Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013


Η ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ


(Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του κειμένου του αποσπάσματος που ακολουθεί)


 
«Η Ξυλόπολις είναι ένα χωριό όπως όλα τα άλλα χωριά.  Έχει μόνον μια μεγάλη διαφορά στην εθνική ιστορία.  Ειδεμή κατά τα άλλα δεν διαφέρει.  Δεν ψευδαυτοπαινιέται.  Στερείται από κάθε σύγχρονο πολιτισμό.  Είναι κλεισμένη στο κουβούκλιό της του περασμένου αιώνα.  Με σωστό αντίγραφο μεσοανατολίτικου πνεύματος.  Έχει το δικό της τρόπον διαβιώσεως.  Ούτε τηλεοράσεις, ούτε ράδια, ούτε κινηματογράφους κ.λ.π. δια την ψυχαγωγίαν της.  Έχει όμως τον Μήτσον Αλμπάντην, τον Αντώνη, τον Μπλαγγάρα και τόσους άλλους. 

Ο μπάρμπα-Μήτσος και ο Αντώνης δεν είναι ούτε φίλοι, ούτε εχθροί, τους χωρίζει η ηλικία, το επάγγελμα, αι πολιτικές αντιλήψεις, αι κοινωνικές πεποιθήσεις, ο τρόπος του σκέπτεσθαι και τόσα άλλα πράγματα.  Μόνον σ’ ένα ταιριάζουν: το πιοτό.  Παίρνουν κατά σειράν τα μαγαζιά και τραβούν 3 – 4 ποτηράκια στο καθένα.  Και μήπως σπουδαία είναι αν τραβούσαν 3 – 4 ποτηράκια σε 7 – 8 μαγαζιά; Μικροπράγματα γι’ αυτούς 30 – 40 ποτήρια.

Κάποια μέρα του μπάρμπα Μήτσο του πόναγε η βούζα και πολύ πρωί είχε βάλει «εμπρός».  Βλέπει πιο πέρα τον Αντώνη.

- Αντών ε ε ε Αντών.  Ακόμα δεν έχει μεθύσει ο πιζιβέγκης για να μη ακούει.  Ο μεθυσμένος όσο κουφός και αν είναι δεν ακούει όταν είναι στα καλά του, όταν όμως σουρώσει ακούει σαν τον λαγό.   Κάποιος περαστικός σκούντιξε τον Αντώνη και του είπε πως ο Αλμπάντης τον φώναξε.

- Τι είναι Μήτσο; Με συγχωρείς δεν σε είδα.  Δεν σε άκουσα.

- Βρε τι καυγάδες είχες ψες το βράδυ;  Με την γυναίκα σου μάλωνες;  Σαν πολύ σοβαρό μου φάνηκε.

- Μπα, τα συνηθισμένα, Μήτσο μου.  Όπως πάντα.  Αλλά για πες μου από πού τα άκουσες;

- Πηγαίνοντας για το σπίτι μου, έπεσα μπροστά στην πόρτα σου και εκεί που κυλιόμουνα τα άκουα.

- Μην ανησυχείς Δημητρό.  Άϊ στην υγεία σου.  Πήγα στο σπίτι μου όπως είναι γνωστό κατά τα μεσάνυχτα και λιγάκι στο κέφι, διότι τα κοπανίσαμε με τον Πέτρο, Τζέμο, Πατσοράκη.  Δηλαδή στουπί, γόαν.  Πηγαίνοντας όμως να σου μπροστά  του  ο Στόγιαν Τάσιου το σκυλί.  Αμ τώρα;  Παίρνω βόλτα από πάνω απ’ τα αλώνια.  Συμβουλεύομαι την πούλια, τον πολικό αστέρα και βρίσκω, που λες, την πόρτα του σπιτιού μου.  Την ανοίγω και νταλ-ντος μέσα στην κάμαρα.  Βλέπω την γυναίκα μου, την αγαπημένην Λοίζαν μου, να κάθεται δίπλα στο τζάκι.  Μόλις με είδε στα χάλια που βρισκόμουν, αντί να σηκωθεί και να μου πει τρυφερά λόγια, όπως κάνουν οι προκομμένες γυναίκες, τη βλέπω να ορμά επάνω μου όπως η γάτα στο σκυλί για να μου βγάλει τα μάτια.  Ευτυχώς δεν έχασα την ψυχραιμίαν μου.  Με ένα στρατηγικό ελιγμό και με μια κυκλωτική κίνηση, τσουπ κάθησα στην άλλη γωνιά του τζακιού.  Ευτυχώς δεν συνέχισε την επίθεσιν.  Σωριάστηκε στην άλλη γωνιά του τζακιού.  Βλέπω να βαστά τη μασιά στο χέρι και να μου την επιδεικνύει.  Τα χρειάσθηκα, Μήτσο μου.  Σκέφθηκα να γυρίσω στην πολιτική, να δημιουργήσω μια Βάρκιζα για να οπλισθώ.  Μα με τι;  Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου και κανένα πρόχειρο οπλισμό δεν έβρισκα για επίθεση.  Βλέπω τον τεντζερέ μπροστά στο τζάκι.  Τον ξεσηκώνω δήθεν να διώ τι είχε μαγειρέψει και αρπάζω το καπάκι.  Αρχίζει το κακό.  Καυγάς και βρισιές.  Δεν φοβόμουν όμως διότι είχα βαρύ οπλισμό, το καπάκι του τεντζερέ.  Αυτή τη μασά, εγώ το καπάκι.  Κάνει να με κοπανίσει στο κεφάλι, σηκώνω το καπάκι και φράπ το προφυλάσσω από το κτύπημα.  Αποσύρεται αυτή, σαλδίζω εγώ με το καπάκι, αλλά χώνεται  στην γωνιά του τζακιού και αποτυγχάνω τον στόχον.  Το τζάκι μας ήτο το σιδηρούν παραπέτασμα, το Ζίγφριντ.  Άλλη απόπειρα επιχειρεί.  Αστραπιαίως εγώ το καπάκι (ασπίδα) στο κεφάλι μου.  Αυτή η ομηρική μάχη, η μονομαχία του Έκτορος – Αχιλλέως βάσταξε πολλή ώρα.  Κάποια στιγμή της ξεσφενδονίζω το καπάκι στο κεφάλι και την πέτυχα. Όμως δεν παραιτήθηκε. Δεν παραδόθηκε.  Δεν κατέθεσε τα όπλα.  Σε μια στιγμή, Δημητρό μου, που ήμουν ακάλυπτος, με χτύπησε στη γκλάβα.  Ζαλίστηκα.  Να πέσω κάτω κόντεψε.  Στην μανίαν μου αρπάζω τον τεντζερέ με τις νερόβραστες πατάτες και ίσια επάνω της. Άρχισε τα άλε – ούλε.  Ετοιμαζόμουν να φωνάξω: «Νενίκηκά σε Σολομών».  Αλλά δυστυχώς τίποτε.  Ζεμάτισμα μόνον εις τρίτον βαθμόν.  Αρπάζει πατάτες και με αρχίζει.  Ο αγών μετετράπη εις πατατομαχίαν.  Λιόμα όλες οι πατάτες.  Μπαϊλδίσαμε και οι δυό.  Παραδίδομαι άνευ όρων.

- Μα άκουα κάτι σαν εκείνα τα σαχάνια που κάνουν τζιν, τζαν, τζιν στην μουσική, βρε Αντών.

- Μα δεν κατάλαβες;  Ήταν η μασιά που τη χτυπούσε η γυναίκα μου επάνω στο καπάκι».[1]



[1] ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΦΕΝΔΟΝΗΣ – «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ» - 1955

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013


Ένα μικρό χωριό με μια μεγάλη ιστορία

 

 

Ξ Υ Λ Ο Π Ο Λ Ι Σ

 

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του κειμένου του αποσπάσματος που ακολουθεί)

Όπως κάθε τόπος έχει διαφορετικό ορίζοντα, έτσι και κάθε χωριό έχει διαφορετική την μοίρα του.

