χάντας στην πόρτα του μπακάλικου.
  
Οι μέλισσες με τα διάφανα φτερά κάθονταν στα φλόγινα λουλούδια και μένανε ακίνητες.   Από τον έρημο δρόμο, πηγαινοέρχονταν κάπου-κάπου άνθρωποι, άλογα και γέρικα γαϊδουράκια κοιτάζοντας γύρω νοσταλγικά, μέσα στην εγκατάλειψη και την ησυχία. Ίσως και να σκέφτονταν ή και να νοσταλγούσαν κάτι που εμείς ποτέ δε θα καταλάβουμε.
Ο δρόμος μπροστά από το μπακάλικο ήταν έρημος μονάχα το μεσημέρι, ενώ τα πρωινά, τα απογεύματα και κατά τη δύση του ηλίου ζωήρευε με μεμιάς.  Στη γειτονιά υπήρχαν πολλά παιδιά τα οποία είχαν το χούι να κυνηγούν τα κοράκια.  Όλη αυτή η τσακαλοπαρέα, μέλος της οποίας ήμουν κι’ εγώ ανεβαίναμε τις νύχτες στα ντουβάρια ή σκαρφαλώναμε για να βρούμε τις φωλιές με τα νεογέννητα.  Συχνά πέφταμε από τα ντουβάρια και κτυπούσαμε χέρια, πόδια και καμιά φορά τα κεφάλι

Σήμερα, πλησιάζοντας το μπακάλικο, ξαφνιάζομαι όταν οι ακαθόριστες μορφές μορφοποιούνται ακαριαία μπροστά μου και βλέπω ολοζώντανους τους καλούς γέροντες. τον μπάρμπα-Γιώργο, τον μπάρμπα-Πασχάλη (Πάτσο), τον μπάρμπα-Πασχάλη (Τζατζιά), τον μπάρμπα-Θανάση, τον μπάρμπα-Γιάννη, τον μπάρμπα-Πέτρο και τόσες άλλες επιβλητικές παρουσίες καθισμένους στην πρόσοψη του μπακάλικου με ύφος αυστηρό, λιγομίλητους να συζητούν πως θα ξεπεράσουν την σκόπελο του χειμώνα.  Τον μπάρμπα-Πασχάλη τον Τζιτζιά βέβαια τον σκότιζε περισσότερο και ήταν μεγάλος μπελάς  εκείνο το καταραμένο πόδι του που τον κρατούσε σχεδόν καθηλωμένο και τον εξανάγκαζε να κυνηγά καβάλα στο γαϊδουράκι.
Αξύριστοι με τραχιά επιδερμίδα. Τα πρόσωπά τους ξερά, στεγνά σαν αγιασμένα. Μια φούχτα κόκαλα.  Να κάθονται άλλοι οκλαδόν στο μικρό πεζούλι και άλλοι σε κανένα τσουβάλι με όσπρια, τσιμπολογώντας καμιά ελιά ή κανένα στραγάλι να κατεβάζουν τα ουζοπότηρα, παρακολουθώντας ταυτόχρονα μέσα από σύννεφο καπνού που ανέδυε ο λουλάς τους, τους πελάτες που μπαινόβγαιναν στο μικρό μπακάλικο.




Διαφημήσεις εποχής.


