Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ ΒΟΣΚΟΙ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ


Ως θηρευτής της βουνίσιας ομορφιάς με αναζωογονεί το ταξίδι στο όνειρο. Οι αισθήσεις μου βρίσκουν τις πρωταρχικές τους μνήμες στους ήχους των κοπαδιών, στη μουσική από τα γαϊδουροπέταλα, στο χοχλάκισμα των ρυακιών, στην ευωδιά της μυρωμένης γης.   Το βλέμμα βρίσκει ανάπαυση στο κατάλευκο του χιονιού, στο γαλάζιο του ουρανού, στο βαθυπράσινο του χορταριού, η αφή αισθάνεται το καλωσόρισμα στα αργασμένα χέρια των καλότροπων τσομπαναρέων, το πνεύμα βρίσκει τη γαλήνη του στην από καρδιάς συνομιλία με τους λίγους εναπομείναντες αυτούς ανθρώπους.
Οι ποιμένες της Ξυλόπολης, άνθρωποι απλοί, ζεστοί, φιλικοί, φιλόξενοι, πρόσχαροι, εξακολουθούν να διασώζουν την έννοια «άνθρωπος» σε μια εποχή πεζή και αντιποιητική.  Κοντά τους όποιος βρεθεί ξεχνά να μετράει την ύλη, νιώθει όμορφα, σκέφτεται όμορφα, ζει όμορφα.
Γαντζωμένοι λοιπόν οι τελευταίοι τσομπάνηδες στις πλαγιές της Ξυλοπολίτικης επικράτειας, επιμένουν πεισματικά να ασκούν το κτηνοτροφικό επάγγελμα με τον πατροπαράδοτο τρόπο. Ως αθεράπευτοι νοσταλγοί αλλοτινών καιρών, παραμένουν αιώνιοι φύλακες των κοπαδιών και «δεσμώτες» του κύκλου των εποχών.
Οι απαρχές της ανάπτυξης του ποιμενισμού στα κράσπεδα του Βερτίσκου, χάνονται στην ομίχλη της προϊστορίας.
Καλότυχοι ήσαν μόνο αυτοί που φύλαγαν βόδια και αγελάδες. Τα όντα αυτά, χοντροκέφαλα με σπαθωτά κέρατα, με γυαλιστερά μεγάλα μάτια, σωματώδη, με πλέριες κοιλιές και διαφόρων χρωμάτων, ήσαν από τη φύση τους υπομονετικά και αργοκίνητα. Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού έψαχναν για πυκνούς ίσκιους. 
Το χειμώνα πάλι μήτε που έβγαζαν την μουσούδα τους απ' το παχνί και όταν άνοιγε η πόρτα του αχουριού σάλευαν γιατί κρύωναν. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο άντεχαν.
Παρ' όλα αυτά οι νοικοκυραίοι τα βαστούσαν για τα μοσχαράκια που γεννοβολούσαν και το παχύ γάλα που έβγαζαν.
Εάν πάλι τύχαινε και τα έζεβες στο αλέτρι τίποτε δεν αψηφούσαν. Τραβούσαν το δρόμο τους δίχως να ταχύνουν τον βηματισμό τους, σέρνοντάς τον αργό μεν αλλά πάντα σταθερά. 
Είναι άγνωστο από πότε είχε στην ανατολική και νότια πλευρά του χωριού και σε απόσταση μερικές δρασκελιές από τα ακρινά του σπίτια, τις αγελαδαριές.
Σ' αυτές λοιπόν τις αλάνες μαζευόντουσαν κάθε πρωί, ξέχωρα τα γελάδια από τα κατσίκια. Από δω τα δρομολογούσαν ομαδόν οι βουκόλοι, πρώτα τα κατσίκια και ακολουθούσαν τα γελάδια και τα βόδια.   Σαλαγώντας και σφυρίζοντας οι τσομπάνηδες τα ατίθασα αυτά μπουλούκια, τα κατεύθυναν τα πρώτα προς το Μεγάλο Κουρί και τα δεύτερα προς το Βάκσοου-Μπαζαλούκ μέχρι να βγουν στα βοσκοτόπια.

Οι αγελάδες ετοιμάζονται για την αγελαδαριά.

Προπορεύονταν με διαφορά το πολύ μισής ώρας τα κοπαδοπρόβατα.  Στο μέσον του κοπαδιού ροβολούσε και το γαϊδουράκι φορτωμένο το σαμάρι με τις αποσκευές του τσομπάνη, την κάπα, τον ντουρβά με τα φαγώσιμα της μέρας και τη μπούκλα με νερό.
  Στο κατόπι του κοπαδιού περπάταγε ο τσομπάνης με την γκλίτσα στο χέρι που κάθε τόσο την εκυκλογύριζε πάνω απ' το κεφάλι, σφυρίζοντας και αχολογώντας τις προβατίνες.
 Αριστερά και δεξιά από τις παρυφές βημάτιζαν τα τσοπανόσκυλα με τα κεφάλια σκυφτά και τις χάντρες στο λαιμό.
Όλος αυτός ο συρφετός, όλη αυτή η πεζούρα γιομάτη χρώματα από χιλιάδες μικρά και μεγάλα ζωντανά, κουμανταρισμένα από τους βουκόλους και προβατάρηδες για να μην κάνουν ζημιά, κατηφόριζαν αλαφιασμένα το Τουντόρκουϊτς ώσπου να καταλήξουν στο καταπράσινο Βάκσοου-Μπαζαλούκ. Στο τέρμα τους σκορπούσαν μυρωδιά ανάκατη με κίτρινη σκόνη.  Άλλα κοπάδια έπιαναν τη Λάμπα, άλλα το Σακούντσι, άλλα του Κιρλίου το πηγάδι, άλλα του Ρόλουου-Μος, τις τούμπες και άλλα τις μικρές κοιλάδες. 