Μέσα στην ατελείωτη σειρά των ηρωϊκών χωριών της πατρίδος μας αναμφισβήτητα μια από τις πιο αξέχαστες και λαμπρές θέσεις κατέχει το ηρωϊκό και μαρτυρικώτατο χωριό Λιγκοβάνη (νυν Ξυλόπολις).  Φρουρός ακοίμητος της Πατρίδος, στάθηκε ψηλά όσο λίγα χωριά και έγινεν ο κυματοθραστης κάθε σλαβικού ορμητικού κύματος που ήθελε να καταλύση την Πατρίδα μας και ιδιαιτέρως το στολίδι της Ελλάδος, την Μακεδονία μας.  Θεματοφύλακες πιστοί των ιερών και ακαταλύτων παραδόσεων του Έθνους μας οι Λιγκοβανιώτες, αγωνίσθηκαν από το 1870 με φανατισμόν αγώνα ιερό κατά της σλαβικής προπαγάνδας που ωργίαζε και αλώνιζεν ολόκληρον την Μακεδονικήν ύπαιθρον.

Οι Λιγκοβανιώτες κρύβουν μέσα τους ότι υπεροχώτερο έχει να επιδείξη η ανθρώπινη ψυχή: την Πατρίδα.  Η καρδιά των πλημμυρισμένη από Ελλάδα, σκιρτά από συγκίνηση και ενθουσιασμό και στο απλό άκουσμα της λέξεως Ελλάς.  Οι Λιγκοβανιώτες με την θέρμην της ελληνικής ιδέας, ανέδειξαν πολλούς Μακεδονομάχους, οι οποίοι διεκρίθησαν δια το θάρρος και αυτοθυσίαν των.  Ο Κώστας Χαριζάνης, ο Κινές, ο Δαναήλ, ο Τράκας, ο Πάσχου, ο Χάϊδας, ο Μόσχου και πολλοί άλλοι.  Είδαν τα βρεφη των να πνίγονται μέσα εις την ιεράν κολυμβήθραν υπό των Βουλγάρων.  Είδαν τον  Μπέλιο Δήμο να στραγγαλίζη το νεογέννητο βρέφος του δια να μη βαπτισθή από Βούλγαρον ιερέα.  Είδαν τους δασκάλους των να κατακρεουργούνται και τα σχολεία των να μένουν κλειστά.  Την εκκλησίαν των να σφραγίζεται υπό των τουρκικών αρχών τη υποδείξει των Βουλγάρων ίνα αναγκασθούν και γίνουν Βούλγαροι.  Είδαν πολλούς ομοϊδεάτας των να φονεύονται με τον αγριότερον τρόπον.  Μέσα στην εκκλησίαν των κατά την ώραν της θείας λειτουργίας κατ’ επανάληψιν εδέχθησαν ομαδικήν επίθεσιν των Βουλγάρων και ο ιερός ναός έγινε πεδίον αγρίων μαχών με όπλα, μανουάλια, ιεράς εικόνας και ότι πρόχειρο ευρίσκετο κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν.  Και αφού πλημμυρούσε ο τόπος από αίματα και εξεδιώκοντο οι επιδρομείς, παρουσιάζοντο και μερικά πτώματα φονευθέντων.

Εδώ στη Λιγκοβάνη συνήφθη ομηρική μάχη πέριξ του τότε Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης και μετέπειτα πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ του Γ΄ τον οποίον οι Βούλγαροι απεπειράθησαν να τον κακοποιήσουν εξερχόμενον του ιερού ναού μετά την τελεσθείσαν υπ’ αυτού λειτουργίαν.

Αξιομνημόνευτον περιστατικόν είναι το κατωτέρω, σχετικόν με τον εθνικόν φανατισμόν των Λιγκοβανιωτών.   Όταν ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ ο Γ΄ ήτο Μητροπολίτης Θεσ/νίκης, εις την Λιγκοβάνην ήτο εφημέριος ο Παπαχριστόφορος.  Ούτος ήτο σχεδόν αγράμματος, όπως συνήθως την εποχήν εκείνην όλοι οι ιερείς.  Είχε όμως το μεγαλύτερον προσόν για την εποχήν εκείνην (1870-1885) του Μακεδονικού  αγώνος:  είχε αφαντάστως μεγάλην ελληνικήν καρδιά.  Ήτο άνθρωπος για την περίστασιν.   Είχε όμως και ένα μεγάλο ελάττωμα, ότι έπινε.  Εμεθούσε.  Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ κατ’ επανάληψιν τον προσκαλούσε και τον νουθετούσε να κόψη το κακό αυτό ελάττωμα διότι εξέθετε την ιερατικήν αποστολήν.  Παρά τας νουθεσίας ο Παπαχριστόφορος δεν συνεμορφώνετο, προβάλλων εις τας συστάσεις του Μητροπολίτου ότι «εγώ δεν είμαι παπάς της Μητροπόλεως.  Εμένα δεν με χειροτόνησεν ο δεσπότης.  Εμένα με χειροτόνησε το ελληνικό προξενείο.  Εγώ συστάσεις και απειλάς δέχομαι μόνον από τον πρόξενόν μας.»

Ο Μητροπολίτης αποφασίζει τότε να τον  στείλη εξορία  στη Ρόδο και εζήτησε από τας τουρκικάς αρχάς να εκτελεσθή η απόφασή του.  Οι Λιγκοβανιώτες δι’ επιτροπής παρακαλούν τον Μητροπολίτην ν’ ανακαλέση την απόφασίν του.  «Προς Θεού, Δεσπότ εφέντη, μη τον εξορίζετε.  Απαγορεύσατέ του να λειτουργή.  Καθαιρέσατέ τον.  Μη όμως τον απομακρίνετε από την Λιγκοβάνην.   Είναι απαραίτητος ο Παπαχριστόφορος στο χωριό μας.  Θα μας φαν οι Βούλγαροι.  Είναι η ψυχή του χωριού, είναι η συνισταμένη της ελληνικής ιδέας.  Είναι η ζώσα δύναμις του αγώνος μας εναντίον των ατίμων.   Είναι…….είναι…….είναι….»

Ο Μητροπολίτης ανένδοτος.  Η απόφασις του εξετελέσθη.

Αυτό ήτο.  Αυτό ήθελαν και οι Βούλγαροι.  Αυτό που δεν κατώρθωσαν με την πιστόλα των, με τον χρυσόν των, τους το προσέφερεν ο Μητροπολίτης.  Όμως δεν πέρασε ούτε ένα έτος και εκ της δυσμενούς τροπής που πήρε η ελληνική υπόθεσης της Λιγκοβάνης εκ της απουσίας εκείνου του αγραμμάτου και μεθυσμένου ιερέως Παπαχριστόφορου και αναγκάζεται ο Μητροπολίτης Ιωακείμ πιεζόμενος εκ της ανάγκης, τηλεγραφικώς να ανακαλέση τον Παπαχριστόφορον εκ της εξορίας και να τον τοποθετήση πάλιν εις Λιγκοβάνην, ανεξέλεγκτον πλέον.  Ο Παπαχριστόφορος δίδει ζωή εις τους Λιγκοβανιώτας.  Αναπτερώνεται το ελληνικό ηθικόν των.

Επειδή δε εν τω μεταξύ είχε χάσει, είχον διαρπαγεί από τους Βουλγάρους τα ιερά του άμφια και θρησκευτικά του σκεύη και επειδή δεν είχε χρήματα να αγοράση άλλα και δια τον φόβον μη του τα κλέψουν και πάλιν, τα αντικατέστησε με μια ιδικήν του έμπνευση.  Εις το εσωτερικόν του ράσου έραψεν ένα μεγάλο σταυρό με κίτρινο ύφασμα.  Και όταν λειτουργούσε ή εκήδευε νεκρόν ή εκτελούσε τελετήν, φορούσε το ράσο του ανάποδα ώστε ο κίτρινος σταυρός να είναι απ’ έξω.  Το μάλινο χωριάτικο ζωνάρι του το είχε μετατρέψει σε πετραχήλι, επίσης με 3 σταυρούς από κίτρινο πανί.  Την ταμπακιέρα του σε θυμιατό.  Και έτσι όλα τα σύνεργά του τα κουβαλούσε πάντα μαζύ του και δεν υπήρχε φόβος για να του τα κλέψουν.
Επί πολλά έτη εξυπηρέτησε τους Λιγκοβανιώτες θρησκευτικώς κατ’ αυτόν τον τρόπον, την δε ελληνικήν ιδέαν όσον ολίγοι αγωνισταί μέχρις ότου κατά την τελετήν της Αναστάσεως το 1894 και όταν παρουσιάσθη εις την Μεγάλην Πύλην του ναού προσφέρων το άγιον φως, τον περικύκλωσαν οι Βούλγαροι και απήτησαν να φύγη από τη θέσιν του δια να προσφέρη το άγιον φως ο Βούλγαρος ιερεύς και επειδή αυτός επέμενε καταφερόμενος κατ’ αυτών, τότε ο Βούλγαρος Τοσίνωφ τον άρπαξεν από τα μαλιά της κεφαλής και με ένα βίαιο τράβηγμα του άφηρεσε τα μαλιά μαζύ με το κρέας.  Αιμόφυρτος όπως ήτο κατάφερε ένα γερό κτύπημα εις το πρόσωπο του Τοσίνωφ με το τρικέρι και σωριάστηκαν κατά γης και οι δύο, ίνα ο μεν Τοσίνωφ να θεραπευθή τελείως, ο δε Παπαχριστόφορος μετ’ ολίγο καιρό να παραδώση την μεγάλην ψυχήν του εις τον Θεόν και εις το Ελληνικόν έθνος.


ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 1952

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013


Η ΚΟΤΤΑ ΒΓΗΚΕ ΚΟΚΟΡΑΣ

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του κειμένου του αποσπάσματος που ακολουθεί)

 

Ήτο η εποχή της αταξίας.  Οι Γερμανοί είχαν φύγει και στην Θεσ/νίκη έπνεεν ο αέρας της ….. ελευθερίας.  Ο τρισένδοξος νικητής φορτωμένος με δάφνας και δόξα που έδιωξε τους Γερμανούς, διέσχυζε τους δρόμους της Θεσσαλονίκης με θούρια.  Όλα ήσαν εν τάξει και μόνον η μονέδα έλειπε.  Το κράτος των Αθηνών δεν έστελνε χρήματα στο εσωτερικό.  Οι χωρικοί κατέβαιναν από τα χωριά και ψώνιζαν με είδος.  Έτσι και ο χωριανός μας Γιώργος Λάτικας έπιασε τις κόττες του και τον κόκορά του, τα φόρτωσε στο γάϊδαρό του και κατέβηκε.  Έδεσε τον γάϊδαρό του στο χάνι και τράβηξε με τις κόττες του στην αγορά Μουδιάνου.  Όλες τις πούλησε, μα του έμενε ακόμα ο κόκορας.  Κάποια στιγμή του παρουσιάζεται ένα σοβαρός κύριος, με μπαστούι, τσάντα και με άψογη περιβολή.

-         Πατριώτη, γεννά αυτή η κόττα;

-         Πως! Γεννά, κύριε, του απαντά ο Λάτικας, νομίζων ότι τον κοροϊδεύει ο κύριος, εφ’ όσον βλέπει κοτζάμ κόκορα με ένα μέτρο ουρά, με χρωματιστά πτερά, λιρί, πλήκτρο κ.λ.π.  Κάθε μέρα γεννά και ένα αυγό.

-         Μα τέτοια κόττα ήθελα να γεννά κάθε μέρα διότι έχω ένα παιδάκι και του χρειάζεται ένα αυγουλάκι της ημέρας.  Και πόσο έχει;

-         120 δραχμές.  Όπως έδωσα και τις άλλες.

Ακριβά πατριώτη μου.  Με λίρα 2000, 120 δραχμές είναι ακριβά.

Η συμφωνία έκλεισε στις 110.  Πήρε ο κύριος τον κόκορα-κόττα και ο Λάτικας, αφού έκανε τα ψώνια του, γύρισε στο χάνι,  τα φόρτωσε στο γάϊδαρό του και ήτο έτοιμος να φύγη για το χωριό του.  Ο κύριος χαρούμενος πήγε στο σπίτι του, αλλά τον παραμαζεύει η γυναίκα του για την γκάφα.  «Θα τον τσακίσω στο ξύλο τον  παληοχωριάτη αν τον βρώ, τον απατεώνα» και δόστου στους δρόμους για να βρη τον Λάτικα.

Ο Λάτικας αφού πλήρωσε τον χατζή του και ήτο έτοιμος να κινήση, να σου ο κύριος με τον κόκορα.

-          Βρε παληοκλέφτη, απατεώνα, γιατί βρε με γέλασες και μου πούλησες τον κοτζάμ κόκορα για κότα;  Κατέβαινε τις 110 δραχμές, για να μη κατεβάσω το μπαστούνι μου στο κεφάλι στου.

-         Μα δεν σας γέλασα κύριε.  Εσείς δεν είδατε το λιρί του, το πλήκτρον του, τον χρωματισμό, την ουρά του, το κελάϊδεμάτου που μπροστά σας κατά την συμφωνίαν κελαϊδούσε;  Εγώ τα λεφτά τα ψώνισα.  Δεν  έχω ούτε πεντάρα.

-         Πάμε στην αστυνομία για να σου δείξω παληοχωριάτη …..

-         Κύριε αστυνόμε, είμαι ο δικηγόρος Παραλίδης Ιγνάτιος.  Αυτός εδώ ο απατεώνας μου πούλησε αυτόν εδώ τον  κόκορα για κόττα.  Η γυναίκα μου κατάλαβε την απάτη και τώρα αρνείται να μου επιστρέψη τις 110 δραχμές.

-          Δόξα σοι τω θεώ, δόξα σοι.  Να και ένας χωριάτης που γέλασε έναν δικηγόρο και του πούλησε κόκορα για κόττα.  Μα ευλογημένη κ. δικηγόρε, δεν έβλεπες τζάνουμ ότι το πουλί αυτό είναι κόκορας;  Πόσο οπισθοδρομικό είναι το Κράτος που να μη επιβάλη στο Πανεπιστήμιο, στα νομικά, και μια έδρα ζωολογίας για να μαθαίνουν οι δικηγόροι να ξεχωρίζουν τις κόττες από τους κοκόρους και τις κούρσες από τις χελώνες.  Ο άνθρωπος αυτός δεν σας γέλασε.  Τα λεφτά τα ψώνισε.  Κράτησε δικηγόρε μου τον κόκορα και φόρτωσέ τον τα γράμματα που έμαθες.[1]

 

 

 

 

 

 





[1] ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 1953
 

 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012


ΜΙΚΡΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΞΥΛΟΠΟΛΙΤΩΝ

 

Εκτός από τις κύριες απασχολήσεις του Ξυλοπολίτη υπήρχε ακόμη ένας σωρός από άλλες μικροαπασχολήσεις, που ξεφύτρωναν κάθε τόσο και που έπρεπε να βρίσκεται πάντα τρόπος για την αντιμετώπισή τους.  Γιατί όσο κι αν φαίνονται μικρότερης σημασίας, ήταν ωστόσο άρρηκτα συνδεδεμένες με την κανονική και απρόσκοπτη πορεία της όλης προσπάθειας του αγρότη και γι’ αυτό ήταν αναγκασμένοι να αναζητούν και να βρίσκουν τον καιρό να τις κάνουν κι αυτές.

Έτσι, όταν έβλεπε ότι κάποιο ξύλινο εξάρτημα του αλετριού του ήταν επικίνδυνο να σπάσει, έπρεπε να αναζητήσει έγκαιρα το κατάλληλο ξύλο, να το κόψει και να το πελεκήσει, για να είναι έτοιμο να αντικαταστήσει στην ώρα του το φθαρμένο.

Στο τέλος του καλοκαιριού έπρεπε να ελέγξει μήπως χρειαζόταν μερεμέτισμα το σπίτι που κατοικούσε, για να καλέσει έγκαιρα τον χτίστη και το μαραγκό γι’ αυτά και αυτός να φροντίσει να φέρει τυχόν χρειαζούμενο κοκκινόχωμα για συμπληρωματική στρώση πάνω στο δάπεδο.

Αδιάκοπη επίσης έπρεπε να είναι η προσοχή του οικογενειάρχη αγρότη και της γυναίκας του γύρω από την ενδυμασία όλης της οικογένειας, με σκοπό την έγκαιρη διόρθωση των ρούχων με τα κατάλληλα μπαλώματα και μερεμέτια, για να κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο.
Γνέσιμο.
Έτσι η νοικοκυρά είχε το ειδικό καλαμένιο καλαθάκι -το ραφτικό- μέσα στο οποίο διατηρούσε πάντοτε το ψαλίδι, τις βελόνες και σακοράφες, τη δακτυλήθρα και πολλών λογιών καρούλια και κλωστές, καθώς και πολλά κομμάτια πανί ή ύφασμα από παλιά και καινούρια, τα οποία χρησιμοποιούσε με μεγάλη επιδεξιότητα και μπάλωνε το κάθε ρούχο της οικογένειας που παρουσίαζε φθορά.