Ο καθένας με ευλάβεια περίμενε τη σειρά του για να πάρει το λόγο.  Ιεροτελεστία.  Κατά τα μεσάνυχτα οι κουβέντες  στέρευαν. Μονάχα ο βήχας αντηχούσε και τότε έπαιρναν τα δαιδαλώδη μονοπάτια ο καθένας για το σπίτι του.
Στο εσωτερικό επικρατούσε σχεδόν σκοτάδι, το λιγοστό φως του λουξ, θαμπό γλιστρούσε μέσα απ’ τα παράθυρα.  Καθώς τα μάτια προσαρμόζονταν στο σκοτάδι, μπορούσες να διακρίνεις ένα θολωτό δωμάτιο, στους τοίχους του οποίου ήταν στοιβαγμένα  διάφορα τόπια με ύφασμα και πάνω στον πάγκο η ζυγαριά, οι σέσουλες και μικροποσότητες εμπορευμάτων.
Ανεβαίνοντας το δρόμο προς την κορυφή του λόφου φτάναμε στη διακλάδωση απ’ όπου η δεξιά στροφή μας οδηγούσε προς την πλατεία του χωριού. Στη γωνία βρισκόταν το ταχυδρομείο και απ’ έξω σταθμεύανε τα άλογα, έτοιμα να φορτώσουν την αλληλογραφία και να ξεκινήσουν το επίπονο ταξίδι για τα γύρω χωριά.  Σε πολύ μικρή απόσταση και στα δεξιά μας συναντούσαμε το Σχολείο έρημο, εγκαταλειμμένο και στα έγκατά του θαμμένη την ιστορία της Λιγκοβάνης.
Είχε δύο αίθουσες και ήταν τετρατάξιο δημοτικό.  Κατά την εποχή του αγώνα οι Έλληνες κράτησαν τη μία αίθουσα και οι Βούλγαροι την άλλη. Στην νότια πλευρά και κάτω από την στέγη βρισκόταν εντοιχισμένη πλάκα με ανάγλυφο σταυρό που πάνω δεξιά του έφερε την χρονολογία 1874.
Προχωρώντας στο άτσαλο καλντερίμι φτάναμε στην βορινή είσοδο της πλατείας. Στο μικρό οροπέδιο που σχημάτιζε συναντούσαμε πρώτο και στα δεξιά μας το μπακάλικο του μπάρμπα-Πέτρου, στενόμακρο και ημισκότεινο.  Δεν έβλεπε ούτε άκουγε καλά και όταν καταλάβαινε ότι πλησιάζαμε κραύγαζε για να μας φοβίσει, η δε συνηθισμένη του έκφραση ήταν «φύγετε γιατί θα σας κόψω το λιλί», ενώ ταυτόχρονα μας επιδείκνυε ένα μαχαίρι. 
Σε δεσπόζουσα θέση στην αριστερή πλευρά του δρόμου και με πρόσοψη στην πλατεία, ήταν κτισμένο το «Βακούφκου», μεγαλόπρεπο κτίριο, το οποίο στέγαζε το μπακάλικο του μπάρμπα-Γιώργη, το γραφείο της εκκλησίας και τον συνεταιρισμό. 
Εδώ στην πλατεία περιπλανιόμασταν μικρά μέσα στα σκοτάδια, αλλά και στα γύρω στενά και σκοτεινά δρομάκια, περιμένοντας να αραδιάσουν οι μπακάληδες τα άδεια καφάσια από τα σταφύλια και εμείς τα μικρά να μαλώνουμε ποιος θα πρωτοαρπάξει τις πληγωμένες αλλά και σάπιες ρόγες που είχαν απομείνει.
 Στην άλλη πλευρά της πλατείας στην αρχή του δρόμου που οδηγούσε προς τον Άη-Γιώργη βρισκόταν κατά σειρά τα άλλα δύο μπακάλικα, του μπάρμπα-Θανάση και του μπάρμπα-Γιάννη.
Ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν μετρίου αναστήματος, με μαύρα μαλλιά, σχεδόν αδύνατος μεσήλικας. Ήτανε μελαγχολικός, τις περισσότερες φορές θλιμμένος και φαινότανε πικραμένος και λυπημένος για κάτι, μα με πολύ αποφασιστικό ύφος. 
Αντιθέτως ο μπάρμπα-Θανάσης, ο θείος μου, αεικίνητος δεν μπορούσε να μείνει στην καρέκλα του. Ολοένα σηκωνόταν, καθόταν, πήγαινε από τη μια άκρη το πάγκου στην άλλη, στύλωνε τα μάτια του στο άπλωμα της πλατείας και κατόπιν γύριζε βαριεστημένος στη θέση του.
Τα παντοπωλεία βρίσκονταν σε κομβικά σημεία του χωριού, ώστε να είναι προσβάσιμα για τους καταναλωτές. Για την προσέλκυση πελατών, έβαζαν έξω από το μαγαζί τους διάφορα προϊόντα που λειτουργούσαν ως «κράχτες», ενώ η διαφήμιση γινόταν «από στόμα σε στόμα».
Η όμορφη πλακόστρωτη πλατεία με τα μπακάλικα, τα καφενεδάκια, τον αστυνομικό σταθμό, το ειρηνοδικείο, δέναν αρμονικά στο κέντρο του χωριού.
Πετρώδης και άνυδρος μα με ξεχωριστή ομορφιά τούτος ο τόπος.  Δύσκολη η ζωή σε προηγούμενες εποχές που ήταν εξαρτημένη από τη σοδειά του σιταριού, του καλαμποκιού και του καπνού.  Αποστάγματα πολύτιμα αυτού του τόπου τα αρτυμένα από τον καθάριο αέρα του Βερτίσκου και του ιδρώτα των ανθρώπων του, προϊόντα όπως το γάλα και το μέλι.  Γέννημα και θρέμμα της άνυδρης γης το πλιγούρι και το ψωμί.
Οι άνθρωποι του τόπου με τα ρόδινα μάγουλα και τις ξερακιανές μορφές θραφήκανε και επιβιώσανε μέσα σε δύσκολους καιρούς.
Λένε πως ο άνυδρος τόπος έχει πιο έντονη ζωή, η ομορφιά του είναι πιο λιτή, πιο προσιτή για να νοιώσεις ευχάριστες στιγμές και για να ανακαλύψεις, για λίγο έστω, τη χαμένη ευτυχία.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΞΥΛΟΠΟΛΗ


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΓΑΜΟΥ ΣΤΗΝ ΞΥΛΟΠΟΛΗ



Η νύφη στολίζεται από τις φιλενάδες της.
 

Ο πατέρας οδηγεί την κόρη στην έξοδο.


Η κόρη αποχαιρετά τον πατέρα της.


Η κόρη αποχαιρετά τη μητέρα της.
 
Ο πατέρας σέρνει τον χορό.

Ο χορός συνεχίζεται.

Ο πατέρας οδηγεί τη νύφη στην εκκλησία.


Ακολουθούν οι φιλενάδες της νύφης.