Το μαντρί με τα νεογέννητα.

Ασπρολογούσαν μέσα στο πράσινο οι προβατίνες.  Έβοσκαν και βόσκοντας αχολογούσαν τα κουδούνια και τα βελάσματα, που με τα διασταυρούμενα μακρόσυρτα σφυρίγματα των τσαμπαναραίων έπλεκαν μια θεϊκή αρμονία, λες και ως τα τώρα δεν συνέθεσε όμοια μελωδία ανθρώπινο μυαλό.
Ο βοσκός Γ. Καλίνος.

Το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, ξεκρεμούσε ο τσομπάνης τον ντορβά και το παγούρι από το σαμάρι του ζωντανού και στρωνόταν καταγής στο πράσινο γρασίδι να απολαύσει τον επιούσιον.
Δεν πρόκανε ο ευλογημένος να χάψει τη μπουκιά του και τον κλωθογύριζαν τα σκυλιά. Το ένα καλοκάθονταν στα πισινά του πόδια και το άλλο με την κοιλιά μπρούμυτα και το κεφάλι ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια λούφαζαν, προσμένοντας να τους ρίξει το καρβέλι.
Από κοντά που βοσκούσε το κοπάδι, ξεπετάγονταν το μανάρι βελάζοντας και τρέχοντας προς αυτόν μήπως και κάτι ωφεληθεί.
Βοσκοί με τα κοπάδια τους.
Σαν έπαιρνε το μερτικό του και δεν έλεγε ν' αποσυρθεί, άρπαζε από δίπλα του την αφημένη γκλίτσα την ανασήκωνε ψηλά, την στριφογύριζε από πάνω του και με μιας την κτυπούσε καταγής, χουγιάζοντας συνάμα σε σκυλιά και μανάρι ν' απομακρυνθούν ώστε να φάει με ησυχία. Δύσκολη η δουλειά των τσομπαναραίων.  Χρόνο καιρό ήταν εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες.
Τα τζομπανόσκυλα που συμβίωσαν αρμονικά με τους Ξυλοπολίτες κτηνοτρόφους στο διάβα των αιώνων, προστάτευσαν αποτελεσματικά τους ίδιους και τα κοπάδια με τη ρώμη τους, την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα τους, την ικανότητα δίωξης και συμπλοκής με τον αντίπαλο, την παροιμιώδη αντοχή στις κακουχίες, την απαράμιλλη ολιγάρκεια στη διατροφή τους, με την απίστευτη δυνατότητά τους να προσαρμόζονται σε συνθήκες στέρησης, με την πείσμονα αφοσίωσή τους στο κοπάδι και προπάντων με την πανθομολογούμενη πίστη τους.
Η ετήσια ανακατανομή της χρήσης των κοινοτικών βοσκοτόπων γίνονταν από τη συνέλευση των κτηνοτρόφων σύμφωνα με κάποιους άγραφους κανόνες και μια εθιμοτυπία.  Το μοίρασμα γίνονταν στην αρχή της περιόδου και οι αποφάσεις παίρνονταν με ομοφωνία.
Επρόκειτο πράγματι για μια τελετουργία όπου εκδηλώνονταν και εκφράζονταν όλες οι αντιθέσεις και οι εντάσεις της μικρής κοινότητας, αλλά στο τέλος επιβεβαιώνονταν πάντοτε η διάθεση όλων να διατηρήσουν τη «σειρά» που κληρονόμησαν από τους προγόνους. 
Η συμβολική αξία αυτού του εθίμου φαίνονταν από το γεγονός ότι πάντοτε προσκαλούσαν μερικούς γέροντες όχι απλώς ως γνώστες των πραγμάτων ως προς τα σύνορα και τη χωρητικότητα των βοσκοτόπων, αλλά ως συνετούς διαιτητές και ενσαρκωτές των παραδόσεων και της ιστορίας της κοινότητας.
Γενικά υπήρχε η αίσθηση ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις διακυβευόταν η υπόσταση της κοινότητας και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργούσαν πάντα συμβολικά και άλλες κεντρομόλες δυνάμεις που διατηρούσαν και ενισχύανε την ενότητα παρά τις όποιες αντιθέσεις βγαίνανε στη διαχείριση των βοσκοτόπων.
Οι συστηματικοί κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούσαν μισθωμένους βοσκούς για διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών. 
Δύο φορές το χρόνο (Αγίου Γεωργίου και Αγίου Δημητρίου) οι τσομπάνηδες και οι βοσκοί συναντιούνταν στην αγορά του χωριού όπου έκαναν τις διαπραγματεύσεις.         

Ο βοσκός Ι. Χάντας (Σκεντέρ).
 
Οι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι βοσκοί ήταν ευυπόληπτοι και αμείβονταν καλύτερα.  Αυτά τα άτομα ήταν συνήθως πελάτες μεγάλων ιδιοκτητών κοπαδιών και κτηνοτρόφων. 
Τα καφτερά μεσημέρια,  έφερναν οι βοσκοί τα ζωντανά τους για να τα ποτίσουν από τις υπάρχουσες γκιόλες, και τα πηγάδια, και από την άλλη να πιουν και οι ίδιοι της δροσομάνας το νερό.  Γιομίζοντας τα παγούρια τους, τα ανασήκωναν ψηλά με τα χέρια κι έριχναν νερό στο ανοιχτό τους στόμα, δίχως να αγγίζουν τα χείλια του παγουριού στα δικά τους.  Άμα έσβηναν τη δίψα τους, τα ξαναγέμιζαν για να’ χουν να πιουν το υπόλοιπο της μέρας.  Ακολουθώντας τις απότομες πλαγιές έψαχναν στη συνέχεια τον παχύ ίσκιο του καβακιού για να περάσουν την αφόρητη ζέστη του μεσημεριού. 