Επιπλέον η νοικοκυρά έπρεπε να φροντίσει για τη συντήρηση και κατασκευή των παπλωμάτων. Το έργο αναλάμβανε ο παπλωματάς. Ήταν ένας γραφικός τύπος, αγνώστου καταγωγής, που τον καλούσαν οι νοικοκυρές της γειτονιάς με τη σειρά, μόλις έστρωνε ο καιρός.  Πλένανε το πανί που τα κάλυπτε, και αυτός, μ’ ένα ειδικό σκοινί τεντωμένο σε βέργα, χτυπούσε το μαλλί ή το βαμβάκι και γινόταν αφράτο, ενώ με περίσσεια τέχνη «κεντούσε» κυριολεκτικά τα παπλώματα.  Και όλα αυτά σε μια αυλή, στρώνοντας κάτω και κάποιο χράμι για να ακουμπάει και να μη λερωθεί. Τα σύνεργα της δουλειάς του ήταν: το τοξάρι με την κόρδα (χορδή) που ήταν φτιαγμένη από στριμμένο έντερο βοδιού, το κοπάλι (ξύλινο σε σχήμα μπουκαλιού), μια μαύρη ψαλίδα, βελόνα, κλωστές, δακτυλήθρα και το τσιπούκι (βέργα) λεπτό, πελεκημένο και λείο, από ξύλο κρανιάς, που ξεπερνούσε το ένα μέτρο.

Ο αργαλειός.

Την κύρια και ξεχωριστή θέση μέσα σε ένα Ξυλοπολίτικο σπίτι την κατείχε ο αργαλειός, με τον οποίο η γυναίκα του σπιτιού κατασκεύαζε διάφορα είδη για τις ανάγκες της οικογένειας. Τα Ξυλοπολίτικα υφαντά έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, την σφιχτή ύφανση. Τα χρώματα που επικρατούσαν ήταν το μαύρο και το κόκκινο και τα στολίδια που συμπλήρωναν το υφαντό ήταν πολύχρωμα. Οι ύλες που χρησιμοποιούνταν κυρίως ήταν βαμβάκι και μαλλί. Στην παλιά εποχή δεν υπήρχαν έγχρωμα νήματα, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναγκάζονται να τα βάφουν μόνες τους.  Αυτό γινόταν με το να χρησιμοποιούν φυτικές βαφές, από ρίζες φυτών, φύλλα, λουλούδια, καρπούς ή ακόμα και μουτζούρα από το τζάκι και λουλάκι. Τα υφαντά είχαν θέματα με σκηνές της καθημερινής ζωής, ακόμα και πρόσωπα. Τα είδη που φτιάχνονταν ήταν αμέτρητα: χαλιά, κουβέρτες, κάπες, ντισάκες (είδος ταγαριών), βράκες, φορέματα, κουρτίνες, δαντέλες, φούστες, τραπεζομάντιλα κ.α.

Στην Ξυλόπολη σε κάθε σπίτι ο αργαλειός κατείχε ξεχωριστή θέση. Τα Ξυλοπολίτικα υφαντά διακρίνονται για την αρμονία των χρωμάτων και την καλαίσθητη διακόσμησή τους. Οι γυναίκες ήταν γνωστές για την ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τους στην κατασκευή υφαντών.  

Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έβαλε στο περιθώριο την παραδοσιακή υφαντική.  Σήμερα το επάγγελμα της υφάντρας και η τέχνη του αργαλειού έχουν αντικατασταθεί  από σύγχρονες μηχανές.

Οι γυναίκες όμως ήταν επιφορτισμένες και με τις υπόλοιπες δουλειές του σπιτιού όπως τη φροντίδα των παιδιών, και επιπλέον το ζύμωμα του ψωμιού που γινόταν κάθε ένα ή  δύο Σάββατα.
 
Με το πλύσιμο των ρούχων που γινόταν κυρίως στο σπίτι αλλά και στον Μπογδάνα. Στο σπίτι δεν υπήρχε νερό, και έτσι το έφερναν με τα λαγήνια (στάμνες) και τα γκιούμια από τα πηγάδια που ήταν διάσπαρτα κοντά στο χωριό.  Περίφημα πηγάδια ήταν του "Τζούλιου", του «Ηλίου», του «Κυρλίου», του «Πέτρου», του «Ασάν» κ.ά. Τα μονοπάτια που οδηγούσαν στα πηγάδια έσφυζαν από ζωή.
 

Το σιδέρωμα γινόταν με σίδερo - βαποράκι, που θερμαινόταν με κάρβουνα που τοποθετούνταν στο εσωτερικό του.

Εγώ κολλημένος στην παράδοση αναζητώ αναμνήσεις σ' αυτή.
Δεν είναι εύκολο να αποκολληθείς απ' αυτή, όταν τρυφερό βλαστό σε μπόλιασαν μ' αυτή.  Ευτυχείς όσοι αποκομμένοι από τα δεσμά της και ανεπηρέαστοι ζουν και συμπεριφέρονται στο κλίμα που βρίσκονται.

Καθώς περνούσαν τα μισά του Οκτώβρη, πώς να μην έλθουν στο νου μου, τέτοιο καιρό, εκείνες οι εικόνες της αναστατώσεως του σπιτιού, που ετοίμαζαν τώρα, τέτοια εποχή, τα διάφορα σπιτικά - χειροποίητα ζυμαρικά, τα «ρετσέλια», τους «καβουρμάδες» για όλο το χειμώνα!
 
Ο φούρνος.

Σαν να βλέπω μπροστά μου τον πλάστη να πλάθει το ζυμάρι για τον «τραχανά». Καζάνια να βράζουν τα «πικμέζια» και τα «ρετσέλια». Μέρες ολόκληρες, έβραζαν τα «ρετσέλια» και τα «πικμέζια», τα δοκίμαζαν και τα ξαναδοκίμαζαν, φωνάζοντας μεταξύ τους οι νοικοκυρές για να δώσουν αμοιβαίες συμβουλές και γνώμες, αν πήχτωσε το πετιμέζι, αν έβρασαν καλά τα «ρετσέλια», αν πήραν καλό χρώμα, αν, αν, ...αν για να τα βάλουν επιτέλους στα «πιθάρια» και να κρύψουν οι γριές κανένα κουτί με ρετσέλια, σε κανένα σκοτεινό «οντά» ή στο «κελάρι», για να τα πάνε ύστερα κρυφά πάλι στην κόρη, κρυφά από τα «πεθερικά» της.

Είναι τώρα αυτά ...λησμονημένες ιστορίες.  Απηχούν ένα παλιό νοικοκυριό που πέρασε και έσβησε. Νοσταλγία των παλιών. Περιφρονητικός θαυμασμός των νέων.  Η ιστορία με την ροή της.  Η πρόοδος που έρχεται αναπότρεπτα. Ναι, στην πρόοδο. Άλλα και ματιές στην παράδοση που εμπνέει.

Αν οι πλατείες και τα δρομάκια της Ξυλόπολης είχαν φωνή, θα έλεγαν πολλά. Θα μας ψιθύριζαν κουβέντες για τους κρεοπώλες, τους τζαμπάσηδες και τόσους άλλους που διαχρονικά διαμόρφωσαν την ιστορία αυτού του τόπου. 

Οι κρεοπώλες του χωριού μεριμνούσαν για την εξεύρεση και αγορά των κασαπικών (σφαγίων) από τους παραγωγούς, τα οποία έσφαζαν σε κάποιο απόμερο μέρος του χωριού, τα γδέρνανε και χώριζαν το κρέας από την προβιά (δέρμα). Έπειτα, αφού τα ξεκοίλιαζαν και έβγαζαν το συκώτι και τα μεσιακά (κοιλιά με τα’ άντερα), τα μετέφεραν στον τόπο της λιανικής πώλησης, που συνήθως δεν ήταν άλλος από τα καφενεία του χωριού, γιατί τότε δεν υπήρχαν συστηματικά κρεοπωλεία.

Κρέας από το τσιγκέλι εύρισκε κανείς στο χωριό μόνο τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές.  Σπανίως υπήρχε κρέας δυο ή τρεις φορές την εβδομάδα.