Ο  ΓΑΜΟΣ  ΣΤΗΝ  ΞΥΛΟΠΟΛΗ

Ο γάμος στη Λιγκοβάνη διαρκούσε μία εβδομάδα.  Άρχιζε από Δευτέρα και τελείωνε την άλλη Δευτέρα, με γλέντια και χορούς.  Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι γάμοι γίνονταν με προξενιό.  Η νύφη και ο γαμπρός ήταν επιλογή των γονιών.  Αν συμφωνούσαν οι γονείς άλλαζαν «μικρό σημάδι».  Το κορίτσι χάριζε ένα «μαντήλι κεντημένο» και το αγόρι χάριζε στο κορίτσι μια «δούμπλα» χρυσαφικό ή μία λίρα με αλυσίδα και ορίζανε τους επίσημους αρραβώνες.  Μέχρι τότε, το κορίτσι ετοίμαζε ιδιόχειρα δώρα που θα δώριζε στο συμπεθεριό, κάλτσες, μαντήλια, πετσέτες υφαντές, πουκάμισα και ζωνάρια στον πεθερό και στην πεθερά.
Ο γαμπρός, το «παιδί», ετοίμαζε αλυσίδα με φλουριά και λίρες ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, βέρες, δακτυλίδια, παπούτσια, παντόφλες, στραγάλια και κουφέτα.
Στους επίσημους αρραβώνες τους «μεγάλους» όπως τους αποκαλούσαν η νύφη δώριζε και στους συγγενείς του γαμπρού.  Ακόμη έβαζε στο πέτο λουλούδια.  Τότε ορίζανε σε ποια γιορτή ή σε ποια εποχή θα γένει ο γάμος.
Μέχρι να γίνει ο γάμος η νύφη ετοίμαζε πάλι δώρα.  Την εβδομάδα του γάμου και συγκεκριμένα την Δευτέρα, ο γαμπρός μ’ ένα μπουκάλι ούζο, στραγάλια και κουφέτα πήγαινε στον κουμπάρο να του αναγγείλλει τον γάμο.  Ο γαμπρός έκλεινε τα όργανα, που για την εποχή εκείνη τα καλύτερα ήταν οι ζουρνάδες από την Τζουμαγιά, Ηράκλεια.
Την Τετάρτη, στο σπίτι του γαμπρού, ετοίμαζαν τα επτά πρωτόψωμα, τα οποία ζύμωναν κορίτσια από την γειτονιά.  Πριν από το ζήμωμα, έδιναν σ’ ένα αγοράκι ένα σκεπάρι, να κτυπήσει το δοκάρι του σπιτιού λέγοντας τρεις φορές:
«Τοκ τοκ κορίτσι και παιδί (εννοούσαν τον γαμπρό) στερεωμένοι νάναι»
Τα κορίτσι ζύμωναν και τραγουδούσαν:
«Μαύρα μου χελιδόνια από την αραπιά
άσπρα μου περιστέρια από τον τόπο μας
ότι ψηλά πετάτε για χαμηλώσετε
να γράψω ένα γράμμα και μια ψηλή γραφή
να γράψω στην καλή μου, να μην με καρτερεί,
και αν θέλει να καρτερήσει και αν θέλει να παντρευτεί
Τούρκο άνδρα να μην πάρει, να μην στεφανωθεί».
Μέχρι να ωριμάσει το ψωμί, καθάριζαν τα φασόλια, το ρύζι, τις πατάτες και ετοίμαζαν το φαγητό τραγουδώντας όλοι.  Έπλαθαν μικρά κουλουράκια, στόλιζαν το επτά πρωτόψομα με διάφορα σχέδια σε κάθε ταψί (φεγγάρι, ήλιο, ουρανό με τα άστρα και το σταυρό.  Έως ότου ψηθούν τραγουδούσαν και χόρευαν.  Ένα από τα τραγούδια ήταν και αυτό:
«Δεν λαλείς μικρό μου αηδόνι
το πρωί με τη δροσιά
λάλα αηδόνι μου γλυκό.
Να ξυπνήσεις τον νιόν μου
που είναι στα ψηλά βουνά
εις τον γέρο Όλυμπο
να του πεις γλυκό μου αηδόνι
να θυμάται την ευχή, την ευχή της μάνας του.
Αν δεν διώξεις τους Βουλγάρους
μάνα του δεν θα είμαι πιά, ούτε Μακεδόνισσα».
Στη συνέχεια ράντιζαν με ζαχαρωτό νερό τα ψωμιά, τα χόρευαν και τα μοίραζαν σ’ όλο το χωριό, σαν προσκλητήρια.  Και όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν να δουν την προίκα  του γαμπρού και του δώριζαν αλεύρι, ρύζι, φασόλια και άλλα.
Το ίδιο γινόταν στο σπίτι της νύφης, την Παρασκευή.  Όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν να δουν τα προικιά της, που ήταν φτιαγμένα από το χέρι της νύφης.  Και το βράδυ μάζευαν την προίκα της νύφης και την συγκέντρωναν στα μπαούλα.  Έβαζαν σε κάθε μπαούλο ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι, έριχναν ρύζι και χρήματα ότι ήθελε ο καθένας.
Μέχρι να μαζέψουν την προίκα της νύφης, τραγουδούσαν.
«Δεν σου είπα μάνα δεν σ’ έλεγα
ξένον κόσμο μάνα μη μαζεύεις
γιατί ο ξένος σε γελάει
και σε παίρνει μάνα το κορίτσι
και σε αφήνει μάνα μοναχή σου.