Σαν πύρωνε ο ήλιος, τ’ αυγουστιάτικα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο.  Ο ήλιος έκαιγε, ούτε με την άκρη του δακτύλου μπορούσες ν’ αγγίξεις τους βράχους.  Ήταν σαν ν’ άγγιζες πυρωμένο σίδερο.  Ο δρόμος έβγαζε από το «Βάκσοου μπαζαλούκ» την «Χαϊβάιτσα».  Στο ρέμα κάτω από το βαθύσκιωτα καβάκια τα πρόβατα απολάμβαναν τον μεσημεριανό ύπνο τους.
Ο τόπος δεν ήταν έρημος.  Τον κοντινό δρόμο διέσχιζαν πολλοί άνθρωποι πεζοί οι περισσότεροι και ένας δύο καβάλα στα γαϊδουράκια. Η σκόνη έφτανε μέχρι τον αστράγαλο, πολλές φορές αιωρούνταν με τις ώρες στον αέρα.  Πολλοί από τους διαβάτες σταματούσαν για λίγο προκειμένου να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες.
Κατά το απόβραδο όλα τα κοπάδια, βουκόλοι και τσομπάνηδες ξεθεωμένοι απ' την ολοήμερη ορθοστασία, επέστρεφαν στο χωριό. Το πέσιμο της νύχτας, όλους και όλα τα έβρισκε για ησυχασμό. Μια μέρα ακόμα έφυγε, σαν τις άλλες.   Αύριο πάλι έχει ο Θεός.
Το ξημέρωμα η καινούργια μέρα που θα’ ρθει, θάναι απαράλλαχτη με τη χτεσινή.
Απόπασχα που οι μέρες ζέσταιναν πια, τα κοπαδοπρόβατα άφηναν τα μαντριά κοντά στο χωριό. Κατά νομάδες - νομάδες λημέριαζαν οι κεχαγιάδες στα βοσκοτόπια όπου έστηναν τα τσαρδάκια, τις καλύβες που τα σκέπαζαν με παπύρι (πάπρακ) και τσαλιά.  Κοντά έφτιαχναν και τα «κουτάρια» με πασσάλους που έμπηγαν στη γη περιφράζοντάς τα με σύρμα αγκαθωτό. Σ' αυτά τα στέκια πόρεβαν όλο το καλοκαίρι πρόβατα και βοσκοί μέχρι που δρόσιζαν οι μέρες τον Σεπτέμβρη.

Το κουτάρι.

Με το σήκωμα των δεματιών, αφήνονταν ελεύθερη η βόσκηση των ζωντανών στις καλαμιές.  Άρχιζε η περίοδος όπου τα πρόβατα βόσκανε με τη δροσιά τη νύχτα και τη μέρα, με τη ζέστη ησύχαζαν στον ίσκιο του τσαρδακιού ή κάποιου καβακιού στο ρέμα.  Μαζί τους ξαγρυπνούσε και ο τσομπάνης, ακολουθώντας και κουμαντάροντας το κοπάδι μη τυχόν και κάνουν ζημιά τα ζωντανά και ύστερα άιντε να ξεμπερδέψεις από τους δραγάτες.  Ξημέρωνε η μέρα και πριν καλά - καλά πιάσει η ζέστη, μάντριζαν τις γαλάρες στον αρμεγμό για το άρμεγμα.  Μάνι -μάνι φορούσε ο τσομπάνης το σαλβάρι, καθόταν στην πέτρα κοντά στην πόρτα με την καρδάρα μπροστά του, και άρμεγε τα πρόβατα. 
Αν τύχαινε και περνούσε κάποιος συγχωριανός από κοντά του έβγαζε το καπάκι από το γκιούμι και αφού έσπρωχνε στην άκρη τα κόπρανα (καρκαλέσκις) το γέμιζε φρέσκο γάλα από την καρδάρα και το πρόσφερε.
Άμα τελείωνε, βουτούσε στην καρδάρα το χέρι και ράντιζε τα γαλάρια που ήδη αναπαύονταν στο ίσκιωμα του τσαρδακιού, ψιθυρίζοντας συνάμα και κάποιαν ευχή.  Έπειτα σκούπιζε τα χέρια στο σαλβάρι, σηκωνόταν, άδειαζε απ' την καρδάρα το γάλα στα γκιούμια, τα φόρτωνε στο γάϊδαρο, τα δύο από την μια μεριά του σαμαριού και τα άλλα από την άλλη, τα έδενε με την τριχιά, τα ζύγιαζε και με τη συνοδεία του παιδιού που χτυπούσε την κοτάρα μεταφέρονταν στην συγκέντρωση όπου τους περίμενε ο γαλατάς. Στη συνέχεια έπλυνε τα χέρια του και έτρωγε.  
Το γάλα μεταφέρεται στο γαλατά.