Τα εργαλεία του χασάπη ήσαν ένα ή δυο χασαπομάχαιρα, με τα οποία έσφαζε και κατόπιν έκοβε και μερίδιαζε το κρέας, το τριπλό τσιγκέλι που κρεμούσε το σφάγιο για να το γδάρει, να το ξεκοιλιάσει και κατόπιν να το κόβει στις ζητούμενες ποσότητες, η παλάντζα με τα δράμια στην οποία ζυγίζονταν το πωλούμενο κρέας και το κούτσουρο (κομμάτι κορμού δέντρου) πάνω στο οποίο έσπαζαν τα κόκαλα της κάθε πωλούμενης μερίδας.
 

Άτομα που άφησαν εποχή ασκώντας το μικροεπάγγελμα του κρεοπώλη ήταν στο χωριό μας οι:  ο Μπαρμα-Αντρέας Κατάρας, ο μπαρμπα-Θωμάς Χάντας και ο μπαρμπα-Κώστας Δημητρίου.

Από τους πραματευτές της προ του αυτοκινήτου εποχής  ήταν και ο τζαμπάζης, ο άνθρωπος  με την λαλίστατη γλώσσα.   Η δουλειά του τζαμπάζη ήταν παρόμοια με τη δουλειά του μεταπράτη, με τη διαφορά ότι η δραστηριότητα του τζαμπάζη περιοριζόταν στο εμπόριο των ζωντανών μεγάλων ζώων, μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων και βοδινών αγελάδων, ταύρων, μοσχαριών. Τα ζώα αυτά τα αγόραζαν και ή τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα καλύτερα ή υποδεέστερα με καταβολή διαφοράς σε χρήμα, με τελική κατάληξη τη μεταπώληση, όταν εύρισκαν συμφέρουσα την τιμή.
 

Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει γυρολόγος έμπορος, του οποίου οι περιοδικές τελευταίες πράξεις γίνονταν στα βδομαδιάτικα παζάρια, όπου οδηγούσε τα αγορασμένα ή ανταλλαγέντα για τελική πώληση ή νέα ανταλλαγή.   Τζαμπάζηδες που έδρασαν στο χωριό και στην περιφέρεια ήταν: ο μπαρμπα-Αντρέας Κατάρας, ο μπαρμπα-Κώστας Σινανάς ο μπαρμπα-Λάζαρος Μαμαλιούγκας.

Σημαντική ήταν η προσφορά του ευνούχου (μπουρντιστή). Ο ευνουχισμός απέβλεπε στη στείρωση του ευνουχούμενου αρσενικού ζώου και αυτό το πετύχαιναν με την αποσύνδεση των όρχεων αυτού από το υπόλοιπο γεννητικό σύστημα του ζώου. Την αποσύνδεση αυτή των όρχεων πετύχαινε ο ευνούχος με την αποκοπή των αβασταγών (αορτήρων) των όρχεων στα ζώα, που από φυσικού οι όρχεις κρέμονται και αιωρούνται, όπως στα κριάρια, στους τράγους, στα ταυριά, στα γαϊδούρια κ.λ.π. και με την πλήρη αφαίρεση στα ζώα, όπου οι όρχεις είναι εκ φύσεως προσκολλημένοι στο σώμα του ζώου.  Αξέχαστος ευνούχος ήταν ο μπαρμπα-Γραμμένης, ο οποίος ήταν κουρέας και βιολιστής.  Πώς τα συνδύαζε όλα αυτά ήταν άξιο απορίας.  Εξ άλλου γιαυτό το λόγο είχε εφευρεθεί και το απόφθεγμα: «Μπούρντισμα, ξύρισμα και βιολί» - Μέντσος.

Τα μεταπρατικά αυτά επαγγέλματα, παρά το ότι από πρώτη όψη εμφανίζονται παρασιτικά, ήσαν ωστόσο εξυπηρετικά και ωφέλιμα και σ αυτούς που τα ασκούσαν, επειδή συμπλήρωναν κατά κάποιο τρόπο το αγροτικό τους εισόδημα, αλλά και για τους άλλους χωρικούς, που εξασφάλιζαν τη διάθεση μικροποσοτήτων από τα προϊόντα τους, που τους ήταν ασύμφορη η μεταφορά και πώληση στην πόλη και τα παζάρια.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα ζώα που πουλιούνταν ή ανταλλάσσονταν, γιατί δεν ήταν εύκολο και συμφέρον στον απλό χωρικό να τρέχει στα παζάρια για να πουλήσει ή ν’ ανταλλάξει το ζώο του. Επίσης και για το φτωχό αγρότη που, παρά την εκμετάλλευση που υφίστατο, του παρουσιαζόταν σαν μοναδικός τρόπος για ν αποκτήσει κάποιο κεφάλαιο μόνο με την προσωπική του εργασία και προσπάθεια.

Ακόμα ένας χώρος στον οποίο περιστασιακά ασχολούνταν οι Ξυλοπολίτες ήταν η καλαθοπλεκτική.  Απαραίτητα εργαλεία για τους Ξυλοπολίτες αγρότες ήταν τα καλάθια, τα πανέρια και τα κοφίνια που τα χρησιμοποιούσαν για τη συλλογή, μεταφορά, την αποθήκευση αγαθών και για διάφορες άλλες χρήσεις.  Γιαυτό πολλοί κατείχαν την τέχνη της καλαθοπλεκτικής.  Δεξιοτέχνης του είδους θεωρούνταν ο παππούς μου ο Χαράλαμπος, ο οποίος μάλιστα έπλεκε αφιλοκερδώς για πολλούς συγχωριανούς τα απαραίτητα κοφίνια. 

Ο τρόπος παραγωγής τους είναι ο ίδιος και τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι καλάμια και βέργες λυγαριάς. Τα καλάμια και οι βέργες αφήνονται σε νερό να μαλακώσουν, ώστε να είναι ευλύγιστες για να πλεχτούν. Αφού πλεχτούν, αφήνονται να στεγνώσουν. Δεν χρησιμοποιείται κανένα συνδετικό υλικό ή οποιοδήποτε μηχάνημα κατά τη διαδικασία.

Μόνο λυγαριές, καλάμια και επιδέξια χέρια χρειάζονταν για να φτιαχτεί ένα όμορφο και χρήσιμο καλάθι. Από τα ρέματα μάζευαν λυγαριές και έφτιαχναν κοφίνια, πανέρια και καλάθια.  Καλάμια επίσης υπήρχαν παντού.

Το καλάμι φύεται πολύ εύκολα, ακόμα και ένα καλάμι να εμφανιστεί γεμίζει ο τόπος. Τα μάζευαν τα  καλοκαίρι που είχαν ψωμώσει.

Πρώτα έφτιαχναν τον πάτο. Ο πάτος του κοφινιού πρέπει να είναι πολύ γερός για να αντέχει στα μεγάλα βάρη. Με την λυγαριά έφτιαχναν τον πάτο και ειδικά τον σταυρό. Έβαζαν τα κάθετα (στημόνια) που πάνω τους έπλεκαν με τα καλάμια το κοφίνι. Εάν ήθελαν  γερή κατασκευή, έβαζαν μόνο λυγαριά.

Σπουδαίοι άνθρωποι, που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο παρέχοντας υπηρεσίες, ανεξάντλητα τοπία αποτυπωμένα σε πρόσωπα και σε αντικείμενα, συμπεριφορές, νοοτροπίες και ικανότητες που άνθισαν και καρποφόρησαν σε τόπους αγαπημένους, από ντόπιους ή ταξιδευτές.  Βυθισμένα πλέον στον ιστορικό ποταμό. Ανακαλύπτουμε τις μαγικές δεξιότητες και λεπτομέρειες, πέρα από έναν σύγχρονο κόσμο, γεμάτο από τη βεβαιότητα της παραγωγής και της τυποποίησης.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ  ΠΩΛΗΤΕΣ
(ΓΥΡΟΛΟΓΟΙ)
 
Η Ξυλόπολη είναι κτισμένη αμφιθεατρικά, στις νότιες πλαγιές των λόφων του ορεινού συγκροτήματος του Βερτίσκου, με φυσικά όρια τους κατάφυτους λόφους προς βορρά, τον ποταμό Μπογδάνα στα Νοτιοδυτικά.