Που ήσουν ψες και που θα μένεις
βράδυ ψες ήμουν εδώ και το βράδυ στα ξένα
όταν στρώνεις μάνα και κοιμάσαι
πάντα εμένα θα θυμάσαι.
Όταν στρώνω κόρη μου και κοιμάμαι
πάντα εσένα θυμάμαι».
Το απόγευμα του Σαββάτου, ένα αγόρι πήγαινε στο πηγάδι να φέρει το αμίλητο νερό να λουστεί η νύφη.  Και το βράδυ οι συγγενείς της νύφης, οι φίλες της «οι Λαζαρίνες», συγκενρώνονταν και γλεντούσαν.  Η νύφη είχε και δύο αγόρια συνοδούς τα «μπαϊρεκτάρια».  Και μετά τα μεσάνυχτα έρχονται από τον γαμπρό τα μπαϊρεκτάρια με κρασί για να ποτίσουν την νύφη.  Πρώτα κερνούσαν τις «Λαζαρίνες» και τελευταία τη νύφη, στέλνοντας μέσα στο ποτήρι ένα νόμισμα.
Κυριακή πρωί τα Μπαϊρεκτάρια έστηναν στην αυλή της νύφης ένα τηλεφωνόξυλο «το φλάμπουρο», βάζοντας ένα μαντήλι σ’ ένα ξύλο, ένα μήλο με λουλούδια και ένα ξύλινο σταυρό.
Στο σπίτι του γαμπρού, το Σάββατο γίνονταν μεγάλο γλέντι.  Από νωρίς ένα αγόρι πήγαινε στο πηγάδι, να πάρει το αμίλητο νερό.  Με τα νταούλια, οι συγγενείς του  γαμπρού και ο γαμπρός πήγαιναν στην πλατεία για να τον ξυρίσουν.  Φορούσαν στον γαμπρό, το μαντήλι που του είχε δωρίσει η νύφη, για να διακρίνεται.  Μετά έπαιρναν και  «το κουμπαριό» και χόρευαν όλη τη νύκτα.
Το απόγευμα της Κυριακής με δύο άλογα, ένα άσπρο και ένα κόκκινο πήγαιναν χορεύοντας να πάρουν την νύφη, κρατώντας μια σημαία που έγαφε «Καλορίζικα».
Ένα παιδάκι ανέβαινε στο τηλεφωνόξυλο, «στο φλάμπουρο» και φώναζε «κουμπάρε τάξε λεφτά, να πάρεις το μαντήλι και χορό ν’ αρχίσεις».  Ο κουμπάρος έταζε λεφτά, έπαιρνε το μαντήλι και την σημαία κι έσυρε πρώτος τον χορό.
Έπειτα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Κερνούσαν τον γαμπρό και τον κουμπάρο σαραϊλί.  Η κουμπάρα πήγαινε στο δωμάτιο της νύφης.  Οι φίλες της νύφης τραγουδούσαν.
«Έβγα μητέρα του παιδιού
και πεθερά της νύφης
χαιρέτησε τη νύφη σου και πες την καλημέρα
την νύφη μας την είχαμε σε γλάστρα λουλουδάκι
και τώρα την χαρίζουμε σ’ ένα παλικαράκι».
Άνοιγαν την πόρτα, στόλιζαν την νύφη κι έβγαναν έξω να χορέψουν.  Πριν αναχωρήσει η νύφη έκανε το σταυρό  της ενώ τα όργανα έπαιζαν λυπητερά «Φεύγω μανούλα μου γλυκειά αχ πάω στην ξενιτειά».
Στο άσπρο άλογο κάθονταν η νύφη και στο άλλο φόρτωναν την προίκα.  Η μάνα της νύφης έριχνε νερό για «να τρέχει η τύχη στη νύφη και στο γαμπρό».  Η νύφη πετούσε κουφέτα και κουλούρια για να τρων οι νεράϊδες και να μην την ακολουθούν.
Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού, η νύφη κατέβαινε από το άλογο και πετούσε την σημαία του γαμπρού πάνω στα κεραμίδια.  Μ’  ένα λαγίνι κρασί έλουζε το κεφάλι του αλόγου.  Χάϊδευε ένα αγόρι και ένα κορίτσι και η πεθερά μ’ ένα ψωμί φιλούσε την νύφη και οι δύο μαζί έμπαιναν στο σπίτι με το δεξί πόδι.  Ο ιερέας έκανε το μυστήριο, και ακολουθούσε γλέντι όλη νύκτα.  Ο κουμπάρος έπαιρνε το στεφάνι της νύφης (από κληματαριά, στολισμένο με λουλούδια και χρυσά τέλια) και το κρεμούσε σ’ ένα δένδρο της εκκλησίας. 
Και τη Δευτέρα χόρευαν όλοι μαζί καίγοντας την φορεσιά της πεθεράς και ο κουμπάρος εικονικά έκαιγε τις ψάθες.
Την Τετάρτη πήγαινε η νύφη στο πηγάδι να φέρει νερό συντροφιά μ’ ένα κορίτσι.  Έριχνε στο πηγάδι κουφέτα και στραγάλια, λεφτά, σταφίδες.
Την Πέμπτη πήγαινε στο ποτάμι να πλένει.  Το ίδιο έκανε κι εκεί.  Την Παρασκευή η νύφη καλούσε τους συγγενείς της και πήγαιναν στον κουμπάρο όπου χόρευαν και τραγουδούσαν.
Το Σάββατο πήγαινε μόνη της στη  μάνα της να λουστεί και την Κυριακή μαζί με τον γαμπρό πήγαινε στο πατρικό της με πίτα και φαγητό.
Όλα αυτά τα έθιμα γίνονταν μέχρι το 1940.