Εκείνο τον καιρό πολλά ήταν τα κοπάδια στο χωριό.  Ποιον από τους τσελιγγάδες να πρωτοαναφέρεις: Τον μπάρμπα-Γιάννη τον Χάντα, τον μπάρμπα-Γιάννη τον Μπιτζάλα, τον μπάρμπα-Κώστα του Γραμμενίδη, τον μπάρμπα-Γιάννη τον Τέντσο τον Μπαμπανά, τον μπάρμπα-Μιχάλη τον Κανλή, τον μπάρμπα-Αλέκο, τον μπάρμπα-Πέτρο Σέμκα και τόσους άλλους.   Όμως παρά το πλήθος τους, πρώτος αναβλύζει από το πηγάδι των αναμνήσεών μου ο μπάρμπα-Κώστας ο Γραμμενίδης.  Όλη η τσακαλοπαρέα είχαμε στέκι τη στάνη του.  Είχε τη στάνη του κοντά στο μαχαλά μας, ακόμη και τα τσομπανόσκυλά του μας γνώριζαν.   Άφοβα λοιπόν κατηφορίζαμε τα χειμωνιάτικα απογεύματα στο κονάκι που βρισκόταν στο κέντρο του μαντριού.  Εκεί ζεσταίναμε το κρύα πόδια μας αλλά και στεγνώναμε τα μουσκεμένα από το χιόνι παντελόνια μας μετά τις παιδικές τρέλες.  Εξ άλλου πάντα είχε τσιγαρίδες και τυρί να μας φιλέψει. 
Ήταν άνθρωπος με όψη όμορφη και παράστημα αρχοντικό. Φορούσε στο κεφάλι τραγιάσκα μαύρη και ήταν λιγομίλητος ποτέ δεν μας ανέκρινε όπως οι υπόλοιποι.  Εξ άλλου θα βλέπαμε και το φίλο μας τον Μούργο, το σκούρο εκείνο μολοσσό και σπάνιο φύλακα, θα καθόταν μαζί μας γύρω από τη φωτιά αλλά πάντα είχε το νου του στο κοπάδι.  Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, τα πρόβατα είχαν μεταναστεύσει, το μαντρί το σιγότρωγε η σαπίλα, αυτός όμως, παρέμεινε πιστός στο καθήκον φυλάγοντας ακόμη το μαντρί του και ανταποκρινόταν αμέσως στο κάλεσμά μου.   
Κοντολογίς οι κεχαγιάδες δεν ξεχώριζαν ο ένας από τον άλλον ήταν όλοι ίδιοι και είχαν κοινά χαρακτηριστικά την λεβέντικη περπατησιά, την γκλίτσα που κρατούσαν παραμάσχαλα και τον λουλά στο στόμα που ολημερίς κάπνιζε.
Από το ισνάφι των βοσκών δύσκολα ξεχώριζες τον καλύτερο, ήταν περιζήτητοι αφού μέχρι και στα χωριά του κάμπου έφτανε η χάρη τους.  Εκείνος όμως ο Βάνιος ήταν ασυναγώνιστος.  Ένα φύτρο πανώριο, δυνατόκορμο κα θηριόψυχο. Με τη γροθιά του ως και βουβάλι έριχνε καταγής. Τόσο χεροδύναμος ήταν. Από φυσικού του παλικαράς, αψύς και μονόγνωμος.  Δεν τολμούσε κανείς να του βγει στο δρόμο γιατί φουρκίζονταν εύκολα. Είχε πυκνά τα μαλλιά και τη φωνή τραχιά. Μια φωνή από εκείνες που έχουν το πρόσταγμα του αρχηγού. Ως και τα ζωντανά του κοπαδιού του πειθαρχούσαν σε κάθε σφύριγμά του, λες και τά’ χε γυμνασμένα.
Και ενώ ακόμα το καλοκαίρι δεν ξεψυχούσε, το δε φθινόπωρο δεν άρχιζε ακόμη, οι βοσκοί όλο και πιο συχνά βοσκούσαν στις καλαμιές τα κοπαδοπρόβατά τους, που τα κατέβαζαν ως τις παρυφές του χωριού  να αρμυριστούν, επειδή, την περιόδο αυτήν ξεκινούσε η μαρκάλα που κρατούσε μέχρι και είκοσι ολάκερες μέρες. Στο διάστημα αυτό, άρμεγαν ακόμα τις προβατίνες πρωί και βράδυ. Ύστερα το γάλα στέρευε και το άρμεγμα γινόταν μια φορά το απόγεμα, ώσπου λίγο-λίγο το σταματούσαν ολότελα.
Και έρχονταν ο καιρός που οι μέρες ψύχραιναν και οι βοσκοί άφηναν τα καλοκαιρινά τους στέκια στα βοσκοτόπια και επέστρεφαν με τα κοπάδια τους στο χωριό για να δώσουν στα πρόβατά τους σκεπή νυχτιάτικα στα μαντριά.  Σημάδι ότι για τα καλά μπήκε το φθινόπωρο και που αυτό θα πει ότι γοργά έρχεται και ο χειμώνας.  Τα ξεραμένα χόρτα που απέμειναν από το καλοκαίρι και τα σάπια φύλλα μύριζαν βροχή.  Οι καλαμιές βρεγμένες λάμπανε στο σκοτάδι.
Αυτό το γνώριζαν οι τσελιγγάδες που από νωρίς προμηθευόταν την ταΐ των ζωντανών όπως βαμβακόπιτα, κριθαρογιαρμά, καλαμπόκι και χορτονομή, για να μπορούν ν' αντιμετωπίζουν τις όποιες καιρικές δυσκολίες του χειμώνα.  Κι' έφτανε  η παραμονή των Χριστουγέννων, κι' έσφιγγε το κρύο, και ξεκίναγε η γέννα των προβάτων.