Μοναδικής ομορφιάς είναι η ώρα του ηλιοβασιλέματος. Οι γύρω λόφοι αντανακλούν το ρόδινο του ουρανού και δημιουργούν μαγευτική αντίθεση με το πράσινο της βλάστησης.

Ψηλός, ποντικομούρης, με μαύρα μαλλιά και πάντα καλοχτενισμένος, με το ύψος να του δίνει στιλάτη εμφάνιση, με τα δυσανάλογα μακριά χέρια του, τα ανοικονόμητα, που πολλές φορές του πέφτανε   κάτω στη βιασύνη του να εξυπηρετήσει με δουλοπρέπεια φανερή, γαληφιά και κολακεία τις πελάτισσες που πλησίαζαν το κρεμασμένο στο λαιμό του κινητό κατάστημα, μάλλον από περιέργεια να εξακριβώσουν την ποικιλία και την ποιότητα της πραμάτειας που πουλούσε, ο ηλικιωμένος μικροεμποράκος ήταν ο τύπος των μαχαλάδων του χωριού μας.  «Βελόνες, καρφίτσες, παραμάνες, λάστιχο τρεις πήχες ένα τάλιρο», διαλαλούσε την πραμάτεια του λίγο πριν το μεσημέρι.  H μνήμη μου απαγορεύει να θυμηθώ το όνομά του, η λαλιά του όμως ακόμη αντηχεί στα αυτιά μου.

Ήξερε την ώρα που επέστρεφαν από τους ασλαμάδες οι γέροι, οι γριές, οι νέοι, οι νέες, οι νύφες και οι συννυφάδες με τις άσπρες μαντίλες στο κεφάλι, τις ξακουστές κάτασπρες "κρούπες", μη τις κάψει ο Μαρτίσιος ήλιος. Σταματούσαν μπροστά στον πραματευτή και ψαχούλευαν το καλάθι που ήταν γεμάτο με φανταχτερά μπιχλιμπίδια και ευωδίαζε με μυρωδιές που σπάζαν ρουθούνια.

Αξιοπρόσεχτη ειδικότητα του γυρολόγου «πραματευτή», ιδιαίτερα για τη σχέση που είχε με τις γυναίκες νοικοκυρές, νέες και μεγαλύτερες.  Γιαυτό και ήταν μια αγαπημένη και πολυτραγουδισμένη ειδικότητα.

Άλλος τακτικός επισκέπτης του χωριού μας κατά τους φθινοπωρινούς μήνες ήταν ο σκουπάς. Μετά την ωρίμανση της πρώτης ύλης (σόργος, σάρος ή σκούπα), γύρω από τα μποστάνια κατέφθανε ο μάστορας για το δέσιμο.  Περιέτρεχε τα καλντερίμια εξαίροντας την τεχνική του και, όπου τον καλούσαν, έστηνε το κινητό του κατάστημα.

 
Αυτή η δουλειά ήθελε υπομονή. Καθόταν οκλαδόν και ξεκινούσε το πλέξιμο. Το χαμόγελο δεν έφευγε από τα χείλη του, όπως και το τσιγάρο. Κάπνιζε και τον ενέπνεε,  ενώ τα χέρια του δούλευαν ασταμάτητα

Δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε δυο και τρεις τέτοιες σκούπες.

Τα σχέδια ποίκιλαν ανάλογα με την χρήση και τα γούστα της κάθε νοικοκυράς. Υπήρχαν οι πολύ μικρές, αλλά και οι μεγάλες με κοντάρι για την αυλή.  Μερικές φορές έπλεκε και μινιατούρες, για διακοσμητικούς κυρίως λόγους.

Ανάμεσα στους πλανόδιους επαγγελματίες, που επισκεπτόταν το χωριό μας, συγκαταλέγεται και ο "αρκουδιάρης" ....."ένας μαύρος γύφτος ξεδοντιάρης" όπως τον περιγράφει το τραγούδι. Τις περισσότερες φορές γέρος, ξερακιανός και ξεδοντιάρης, έσερνε με τον χαλκά και την αλυσίδα μία φουκαριάρα, ψωριάρα, κακοπαθημένη αρκούδα.

Μόλις έπαιζε το ντέφι, η αρκούδα πάντα υπάκουη σηκωνότανε στα πίσω της ποδάρια και καμωνότανε πως χορεύει!

Και πώς να μην υπακούει! Αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς.....Οι αρκουδιάρηδες, γύφτικης καταγωγής οι περισσότεροι, παγίδευαν τις αρκούδες, τις έπιαναν ζωντανές και στη συνέχεια τις εκπαίδευαν με τον εξής τρόπο : τοποθετούσαν στο έδαφος μια πυρωμένη λαμαρίνα και υποχρέωναν το ζώο να πατήσει επάνω. Όσο εκείνο σήκωνε τα πόδια για να γλυτώσει από το κάψιμο, αυτός που το «εκπαίδευε» του έπαιζε και το ντέφι. Το ζώο, όπως ήταν φυσικό, συνέδεε τον ήχο του ντεφιού με το αφόρητο κάψιμο. Έτσι σήκωνε τα πόδια, για να προστατευτεί κάθε φορά που άκουγε τον ήχο του ντεφιού. Η κίνηση αυτή αντιπροσώπευε τον «χορό της αρκούδας».

Μόλις τελείωνε αυτή η διαδικασία, ο κόσμος έριχνε στο ανάποδα βαλμένο ντέφι του αρκουδιάρη τη συνδρομή του για το θέαμα που "απόλαυσε". Καμιά φορά εκτός από την αρκούδα το θέαμα συμπληρωνόταν με μια μαϊμού, η οποία χοροπηδούσε και έκανε τον κόσμο να γελάει.

Παντοειδείς τεχνίτες και γυρολόγους θυμόμαστε οι παλαιότεροι να γυρνούν το χωριό μας και να πωλούν την τέχνη και την πραμάτεια τους, από πόρτα σε πόρτα, από γειτονιά σε γειτονιά, πάντα καλοδεχούμενοι από τους Ξυλοπολίτες, καθώς αυτοί δεν είχαν τη σημερινή εύκολη πρόσβαση σε κάθε είδους καταστήματα και εμπορικά κέντρα.

Γυρολόγοι με ονόματα και ειδικότητες, πολλές από αυτές άγνωστες σήμερα, αξίζει όμως να τις θυμόμαστε.

Γραφικές φιγούρες και γνώριμες φωνές, που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια και κουβαλάμε νοσταλγικά στο μυαλό και στην  καρδιά μας μέχρι σήμερα. 

Ο «Μπιρ Μπολ», ο παγωτατζής, ήταν η χαρά όλων μας.  Χαλούσαμε τον κόσμο όταν τον ακούγαμε από μακριά να διαλαλεί την πραμάτεια του. «Παωτοοοό! Παγωτό χωνάκι», χαρακτηριστική φωνή και γνώριμη φιγούρα σε όλους του κατοίκους και όσοι τυχεροί είχαν τη δραχμή τρέχανε ξοπίσω του για να αγοράσουν το χωνάκι.

Ο ίδιος τους χειμερινούς μήνες πωλούσε τα κοκοράκια  και τα μηλαράκια σε κόκκινη καραμέλα που ήταν η χαρά των μικρών. Τόσο απλές ήταν οι χαρές τότε.

Το τροχήλατο, χειροκίνητο, σιγά-σιγά έγινε μεγαλύτερο και μ’ αυτό γυρνούσε όλες τις γειτονιές.  Η μέρα και η ώρα του ήταν καθορισμένες.

Τους φθινοπωρινούς μήνες κατέφθανε ο μπάρμπα-Γιώργης από την Άσηρο, διαλαλούσε με μελωδική φωνή και με επιφωνήσεις διανθισμένες με το ντόπιο ιδίωμα τα σταφύλια του. 

Με το γαϊδουράκι του, στο οποίο είχε φορτωμένα τα μεγάλα καλάθια περιέτρεχε τα καλντερίμια του χωριού.   Οι συναλλαγές μαζί του γινόταν συνήθως με σιτάρι ή καλαμπόκι αφού δεν γίνεται λόγος για νόμισμα. Όσο για το χαρτονόμισμα λίγοι ήξεραν πως είναι.