Είναι εκπληκτικό να αντιλαμβάνεσαι πόσο πολλά είναι τα πράγματα που φαίνονται απαραίτητα, που φορτώνουμε μ’ αυτά τη ζωή μας, ενώ θα μπορούσαμε εύκολα να τα αγνοήσουμε…..   Εκείνοι που θα καταφέρουν, παρά την επιβολή νέων, πολυάσχολων και απροσανατόλιστων γενεών, να διατηρήσουν την αγάπη στην περισυλλογή, καλά θα κάνουν να πραγματοποιούν πού και πού ένα ταξίδι στο χωριό τους, για να μαγευτούν τα μάτια, να εξαγνιστεί η ψυχή και να σκιρτήσει η καρδιά τους απ’ τις ξαναγεννημένες θύμησες στις γαλήνιες ερημιές. 


Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΙΓΚΟΒΑΝΗΣ

Μετά την κατάληψη του υψώματος 605 (Καρατζάκιοϊ)  η επόμενη αμυντική γραμμή των Βουλγάρων βρίσκονταν μέσα στο χωριό Λιγκοβάνη.  Στις 10 το πρωί της 20ης Ιουνίου 1913 πλησιάζουν οι εύζωνες την νότια πλευρά του χωριού μας και έρχονται σε επαφή με τον εχθρό, ο οποίος αμύνεται γενναία και προσπαθεί να συγκρατηθεί μέσα στο χωριό, ενώ δύο πυροβόλα βάλλουν πεισματωδώς κατά της δημοσίας οδού η οποία έχει επισημανθεί και οδηγεί στο χωριό.

Ο Βελισσαρίου.
        Διατάσσεται του τάγμα του Βελισσαρίου όπως επιτεθεί από αριστερά κατά του εχθρού που κατέχει το χωριό, το δε 8ο τάγμα υπό τον λοχαγό Χριστοφόρου, που αναπληρώνει τον Ιατρίδη να επιτεθεί κατά μέτωπο. 
Σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που τρέχουν με κλειστά τα μάτια χωρίς να ακούν ούτε φωνές, ούτε φοβέρες, έτσι και το τάγμα ευζώνων, έπειτα από λίγη ώρα, λυσσασμένο και φρενιασμένο, με αφρούς στο στόμα και με φωτιές στα μάτια, όρμησε στο ανέβασμα. 
Οι Βούλγαροι  κατέστρεψαν τη γέφυρα.
Άρχισαν να σκαρφαλώνουν σαν τραγιά.  Ξεκίνησαν από τη γέφυρα και, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, αλλά πάντα κοντά το ένα με το άλλο, πηδούσαν τους βράχους σαν ζαρκάδια ελαφρά και ατίθασα.  Ο λόφος κάθετος και ολόρθος, πήγαινε να τους πλακώσει.  Οι μύτες των πετρών τους ξέσχιζαν τις αρβύλες και τα δάκτυλα.  Αλλά πίσω, ακούραστη και δυνατή ακουγόταν η ενθαρρυντική φωνή του διοικητή: «Εμπρός!...Εμπρός!»  Με τις κοντές των χακιών φεσιών φούντες σηκωμένες εναέρια, με τις πατούσες των ποδιών βγάζοντας φωτιές, με το κορμί σαν βούρλο λυγιζόμενο, με τα τουφέκια σαν ξηροκάλαμα στα χέρια, οι εύζωνες, ανθηροί και ωραίοι, πηδούσαν προφυλαγμένα και ανέβαιναν σύντονα και γρήγορα.
Οι Βούλγαροι τους υποδέχθηκαν με ζωηρότατο τουφεκιοβολισμό.  Οι κομιτατζήδες του Βουλγαρικού στρατού όρμησαν ακάθεκτοι.  Τρομακτικά τους ευνοούσε η θέση.  Θα μπορούσαν, αν είχαν άλλον αντίπαλο, να τον τρέψουν σε φυγή και να τον τσακίσουν μόνο με πέτρες.   Οι εύζωνες, απαθείς και μη πυροβολούντες, εξακολούθησαν αδιάλειπτα το έργο της ανάβασης.  Ο Βελισσαρίου με το σπαθί στο χέρι και πηδώντας από το ένα σημείο στο άλλο, κέντριζε τα παλικάρια του.  «Αϊντε, παιδιά μου!.... Εμπρός!... Προχωρείτε!... Σε λίγο θα σκάσουν οι παλιοαρκούδες!...».  Οι εύζωνες, υπερήφανοι για τον αρχηγό τους και φοβισμένοι για την τύχη του αντάλλασαν από καιρού εις καιρόν μεταξύ τους:  «Άη ουρέ … θα του σκοτώσουν του σ’ κλί.  Δεν φλάγεται ντίπ…»
Οι Βούλγαροι αμύνονταν με πείσμα.  Τους αποθράσυνε το ύψος και το απόκρημνο του λόφου.  Όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία για τους εύζωνες, οι οποίοι αφήνουν τους χτυπημένους και προχωρούν να εκδικηθούν το αίμα τους.  Όταν η απόσταση που χωρίζει τους δύο αντιπάλους παύει να είναι μεγάλη οι κομιτατζήδες χρησιμοποιούν τη βόμβα. 
Τίποτε δεν είναι δυνατό να συγκρατήσει τη λύσσα τους.  Τώρα που βλέπουν να ξαπλώνονται νεκροί και τραυματίες και την καιόμενη Λιγκοβάνη, καταλαμβάνονται από ένα είδος βαθύτατου μίσους και αισθάνονται να αναταράσσεται η ψυχή  τους από το αίσθημα της εκδίκησης.  Δεν τους χωρίζουν παρά τριακόσια μέτρα από τον εχθρό. Οι Βούλγαροι χάνουν πλέον το θάρρος τους, αφήνουν σωρούς ολόκληρους βομβών, αφήνουν και τα κανόνια και φεύγουν.  Η πλατεία του χωριού κατελήφθη.
Η ερειπωμένη Λιγκοβάνη.
Μείνανε συλλογισμένοι για λίγο αλλά τ’ αυτιά τους  άρχισαν πάλι να πληγώνουν οι κρότοι των πυροβόλων που γέμιζαν τον αέρα της πλαγιάς, ενώ, τα μάτια τους θόλωνε βαθύ σκοτάδι και όταν η ατμόσφαιρα ξεδιάλυνε αντίκρυσαν το χωριό κατάμαυρο και γκρεμισμένο.  Από πάνω τα κοράκια έκρωζαν, χαμήλωναν, και πάλι έκρωζαν.  Ο δρόμος που οδηγούσε από το Μπογδάνα στα πρώτα σπίτια από το αδιάκοπο πέρασμα στρατού, κανονιών, μεταγωγικών, είχε ζυμωθεί.  Μερικά γαϊδουράκια και ένα μοσχαράκι είχαν κολλήσει στην άκρη του σαστισμένα, νηστικά και απελπισμένα, περίμεναν το τέλος τους.
Οι στρατιώτες μετά την απελευθέρωση της Λιγκοβάνης.
Κότες και άλλα ζωντανά έτρεχαν εδώ κι’ εκεί σαν παραζαλισμένα και από μακριά ακουγόταν το πένθιμο ούρλιασμα ενός σκύλου.  Ο ανθυπασπιστής Ηλιόπουλος, ένα ψηλό μελαχρινό παλικάρι καμιά εικοσαριά χρόνων, περνούσε προσεκτικά τα δρομάκια ψάχνοντας μήπως είχαν μείνει πουθενά Βούλγαροι για να καθαρίσει το χωριό. 
Στη μικρή ρεματιά που στην κορυφή της βρίσκεται του «Πέτρου» το πηγάδι ήταν κρυμμένοι 210 Βούλγαροι  με τον Λοχαγό τους. Ο ανθυπασπιστής Ηλιόπουλος του λόχου Παλαιοδημοπούλου με τη διμοιρία του που δεν αριθμούσε ούτε καν 40 άνδρες αιχμαλώτισε ολόκληρο το Βουλγαρικό λόχο 210 ανδρών μαζί με το λοχαγό του.
Βούλγαροι που συλαμβάνονται αιχμάλωτοι μέσα στο χωριό.
Άλλες ομάδες Βουλγάρων καταδιωκόμενες πέφτουν στα χέρια των δικών μας και αιχμαλωτίζονται.  Για να συγκεντρωθούν όλοι οι αιχμάλωτοι στο ίδιο σημείο, ένας από τους αιχμαλώτους ανέρχεται σε ένα ύψωμα στην πλατεία του χωριού και καλεί τους ομοφύλους του στη γλώσσα τους: «ελάτε εδώ είμαστε και άλλοι» και έτσι συρρέουν στο σημείο οι διάσπαρτοι μέσα στο χωριό «γενναίοι» στρατιώτες του Φερδινάρδου.