Τις παγερές αξημέρωτες νύχτες του χειμώνα, η γέννα των προβάτων διαρκούσε είκοσι ακέρια ημερόνυχτα. Όλο αυτό το διάστημα στα μαντριά επικρατούσε μεγάλη ταραχή. Άκουγες λογιών-λογιών βελάσματα. Βελάσματα σπαραχτικά γεννησιμιού, βελάσματα μαναριών και αρνιών που απολυμένα έτρεχαν αλαφιασμένα, βελάζοντας γύρω απ' τις γαλάρες μέχρις ότου το καθένα βρει τη μάννα του και βυζάξει.  Μέσα στο μαντρί γλιστερή λάσπη είχε καταλάβει τα πάντα.  Όλοι οι τσομπάνηδες από την κορφή μέχρι τα νύχια, ήταν βουτηγμένοι στις λάσπες, πηγαινοέρχοναν στο μαντρί προσπαθώντας κάτι να κάνουν.
Κι εκεί που λίγο νωρίτερα γινότανε μέγας πανζουρλισμός και συνωστισμός, τώρα που καταλάγιαζαν, επικρατούσε η σιωπή των αμνών. Έβλεπες που γλυκοβύζαιναν τ' αρνιά κουνώντας την ουρά τους, και οι προβατομάνες στοργικά έγλυφαν τα ραχιά τους. Και τότες σαν τα πρόσεχες διέκρινες πως είχαν καμάρι τα πρόβατα, καμάρι και τ' αρνιά τους.
Έτσι περνούσε ο καιρός που σαν έφτανε στα μέσα του Φλεβάρη, οι κρεατέμποροι επισκέπτονταν τα μαντριά. Έβλεπαν τ' αρνιά, εκτιμούσαν το βάρος τους, τα παζάρευαν και συγχρόνως τα καπάρωναν.  Μαρτυρικά κατέφθαναν τα συνεργεία των σφαχτάδων.
Οι μακελάρηδες, γδάρτες και χασάπηδες, έπιαναν ένα-ένα τ' αρνιά κι' έκοβαν το λαρύγγι του λαιμού. Ύστερα με το φυσερό απ' το πισινό πόδι τα φούσκωναν, τα χτυπούσαν με τις παλάμες των χεριών και καθώς ήταν έτσι τουμπανισμένα τα έγδερναν, πετώντας πίσω τους τις αρνοπροβιές. Έπειτα τα ξεκοίλιαζαν, έβγαζαν τα σωθικά, αντράδες και σκωταριές, τα κρεμούσαν απ' τα πισινά τους ποδάρια στα καρφιά τα μπηγμένα στις γκριντιές του μαντριού - σταλοβολούσε το αίμα απ' τις μουτσούνες - τα ζύγιαζαν, τα φόρτωναν σε όχημα και τα μετέφεραν στην αγορά του Μοδιάνου για πώληση.
Βράδυ-βράδυ της ίδιας κιόλας μέρας ξεκινούσε το άρμεγμα των γαλαριών, μέσα σ' ένα πανζουρλισμό βελασμάτων και ποδοβολητών, ψάχνοντας αλαφιασμένες τ' αρνιά τους, οσμιζόμενες συγχρόνως τα νωπά αίματα, μέσα σ' εκείνη την σπιρτόζα απ' το κάτουρο μυρωδιά της μισοσαπισμένης και πατημένης χορτονομής του μαντριού. Όμως τα λυπημένα πρόβατα γρήγορα λησμόναγαν τ' αρνιά τους. Όπως γρήγορα ξεχνούσαν και οι βοσκοί τις όποιες δυσκολίες του μακρόσυρτου χειμώνα, καθώς πρόβαλε μπροστά τους η άνοιξη με όλα τα καλά της.
Απριλιάτικα οι τσοπαναραίοι κολοκούρευαν τα πρόβατα και μετά τη Λαμπρή τα κούρευαν ολόσωμα γιατί έπιαναν οι ζεστές μέρες.
Πότε ζέστες, πότε χιόνια, αέρηδες, βροχές, παγετοί, χώρια οι ξαγρύπνιες και τα καθημερινά παιδέματα. 
 Όντως δύσκολη η τσοπάνικη ζωή. Χρόνο καιρό δεν έχει ησυχασμό, όλο με κάτι καταγίνεται. Να τα κουρέψει, να τα σκαρίσει, να τα βοσκίσει, το πρωί να τ' αρμέξει, να τα βάλει στο τσαρδάκι να δροσιστούν.
Το απόγευμα πάλι να τ' αρμέξει, να τα σκαρίσει για να βοσκήσουν όλη τη νύχτα και να ξαγρυπνήσει μαζί τους.  Ξαγρύπνιες και βάσανα.  Παιδέματα καθημερινά, χειμώνα-καλοκαίρι.  Πότε με τη ζέστη και πότε με βροχές, τα κρύα, τα χιόνια, τους αέρηδες. Χώρια οι άλλες σκοτούρες, να τ' αρμυρίσεις, να τα ποτίσεις και στον καιρό της γέννας να ξαγρυπνάς μες το μαντρί με το γκαζολύχναρο να δεις πόσες προβατίνες γέννησαν κι αν είναι όλα ζωντανά και όλα τους βυζαίνουν. Με τέτοιες αγωνίες, ένταση και σκοτούρες έκλεινε ο κτηνοτροφικός κύκλος που αν και κουραστικός είχε τα οικονομικά οφέλη απ' το πούλημα των αρνιών, των μαλλιών, του γάλακτος, για να μπορούν οι χωριανοί να συντηρούν τις φαμίλιες τους.
Τώρα εκείνη η εποχή της κτηνοτροφικής ακμής ανήκει στο παρελθόν και μόνο σαν όνειρο την αναθυμούνται οι παλιοί. Σήμερα δεν βλέπεις πολλά κοπάδια αλλά μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού.