Καρέκλες ο καρεκλάς. Ο καρεκλάς ήταν αθίγγανος, περιδιάβαινε το χωριό φορτωμένος με χόρτο, και φώναζε προκειμένου να επισκευάσει ή να αντικαταστήσει το χόρτο στις καρέκλες. Όταν υπήρχε πελάτης, καθότανε επιτόπου και ξεκινούσε το πλέξιμο. Η χαρά της πιτσιρικαρίας δηλαδή, αφού τον περικύκλωναν και παρακολουθούσαν με «κατάνυξη» το μαεστρικό πλέξιμο της καρέκλας.

Ήταν ο τεχνίτης που γνώριζε να πλέκει με επιδεξιότητα το χόρτο (σάζι) στο ξύλινο πλαίσιο μιας καρέκλας.

Στα παλιότερα χρόνια οι περισσότεροι Ξυλοπολίτες  χρησιμοποιούσαν για καθίσματα  σκαμνιά από ξύλο και σκέτα κουτσούρια για τα μικρά παιδιά. Οι καρέκλες ήταν σπανιότερες και τις χρησιμοποιούσαν οι πλουσιότεροι «νοικοκύρηδες». Έτσι, με το επάγγελμα αυτό δεν ασχολούνταν πολλοί άνθρωποι.  

Οι καρέκλες γίνονταν από άγριο ξύλο, συνήθως πλάτανο, και ήσαν διαφόρων  ειδών. Άλλες με κάθισμα και πίσω πλάτη, άλλες χωρίς πλάτη και άλλες, που το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδέονταν με το πισινό πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο, που χρησίμευε για ακουμπιστήρι του καθήμενου (ραχατηλίδικες).  Εκτός από τις καρέκλες για μεγάλους ο καρεκλάς έφτιαχνε και ειδικά καρεκλάκια για τα μωρά. Αυτά είχανε πισινό κουμπιστήρι και τα δυο μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένα και συνδεμένα με τα πισινά με πλάγια μπράτσα. Σε κατάλληλο ύψος τα μπροστινά πόδια είχαν τρύπες, απ’ όπου περνούσε ειδική περόνα, κατασκευαζόταν δε  στο σύνολό  της με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει το μωρό από τα πεσίματα. Το μικρό αυτό κάθισμα είχε στη μέση μια  ευρύχωρη στρογγυλή τρύπα, που χρησίμευε για την αφόδευση του μωρού.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


Ο   ΓΕΛΑΔΑΡΗΣ
 


Κάθε πρωί ακούω τη φωνή του.  Μια γνώριμη, σκληρή φωνή, εωθινό εγερτήριο, που διαπερνά τα στενοσόκακα του μαχαλά και σβήνει στην αλαργινή άκρη του.  Κι ακούω τα ποικιλόηχα κουδουνίσματα και τα μουγκανητά των γελαδιών που ξεπορτίζουνε νωθρά κι αργοβαδίζοντας σταθμεύουν στη γελαδαριά.  Είναι άγνωστο  πότε στήθηκε στην δυτική πλευρά του χωριού και σε απόσταση μερικές δρασκελιές από τα ακρινά σπίτια του κάτω μαχαλά, η αγελαδαριά.
 

Σ' αυτή λοιπόν την αλάνα, δεξιά των κοιμητηρίων, μαζευόντουσαν κάθε πρωί τα γελάδια και τα βόδια. Εδώ τα καρτερούσε και από δω τα δρομολογούσε ο βουκόλος.  Ηλιοψημένος άντρας, γιομάτος σκληρή ζωή, αντοχή, δύναμη και υγεία.  Με το εξασκημένο μάτι του μετρούσε, ξαναμετρούσε τα ζωντανά, αν είναι όλα για να τα ξεκινήσει για τη βοσκή, προτού ακόμα βγει ο ήλιος.  Τα βόδια αργοσαλεύανε με το φανταχτερό τους όγκο κι ανηφορίζανε νωθρά.  Και τα μοσχάρια χαρωπά, με το καθάριο τους, το ίσιο μάτι ακολουθούσαν τις μανάδες τους.  Οι γάιδαροι λιπόσαρκοι, πρωτοπορία των γελαδικών, έσκυβαν κι οσφραίνονταν τη γη με τα πλατιά τους τα ρουθούνια κι ύστερα σήκωναν τα κεφάλια τους με υψωμένα τα χοντρά τους χείλη.  Ανηφόριζε το κοπάδι προς το Βάξου Μπαζαλούκ και σκορπούσε στην ατέλειωτη πλαγιά και σκυφτοκέφαλο έβοσκε στη γη το νιόβγαλτο και το ξερό χορτάρι.  Ορισμένα ξεγλιστρούσαν μέσα στο λάκκο και μασούσαν βλαστάρια.  Άπλωναν τα βόδια τις γλώσσες τους και έφταναν τα ψηλότερα κλωνάρια.  Κι όταν φούσκωναν οι κοιλιές και τα ερχόταν η δίψα, κατηφόριζαν στο ρυάκι και έπιναν αχόρταστο νερό.
 

Όλη μέρα ο γελαδάρης τους παραστέκει φροντιστής.  Ψηλότερη η μαγκούρα απ’ το μπόι του.  Κι έχει στην πλάτη κρεμασμένο τον ντορβά με το ξερόψωμο και το ξερό τυρί του.  Φροντίζει, σαν έρθει η ώρα του φαγητού - κι έχει για ρολόι του τον ήλιο - να καθίσει, να γιοματίσει με όρεξη, να πιει και νερό απ’ το πηγάδι.  Τα άχυρα που πλέουν πάνω στο νερό θα τα καθαρίσει και θα πλύνει το πρόσωπο και το λαιμό του.  Και την ώρα που τρώγει ο νους του είναι στο κοπάδι.  Και ενώ έχει την πλάτη του ακουμπισμένη στη ρίζα της ιτιάς, λαγοκοιμάται.  Τα ρουθούνια της μύτης του ανοιγοκλείνουν και το μελαμψό πρόσωπό του με τα εξογκωμένα μήλα έχει μια ελαφριά κιτρινάδα.  Τα άχυρα, που πλέανε στο νερό, τα χτυπά ο ήλιος και λαμπυρίζουνε και σβήνουνε.  Τα καλάμια σε πολλά μέρη κλείνουνε την επιφάνεια της μικρής λιμνούλας.
 

Μεσημέρι κι ο θεριστής στη βράση του.  Ο ήλιος αλύπητα πυρπολεί τα πάντα εξατμίζοντας κάθε υγρασία και κάθε δροσιά.  Από το ρέμα ανεβαίνουν μέσα στον αέρα διάφανοι υδρατμοί, σαν αιθέρια κύματα λιβανωτού.  Όλοι πάνω-κάτω οι Ξυλοπολίτες στα χωράφια για το θέρος.  Τα σπίτια  με τους πυρωμένους πέτρινους τοίχους έρημα, σαν από καιρό ακατοίκητα.  Το κάμα πνίγει και την παραμικρή ανάσα ζωής, παραλύοντας κάθε φωνή και εκδήλωση ζωντανής ύπαρξης.  Μονάχα μια θορυβώδικη ρυθμική πολυφωνία από τ’  αμέτρητα τζιτζίκια, που σκαρφαλωμένα και κρυμμένα στα κλαδιά των δένδρων ανυψώνουν έναν μονότονο και σπαρακτικό ύμνο προς τον κυρίαρχο του φωτός και της ζωής.  Το ατελείωτο τζιτζίρισμα κάνει ακόμη πιο έντονη την ερημιά και τη νέκρα και απλώνει σαν χιλιόστομη κραυγή σιωπής που χύνεται παντού.

Πολλές φορές θα προβάλλει μπροστά του το άσπρο, λευκό και στρογγυλό συννεφάκι.  Στον καταγάλανο ουρανό της Ξυλόπολης θα το βρει ολομόναχο να προχωρά γρήγορα και όλο ν’ ανεβαίνει και να ψηλώνει προς τον ουρανό.  Σε λίγο θα σηκωθεί εκείνος ο απαίσιος αέρας, θα σκορπίσει εκείνη την κίτρινη σκόνη και, όταν σταματήσει και κατακαθίσει η σκόνη, θα αρχίσει να ψιλοβρέχει.  Μια σκονισμένη γλιστερή βροχή.   Κίτρινη, θολή, σαν να είχε σουρωθεί από άχυρα, ανεβαίνει σαν αχνός στον ουρανό και πέφτει κάτω αχνιστή και βαριά.