Οι Βούλγαροι που συνελήφθησαν εντός του χωριού.
Οι Βούλγαροι οδηγούνται ενώπιον του Διοικητού του Συντάγματος ο οποίος τους βεβαιώνει ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε.  Αλλά ο Βελισσαρίου δεν αρκείται σ’ αυτό. Διατάσσει έναν εύζωνα που γνωρίζει τη βουλγαρική και τους λέγει: «Μη φοβάστε τίποτε, διότι εμείς είμαστε Έλληνες δεν είμαστε άγριοι και βάρβαροι, δεν είμαστε Βούλγαροι. Εφόσον έχετε τα όπλα στα χέρια είμαστε εχθροί, όταν όμως τ’ αφήνετε είμαστε φίλοι..  Οι Βούλγαροι ενθουσιάστηκαν και αποκαλύφτηκαν όλοι φωνάζοντας: «ούρρα».  Διαμαρτύρονταν δε κατά του Δάνεφ και του βασιλιά τους Φερδινάρδου, ευχόμενοι να πάνε στη Σόφια να κρεμάσουν και τους δύο».
Καταμέτρηση των Βούλγαρων αιχμαλώτων εντός του χωριού.
Χωρίς αμφιβολία από τα λαμπρότερα τρόπαια στη φάση αυτή του αγώνα ήταν η κατάληψη της Λιγκοβάνης.  Η Λιγκοβάνη που τη μέτρησαν οι στρατιώτες σπιθαμή προς σπιθαμή, που για κάθε χαράδρα της έγινε και επίθεση μέχρι να φτάσει ο στρατός μας στις παρυφές του «Πράσινου Λόφου».   Η Λιγκοβάνη της ζέστης, της δίψας και της απελπισίας.  Όλη αυτή την πλαγιά του Βερτίσκου την ερεύνησαν και τη μέτρησαν με τις πλάτες οι στρατιώτες, την έκαμαν οικεία, σημείωσαν μέρη ιερά όπου άφησαν συντρόφους που δεν θα επέστρεφαν πλέον στην Πατρίδα.
Η Λιγκοβάνη καιόμενη.
Όλη αυτή η λουλουδοσκέπαστη πλαγιά του Βερτίσκου με τα γραφικά κορφοβούνια και την πλούσια βλάστηση μεταβλήθηκε τώρα σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο όπου, χιλιάδες κουφάρια κείτονταν άταφα, θύματα της Βουλγαρικής θηριωδίας, έβαφαν κόκκινα το κρυστάλλινα νερά του Μπογδάνα και περίμεναν τις οπισθοφυλακές που  δακρυσμένες αλλά νικηφόρες έφταναν.
Μεταφορά των τραυματιών της μάχης της Λιγκόβάνης.
Στάχτη και κουρνιαχτός απομείναν από τα σπαρτά, αγριόλυκοι πέσανε στις στάνες, τα κοπάδια αφανίστηκαν, δεν ακούγονταν πια τα χαρωπά βελάσματα των αρνιών ούτε τα γλυκόηχα κουδουνίσματα των κατσικιών που ευλύγιστα πηδούσανε και ανάλαφρα σκαρφαλώνανε στους φυλλόκορφους λόγγους και τα δασιά ρουμάνια για να μασήσουν λίγα πουρναφόφυλλα.  Ούτε οι αχοί του σουραυλιού πού έπαιζε ο βοσκός κάτω από τις λεύκες που άλλοτε παθητικοί και ρεμβώδεις διαλαλούσανε τον πόνο του για την αναγκαστική δουλεία και άλλοτε γλυκόστροφοι και χαρούμενοι την ελπίδα της επερχόμενης λευτεριάς.
Ενταφιασμός των νεκρών της μάχης της Λιγκοβάνης.
Ερημώθηκε ο επίγειος παράδεισος που εκτεινόταν σ’ όλο το πλάτος  από το Βαρδάρη ίσαμε το Στρυμόνα.           Το «περιβόλι» αυτό της Μακεδονίας όπως το είχανε ονομάσει, το αποξηράνανε. Πού είναι η αγγελόμορφη Μπέροβα, πού η μυρωμένη Βισσώκα, πού η κατάφυτη Λιγκοβάνη που σαν ηδύπαθη Σουλτάνα ξαπλωνόταν πλάι στο Μπογδάνα;  Δεν αντιλαλούνε τώρα τα εύθυμα τραγούδια των Μπεροβνών, ούτε ακούγονται οι χαρούμενοι αχοί των Λιγκοβανιώτικων οργάνων που στα εορτινά πανηγύρια τους τραγουδούσαν την ομορφιά και εξυμνούσαν τον ηρωισμό.
Τα τερατουργήματα του Νέρωνα, οι κτηνωδίες του Καλλιγούλα, οι θηριωδίες και τα ανοσιουργήματα των ορδών του Αττίλα, ωχριούν προ των κατορθωμάτων των αδίστακτων αυτών τεράτων που σε στιγμή κατάρας τους εξέρασε ο Άδης.
Παρέσυρε στο διάβα της η αγριότητα τα αργυρένια γέλια των Λιγκοβανιώτικων παρθένων που έμοιαζαν σαν τα γλυκόηχα κελαρύσματα των Μπογδανικών παραποτάμων:
Παντού είναι απλωμένος ο θρήνος.
Το μοιρολόι μπήκε στον παράδεισο.
Και αυτός ο αέρας που σιγοξεγλιστρούσε ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων, φαινόταν σαν να σιγόψελνε τις λυπητερές επιτάφιες προσευχές.  Ούτε ο ουρανός γελούσε όπως πριν.  Στεκόταν σκυθρωπός και δάκρυα έτρεχαν από τα ολογάλανα μάτια του ενώ πυροβολούσε με το καυστικό του λιοπύρι.  Και ο παράδεισος μεταβλήθηκε σε μια κόλαση που μόνο ένας Δάντης μπορούσε να πλησιάσει.  Και το χαρούμενο περιβόλι  έγινε το πιο σκυθρωπό νεκροκοιμητήριο.