Ίσως αυτά που σήμερα γράφω να φαντάζουν εικόνες απόμακρες. Όμως εγώ πιστός στις παραδόσεις του χωριού θα τις καταγράψω, μόνο και μόνο για να δώσω αφορμή στους γεροντότερους να τα θυμηθούν, στους μεσήλικες να προβληματιστούν και οι νεότεροι να ευαισθητοποιηθούν γιατί απ' αυτούς έλειψε ολότελα η επαφή με την παράδοση.
Περήφανος λοιπόν για τον τόπο στολίδι που επέλεξαν οι χωριανοί μου θα καταγράφω, όσο ανασαίνω, τις παραδόσεις τους. Μπορεί αυτό που κάνω να ναι κουραστικό, όμως στο τέλος ο όποιος κόπος που απομένει αξίζει τον κόπο.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

ΣΠΟΡΑ - ΘΕΡΙΣΜΟΣ - ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ


Εκείνα τα  ωραία, ανέφελα απογεύματα, στα μέσα του Οκτωβρίου περίπου, οι κάτοικοι ετοίμαζαν τα αλέτρια.  Αν και οι βελανιδιές είχαν ακόμα φύλλα και ο ήλιος ήταν ζεστός, υπήρχε μια αίσθηση αυξανόμενης ερήμωσης στα χωράφια.  Τα λουλούδια είχαν αραιώσει. 
Εδώ κι εκεί ξεχώριζαν στο χορτάρι κίτρινα πεντάφυλλα, μερικές καμπανούλες ή λίγα ίχνη μοβ λουλουδιών σε μια καφετιά απόχρωση.    Αλλά τα περισσότερα φυτά που έβλεπε κανείς ακόμα ήταν μισομαραμένα.  Στις παρυφές του Τσούγλας και της Κιάντας ένα στρώμα άγριας αγράμπελης έδινε την εντύπωση καπνού, καθώς τα άνθη της με τη γλυκιά μυρωδιά είχαν μαραθεί.  Το τραγούδι των εντόμων ακουγόταν σπανιότερα και με διακοπές.  Μεγάλες εκτάσεις με χορτάρι, που το καλοκαίρι σχημάτιζαν ζούγκλα, είχαν σχεδόν ερημώσει από τα ζωύφια. και από τις μυριάδες που κατέκλυζαν τον Αύγουστο τους αγρούς, απέμεναν πια εδώ κι εκεί κάποιο βιαστικό σκαθάρι ή καμιά αργοπορημένη αράχνη.  Τα κουνούπια χόρευαν ακόμη στην ηλιόλουστη ατμόσφαιρα, αλλά τα πετροχελίδονα, που άλλοτε ορμούσαν να τα καταπιούν, είχαν φύγει τώρα και αντί για τις τσιριχτές κραυγές τους στον ουρανό, ηχούσε το τιτίβισμα ενός κοκκινολαίμη από την κορυφή μιας κουφοξυλιάς. 
Τα χωράφια στο Βάκσοϊ Μπαζαλούκ, στη Γιάμα, στη Ντραμάϊντσα, στου Καρίς Κορί και αλλού είχαν όλα ξεχερσωθεί.  Μερικά είχαν ήδη οργωθεί και οι άκρες των αυλακιών που είχαν σχηματιστεί φαίνονταν από την κορυφογραμμή ν’ αντανακλούν θαμπά το φως του ήλιου.  Ο ουρανός ήταν ανέφελος, με μια διαύγεια σαν αυτή του νερού.  Τον Ιούλιο η γαλήνια γαλάζια έκταση του ουρανού, πηχτή σαν κρέμα, φαινόταν πολύ κοντά στις κορυφές των πράσινων δέντρων, αλλά τώρα έμοιαζε να βρίσκεται πιο ψηλά και να είναι πιο αραιή. 
Ο ήλιος γλιστρούσε γρηγορότερα στη δύση και μόλις έφτανε εκεί, προμήνυε ένα στρώμα πάχνης, που θα έφτανε αργή και νυσταγμένη, κάτασπρη σε αντίθεση με τα άνθη της αγριοτριανταφυλλιάς. Καθώς ο νότιος άνεμος δυνάμωνε, τα κίτρινα φύλλα των βελανιδιών έβγαζαν έναν εύθραυστο ήχο, πιο τραχύ από το θρόισμα που έκαναν νωρίτερα το καλοκαίρι.
Ήταν μια εποχή ήσυχης αναχώρησης για όλους όσοι δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν το χειμώνα.  Οι γεωργοί με το αλέτρι και οπλισμένοι με υπομονή όργωναν την άγονη γη για να τους δώσει λιγοστό σιτάρι, κριθάρι ή βρώμη.
Το όργωμα των χωραφιών είναι σήμερα πολύ εύκολο έργο, εξαιτίας της ύπαρξης πλήθους τρακτέρ.
Πριν από 50 όμως χρόνια τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Κάθε χρόνο η Ξυλόπολη συντηρούσε εκατοντάδες βόδια και υποζύγια μα κανένα τρακτέρ ούτε καν σκαπτικό μηχάνημα.
Προκειμένου να ετοιμαστεί το χωράφι για τη σπορά χρειαζόταν πολλές εργατώρες. Ο ζευγάς ξυπνούσε την άγρια νύκτα για να ζευγαροταΐσει 2-3 φορές τα ζώα του, ώστε να είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας το δύσκολο έργο του οργώματος της σκληρής Ξυλοπολίτικης γης.