Όσο και αν προσπαθεί να προστατευτεί η κάπα  δεν του είναι αρκετή.  Θα βραχεί, τα ρούχα του θα κολλήσουν στο κορμί του, θα γίνει μουσκίδι.

  Όλα τα ζώα του είναι γνώριμα.  Τα βόδια κι οι αγελάδες και τα δαμάλια και τα μοσχάρια και τ’ άλογα και τα μουλάρια και τα γαϊδούρια τα χοντροκέφαλα.  Ξέρει τις ιδιοτροπίες τους και τις καλές συνήθειές τους.  Ξέρει τα ήμερα και τα καλοκαρδεί, τα άγρια και τα μαλώνει.  Ακούν εκείνα τη φωνή του  και τα άτακτα πειθαρχούν, ξυπνούν όσα κοιμούνται κι όσα φρόνιμα νιώθουν την προστασία του. 
 

Ξέρει την ηλικία του καθενός και ποιες αγελάδες θα γεννήσουν.  Θα πάρει τότε το νιογέννητο μοσχάρι, θα το φέρει στη νοικοκυρά και θα πάρει το φιλοδώρημά του.  Την άλλη μέρα το πρωί θα δεχθεί στην τάλβα την πουγάτσα, θα γευματίσει, θα προσφέρει και στους διαβάτες που θα βρεθούν στο δρόμο του και ένα μεγάλο κομμάτι  θα το ξανατυλίξει και κατά την επιστροφή του θα επισκεφτεί στο στάβλο τη λεχώνα και θα της το προσφέρει.

Η κοινότητα χρησιμοποιούσε μισθωμένους αγελαδάρηδες, ένα για τον πάνω μαχαλά και ένα για τον κάτω, για διάστημα όχι μεγαλύτερο του έτους.  Την ημέρα του Αγίου Δημητρίου οι αγελαδάρηδες και οι προύχοντες συναντιούνταν στην αγορά του χωριού, όπου έκαναν τις διαπραγματεύσεις.  Οι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι αγελαδάρηδες ήταν ευυπόληπτοι και αμείβονταν καλύτερα.  Το χωριό είχε τρεις αγελαδαριές και η κάθε μία συγκέντρωνε περίπου διακόσια ζώα.

Εκείνον τον καιρό πολλοί ήταν οι αγελαδάρηδες που πέρασαν από τον κάτω μαχαλά.  Ποιον να πρωτοαναφέρεις!  Όμως παρά το πλήθος τους, μερικοί αναβλύζουν από το πηγάδι των αναμνήσεών μου. Ο μπάρμπα Θανάσης Λιόκας, ο μπάρμπα Γιώργος ο Καλαψής, ο μπάρμπα Νίκος ο Βαρσάνης, ο μπάρμπα Νίκος ο Αλιόγκας (Σόφιν Κόλης), ο μπάρμπα Ηλίας ο Άμπλας κ.ά.
 

Εκεί στην εξοχή που ζούσε όλη μέρα ο γελαδάρης είχε μια εξοικείωση και μια σχέση μ’ όλα τα πράγματα.  Οι πέτρες και τα χορτάρια, τα δένδρα και τα ρυάκια και τα πουλιά, όλα δικά του, ζυμωμένα με την ψυχή και με τη ζωή του, μ’ έναν τρόπο ανάλαφρο κι αδιόρατο κι αγνό.  Και στις βροχές και στις μπόρες και στα χαλάζια ανέμελος.  Κι από την κούραση βαμμένος και στα λιοπύρια ξέστηθος και στους ανέμους αδιάφορος.  Όσα τραγούδια άφηνε ο άνεμος να ξεψυχήσουν στις ράχες, τα ’παιρνε εκείνος σα να’ ταν δικά του και τ’ ανάσταινε με την ίδια χαρούμενη διάθεση.  Ακουμπισμένος στη μαγκούρα του αφουγκραζόταν τον ανασασμό της γης, τον ψίθυρο των φύλλων, τ’ ανάλαφρο φλοίσβημα του ρυακιού.  Κι η σκέψη του, ακολουθώντας το νερό, χάνονταν κι έσβηνε σαν ένα φευγαλέο όνειρο.  Όσα του αποκάλυπτε η φύση την κάθε ώρα και στιγμή ήταν γι’ αυτόν οράματα που ξανάνιωναν μ’ ένα θείο κι αρμονικό χαμόγελο.  Κι η ψυχή του ήταν γεμάτη απ’ τους αντίλαλους που αφειδώλευτα σκορπούσαν τα πράγματα της φύσης εκεί στην ερημιά.  Καθώς έβοσκε το κοπάδι του σιγοβαδίζοντας, εκείνος συλλογιστά τ’ ακολουθούσε.  Νήπιος στη γλώσσα και στην ψυχή.  Απλός στους τρόπους.  Άσωτος ο σπόρος της λιτότητας μες στην ψυχή του.  Μιλούσε μονάχα όταν ήθελε ν’ αποκαλύψει τα μυστικά της τέχνης του και της ζωής του.  Όλο το είναι του συγκεντρώνονταν στα μάτια του, που με μια άγρυπνη ευαισθησία παρακολουθούσαν το ξέγνοιαστο κοπάδι.  Αυτός δέχονταν το θερμότατο φιλί του ήλιου.  Κι αυτός πάλι κατά το βράδυ το ύστερο φίλημα τ’ αποχαιρετισμού.
 

Το καλοκαίρι  ξηραίνονταν οι βρύσες και τα ρυάκια.  Ο ήλιος έπεφτε από πάνω καυτερός.  Το κοπάδι διψασμένο κατέβαινε στον ποταμό να δροσιστεί.  Τα ζώα έμπαιναν στο νερό, έπιναν και ξαπλώνονταν ύστερα στη δροσερή σκιά της λεύκας.   Αρχές καλοκαιριού, είχε τρεχάλες ο γελαδάρης.  Ο ντάβανος έχωνε το μυτερό κεντρί στο δέρμα και μες στη σάρκα του βοδιού.  Εκείνο στρίγκλιζε απ’ το φαρμακερό το κέντρισμα και έτρεχε ακράτητο σε ξένα σύνορα. 

Τις καυτερές ώρες του καλοκαιριού τα γελάδια μαζώνονταν στις σκιές μέσα στους βαθύσκιους λάκκους.  Τα βόδια αναμασούσαν την τροφή, έδιωχναν τα έντομα με τις ουρές και ανοιγόκλειναν ράθυμα τα βλέφαρά τους.  Κι οι γάιδαροι κυλιούνταν, έστεκαν ορθοί στον ήλιο, έδιωχναν τις μύγες με τα μεγάλα αυτιά και τις τριχωτές ουρές τους.  Την ώρα αυτή ο γελαδάρης ξαπόσταινε στον παχύ ίσκιο της βαλανιδιάς κι είχε καιρό να διαλέξει ένα ξύλο, το βαθούλωνε και έφτιαχνε μ’ αυτό μια ξύλινη κουτάλα.  Έτσι περνούσε ευχάριστα την ώρα του. 
 

Τον χειμώνα η εξοχή ήταν κάτασπρη απ’ τα χιόνια.  Νέκρα και παγωνιά παντού.  Τα γελάδια κλείνονταν στ’ αχούρια.  Έναν και δύο μήνες θα έμεναν φυλακισμένα εκεί.  Μούδιαζαν απ’ το στάσιμο. Έτρωγαν το άχυρο ανόρεχτα, έπιναν χωρίς πολύ κέφι το νερό.  Η ζέστα μονάχα τ’ αχουριού έκανε μαλακές τις ώρες.  Τότε ο γελαδάρης έβρισκε καιρό για να ξεκουραστεί.  Φτωχός και καταφρονεμένος απ’ τη μοίρα του.  Κάποτε η γελαδαρού θέλησε να εξυψώσει κι αυτή τον άντρα της.  Μα καθώς είναι στενόκαρδοι οι άνθρωποι την παρατήρησαν πικρά: «Βαν’ κι’ γελαδαρού τον άντρα της με τους πραματευτάδες».  Κι έμεινε παροιμία ο λόγος τους. 

Παλιά η τέχνη του γελαδάρη, όσο κι ο άνθρωπος.  Δεν βρέθηκε όμως ένας άξιος ποιητής να τους τραγουδήσει.  Να φανερώσει με την τέχνη του ένα νέο είδος ποίησης που θα στέκει ακριβό μες στη πνευματική δημιουργία των αιώνων.