Οι άμοιροι Λιγκοβανιώτες.
Πάνω σ’ αυτό καθισμένα τα θύματα της Βουλγαρικής θηριωδίας κλαίγανε και κλαίγανε.  Και οι θρήνοι τους γέμιζαν την ατμόσφαιρα, και οι οιμωγές τους έφταναν ψηλά όπου πανίσχυρος καθόταν  Εκείνος και οι ολοφυρμοί τους έφταναν ως τα πέρατα του κόσμου και τα μοιρολόγια τους συγκινούσαν τα δέντρα, τους βράχους και τα βουνά που άφωνα σιγοκλαίγανε.
Αγρίμια και καλιακούδες περάσανε. Όρνια και κοράκια διαβήκανε.  Και τις γλυκόφθογγες στροφές του αηδονιού λυπητεροί αντικαταστήσανε οι τόνοι του Γκιώνη του νεκροψάλτη της δυστυχίας, ο οποίος καθισμένος πάνω στα άμορφα ερείπια έκρωζε-έκρωζε απαίσια φρικτός της καταστροφής εξάγγελος.
Και βλέποντας το λυπητερό αυτό θέαμα, δάκρυζε ο ψυχόπονος ουρανός και τα δάκρυα του αφού πρώτα αυλακώνανε τα γαλανά του μάτια έπεφταν αργά-αργά στη γη και θυμώνανε και σκυθρωπιάζανε και απειλούσαν με τα μελανιασμένα σύννεφά του…. Και έβγαλε έπειτα τον ήλιο, το μικρό του γιό που τόσο αγαπάει ώστε ολημερίς τον έχει αγκαλιασμένο και τον φιλάει και κατακεραύνωσε με τις φωτομεστές ακτίνες του, σαν να ήθελε να σβήσει τη φωτιά που ανάψανε τα παράνομα αποξεράσματά του.
Κάποια στριγκή θεομηνία ρήμαξε τη Λιγκοβάνη που, άλλοτε ολόφωτη και γεμάτη ελληνική ανθάδα και νεότητα έσφιζε. Τώρα κείτονταν ρημαγμένη.  Η γενιά του Κρούμου, οι ορδές του Αίμου, το λυσσασμένο ξέρασμα των αγρίων τυράννων περάσανε από δω σκορπίζοντας την καταστροφή και τη μαυρίλα.  Όπου περάσανε σίφουνας και κατάρα, φωτιά και σίδερο.  Και οι γυναίκες όσες προλάβανε σέρνοντας πίσω τους  κουτσούβελα και με φούστες ξεσχισμένες με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους έβρισκαν καταφύγιο στις στρατιωτικές οπισθοφυλακές μας.
Κλαίει ο Βερτίσκος και οι λόγγοι βαριαναστενάζουν.  Μαύροι καπνοί και φλόγες ανέβηκαν ψηλά και σπίθες σκόρπισαν στο κενό σαν ταχείς αγγελιοφόροι να αναγγείλουν στα πέρατα του κόσμου τη φρικώδη ανθρωποθυσία που έγινε στη Λιγκοβάνη.  Θρήνοι, κραυγές και στεναγμοί απελπισίας αποτέλεσαν το θλιβερό σάλπισμα που θα κεντρίσει τη βάρβαρη συνείδηση των υπευθύνων της μεγάλης αυτής τραγωδίας, που θα θλίψει την ψυχή όσων πονούν, όσων δοκίμασαν της σκλαβιάς το μαρτύριο και αισθάνθηκαν της τυραννικής επιβολής τις συνέπειες.
Πολλοί, όχι ένας, μάρτυρες γονάτισαν μπροστά στον Πλάστη τους, άφησαν την τελευταία τους προσευχή και υπέκυψαν στην όρεξη των ανθρωπόμορφων τεράτων, ειδεχθών δημίων, που είναι θαύμα πώς ακόμη δε σκίστηκε η γη να τους ρουφήξει!
Η Λιγκοβάνη κάηκε!
Αθώες παρθένες, η Πασχαλίνα Αγγελιάτσου, η Μαγδαληνή Χαϊντά και η Πασχαλίνα Δανιηλίδου με ξέπλεκα μαλλιά απέλπιδες και αλαλάζουσες οδηγήθηκαν στην ατίμωση και στο θάνατο!
Και το αρχηγείο λάμβανε την αναφορά ……
«Διαταγή της Α.Μ. του Βασιλέως αναφέρω ότι οι Βούλγαροι εγκαταλείποντες το χωρίον Λιγκοβάνη έσφαξαν γυναίκας Ελληνίδας εκ των κατοίκων Λιγκοβάνης».
Αλλά και οι φιλόστοργες μητέρες με τ’ αγγελόμορφα πλάσματα στην αγκαλιά, πατέρες με άσπρη κόμη πολυβασανισμένοι, λεβέντες, καμαρωτοί, γεμάτοι ζωή και δράση, με το χαμόγελο της οδύνης στα χείλη μέσα από τους φιλόξενους λάκκους ζητούσαν βοήθεια.
Η Λιγκοβάνη κάηκε!
Τέφρα και μόνο τέφρα κάλυψε τα πάντα. Μόνο ερείπια αποτέλεσαν την απαίσια εικόνα η οποία πρέπει να συγκινήσει τους σύγχρονους Λιγκοβανιώτες να δοξάσουν την Ματωμένη ιστορία του πυρπολυθέντος χωριού τους.
Ούτε ο τύπος έμεινε ασυγκίνητος μπρος τη μεγάλη καταστροφή αλλά έγραφε:
«…..ο βουλγαρικός στρατός ελεηλάτησε και επυρπόλησε το χωριό Λυγκοβάνη βορείως του Λαγκαδά….. κατακρεούργησαν άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέροντες, εβίασαν παρθένους κ.λ.π.».