Η γυναίκα του ζευγά προετοίμαζε στις ίδιες σκληρές ώρες, το φαγητό της οικογένειας. Δεν έπρεπε να βρει ο ήλιος στο κρεβάτι τους τους ζευγάδες.
Ο αεικίνητος παππούς μου ερχόταν στο σπίτι μας για να σημάνει εγερτήριο και φώναζε από μακριά. Η ώρα ήταν συνήθως 4 το πρωί!
Όσοι γεωργοί δεν διέθεταν δικό τους ζευγάρι «συζεύανε» με κάποιον που ταιριάζανε τα χνώτα τους και είχε την ίδια με αυτούς περιουσία.
Αφού φορτώνανε τα ζυγάλετρα στο γάϊδαρο τους, παραλάμβαναν τις αγελάδες και τα βόδια και ξεκινούσαν για το χωράφι.
Πρώτη δουλειά του ζευγολάτη ήταν να ζέψει τα βόδια του στο ζυγό. Ο ζυγός ήταν μια κατασκευή από δυο ξύλα τα οποία εφάρμοζαν στον λαιμό των ζώων. Το πάνω ξύλο ήταν οριζόντιο και το κάτω με δυο καμπύλες ώστε εφαρμόζουν. Δεξιά και αριστερά από τον λαιμό κάθε ζώου ήταν σφηνωμένες δυο βέργες, οι ζεύλες, οι οποίες ήταν δεμένες στο κάτω μέρος με σχοινί για να κρατάει τα ζώα στο ζυγό. Με το ένα χέρι ο ζευγολάτης κρατούσε τα γκέμια και με το άλλο το αλέτρι. Το ξύλινο αλέτρι αποτελούνταν από πολλά κομμάτια που το καθένα είχε το όνομά του. Το κάτω χοντρό ξύλο συνήθως λεγόταν «κουντούρι». Μπροστά του στηρίζονταν το «υνί».  Πίσω από το «υνί» ήταν το «παράβολο» για να στρώνει το χώμα και στη μέση ήταν η «σπάθα».  Πιο πίσω, προς το τέλος ήταν το «σταβάρι», μακρύ καμπυλωτό ξύλο που περνούσε απ' τη «σπάθα», η οποία μπορούσε ν’ ανεβοκατεβαίνει, στηριζόμενο στο «κουντούρι» με «σφήνα».  Το πίσω μέρος ήταν η «κοντονουρά»  (η χειρολαβή).
Με την εξάρτηση του αλετριού από το ζυγό τελείωνε το ζέψιμο, οπότε μπορούσε να αρχίσει το όργωμα με το αλέτρι, που το έσερναν τα ζευτικά κατευθυνόμενα με το ζεύτη από το ζευγά.
Όργωμα
Κατόπιν ο γεωργός σκορπούσε τον σπόρο.  Ο σπόρος ήταν μέσα στην σποροποδιά και ο γεωργός πέταγε τον σπόρο με το χέρι δεξιά-αριστερά.  Μετά άρχιζε το όργωμα για να καλυφθεί ο σπόρος.  Πέταγε σπόρο όσο έφτανε το χέρι του και αυτό λεγόταν μια σποριά.  Όργωνε αυτό και στη συνέχεια ξανάσπερνε, από φόβο μήπως πιάσει κακοκαιρία, αναγκαστεί να τα παρατήσει και ο σπόρος μείνει εκτεθειμένος στα πουλιά. Το όργωμα γινόταν σε ευθεία γραμμή κάνοντας όλο το μήκος του χωραφιού και μόλις έφταναν στην άκρη γύριζαν τα ζωντανά παράλληλα και στην αντίθετη κατεύθυνση. Εκεί ο γεωργός έπαιρνε μια ανάσα, καθάριζε με το ξύστρο το αλέτρι αλλά και τα τσαρούχια του από τις λάσπες. Η γυναίκα ακολουθούσε και με την τσάπα έσπαζε τα σβόλια και ισωμάτιζε τα αυλάκια καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο καλύτερα τον σπόρο. Η εργασία αυτή λεγόταν σκάλος (σκάλισμα).  Η σπορά κρατούσε από έναν έως και δυο μήνες.
Τα παραγγέλματα προς τα ζώα ήταν ζωηρά.  Παραγγέλματα που όλα σχεδόν έρχονταν από τα βάθη της ελληνικής αρχαιότητας. Μερικοί γεωργοί ήταν τόσο θορυβώδεις που ακουγόταν μέχρι το χωριό.   Άλλοι βλασφημούσαν ή έβριζαν τα ζώα τους ακατάπαυστα. Τον μπάρμπα-Γιάννη ήταν απόλαυση να τον ακούει κανείς από κάπου να μαζεύει με την τραγουδιστή μακρόσυρτη προφορά του το καχεκτικό γαϊδουράκι που αρνούνταν επίμονα να μπει στο ζυγό.
Οι φωνές του πάντα συνοδεύονταν με ραβδισμούς αφού ο γάϊδαρος είχε μυριστεί το μαρτύριό του. 
Όλη η ύπαιθρος ήταν μια φωνή κι όλο ζωή. Οι φωνές των ζευγάδων ενώνονταν με τα γκαρίσματα των υποζυγίων τους, τα μουγκρητά των βοδιών και τα βελάσματα των αρνιών συνθέτοντας τη βουκολική ραψωδία.  Σήμερα ακούγονται μόνο οι εξατμίσεις των τρακτέρ να παίζουν το μονότονο σκοπό τους. 