Η Λιγκοβάνη απελευθερώθηκε στις 20 Ιουνίου 1913.

Το τηλεγράφημα με το οποίο ο επιτελάρχης Δούσμανης ενημερώνει τον Βενιζέλο για την απελευθέρωση της Λιγκοβάνης και του Λαχανά.
Επιτέλους!  Η Λευτεριά έστησε το δικό της δοξαστικό χορό στο χωριό μας:  Ήταν μια γιορτή σώματος και ψυχής για τους απλούς χωρικούς, που ένιωθαν επιτέλους ελεύθεροι ύστερα από μια βαριά κι αιματηρή σκλαβιά. Οι πινακίδες των καταστημάτων ξαναγράφηκαν στα ελληνικά, ο Άγιος Γεώργιος ξανάρχισε τη θεία λειτουργία στην ελληνική γλώσσα και το σχολείο άρχισε να λειτουργεί.
Γλυκοχαράξε
Η ομορφιά βασίλεψε στη δημιουργία και η φύση όλη λές και ξύπνησε με ωραία ρούχα, πανηγύριζε, σαν να γιόρταζε την Ανάστασή της.
Ένας πυρσός πασχαλινός καταύγασε το μενεξεδένιο βουνό προς τη Λιγκοβάνη και μετά από λίγο ανέβαινε μεγαλοπρεπής και υπερήφανος ο ήλιος και σκορπούσε τώρα και αυτός τη δέσμη των ακτίνων του πάνω στο φωτοστέφανο της Ελληνικής δόξας, ενώ ταυτόχρονα σ΄ όλο το μέτωπο της παράταξής μας χαιρετούσαν τη Μεγάλη Εθνική Πανήγυρι.  

Όλα αυτά τα θύματα της Βουλγαρικής θηριωδίας περιμένουν από μας τους νεότερους Λιγκοβανιώτες δακρυσμένοι με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων της απελευθέρωσης του χωριού μας να τους αποδώσουμε τον φόρο της τιμής που τους αξίζει.

Ο Ελληνικός στρατός προελαύνων για την κατάκτηση του "πράσινου λόφου".

Οι Βούλγαροι καταδιωκόμενοι εγκαταλείπουν τη Λιγκοβάνη.

Οι Βούλγαροι επί των υψωμάτων.