Το μεσημέρι σταματούσαν λίγο το όργωμα για να φάνε τα ζώα λίγα χόρτα και οι ίδιοι το φαγητό που είχαν μέσα στον τορβά. Συνήθως φώναζαν και τον γείτονα να κοπιάσει για να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες κατά τη διάρκεια του γεύματος.
Το όργωμα ήταν ακόμη πιο δύσκολο όταν προσπαθούσαν να σπείρουν σιτάρι, στα γεμάτα με πέτρες χωράφια.
Τα χωράφια όμως αυτά τους αποζημίωναν με το εξαιρετικής ποιότητας σιτάρι που απέδιδαν, άσπρο και κατάλληλο για να κάνουν τα κόλλυβα.
Τα επόμενα χρόνια η νέα τεχνολογία επέβαλε την μετεξέλιξη του αρότρου σε σιδερένιο, κάτι που άλλαξε τελείως τον τρόπο οργώματος.
Το βαρύ σιδερένιο αλέτρι έμπαινε πιο βαθιά στη γη μόνο του και δεν απαιτούσε την μεγάλη δύναμη των βοδιών για να το σύρουν τα οποία αντικαταστάθηκαν από πιο ευκολοσυντήρητα υποζύγια, άλογα και μουλάρια.  Πρώτη δουλειά του γεωργού ήταν να βάλει στο άλογο την λαιμαριά, ένα δερμάτινο κολάρο γεμισμένο με μαλλί.
Εξωτερικά ήταν ραμμένες δυο μεταλλικοί ράβδοι και στην μέση ένας κρίκος. Στον κρίκο έμπαινε ένας γάντζος με δυο αλυσίδες, το τραφτό, οι οποίες κατέληγαν στο ξύλο που ήταν στο αλέτρι ή στη σβάρνα.
Σήμερα βέβαια αρκετά από τα σιτοχώραφα έχουν εγκαταλειφτεί και είναι γεμάτα με άγριους θάμνους.
Τα τρακτέρ επιτελούν σε λίγο χρόνο πολλαπλάσιο έργο από εκείνο που κάποτε επιτελούσαν εκατοντάδες ζευγάρια βοδιών σε πολλές ημέρες.  Γι΄ αυτό δεν υπάρχει πια, έστω για δείγμα, ούτε μια αγελάδα σε όλη την Ξυλόπολη.
Ο θερισμός
Ο θερισμός - αλωνισμός του σιταριού ήταν μια επίπονη διαδικασία, που διαρκούσε από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Δεκαπενταύγουστο περίπου.  
Για τον λόγο αυτό οι μήνες Ιούνιος και Ιούλιος ονομάστηκαν «Θεριστής» και «Αλωνάρης» αντίστοιχα. 
Συμμετείχαν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογένειας, από τα παιδιά δώδεκα - δεκατριών ετών μέχρι και τους γέροντες εξηνταπέντε ετών. Και ήταν μεγάλες και πολυπληθείς οι οικογένειες εκείνη την εποχή, αφού ζούσαν μαζί οι γονείς, τα αδέλφια τους, οι γιοι με τις συζύγους τους (νύφες) και πολλά παιδιά.
Εξασφάλιζαν το ψωμί του σπιτιού για όλο το χρόνο.  Κοπιαστική δουλειά, η οποία γινόταν όλη την ημέρα και κάποιες φορές και νύχτα, αν είχε φεγγάρι.  Λαγοκοιμόντουσαν ίσα για να ξεκουραστούν.
Έτρωγαν το γάλα από την γίδα που είχαν δέσει στο χωράφι, ελιές, ψωμί, τυρί, κρεμμύδια, παστές λιπαριές και κάποιες λίγες φορές η γυναίκα πήγαινε σπίτι και έφτιαχνε φαΐ, μαζί με κάποιες άλλες δουλειές που είχαν μείνει πίσω.
Συνήθως έμενε πίσω η ηλικιωμένη μάνα ή κάποια άλλη γυναίκα για τις δουλειές του σπιτιού (ζύμωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο) και για να προσέχει τα μικρότερα παιδιά.
Το ψωμί το μετέφεραν με την ντισάκια τυλιγμένο στην τάλβα για καλύτερη προστασία, το φαί με το ζάστρουκ.  Νερό στο χωράφι μετέφεραν με την μπούκλα.  Το χωράφι το θέριζαν τμηματικά, όλοι μαζί στη σειρά.
Τα εργαλεία του θερισμού
Μεγάλο φόβο οι θεριστάδες είχαν για τα φίδια που μπορεί να κρύβονταν στο σπαρτό μιας και είναι η εποχή τους. Συνήθως θέριζαν οι γυναίκες, ενώ οι άνδρες αναλάμβαναν το δέσιμο των δεματιών και το κουβάλημά τους στα αλώνια.
Οι γυναίκες ιδιαίτερα, που ήταν ντυμένες βαριά - με την πλήρη ενδυμασία - υπέφεραν περισσότερο.  «Σιγόβραζαν» κατάματα στον ήλιο. Για να προστατευθούν, φορούσαν άσπρο μαντήλι.
Φορούσαν επίσης χοντρές μάλλινες κάλτσες μέχρι τα γόνατα, για να προφυλάσσονται από τα «τσιμπήματα» και τις μικρές πληγές, που προκαλούσαν οι καλαμιές, αλλά και τα αγκάθια με τους βάτους, που ήταν διάσπαρτα στο χωράφι. Για παπούτσια είχαν τα γουρουνοτσάρουχα.
Η κούραση όμως και η ταλαιπωρία δεν έκαναν τους Ξυλοπολίτες να χάσουν το κέφι τους. Έλεγαν διάφορα αυτοσχέδια τραγούδια σχετικά με τον θερισμό.
Μικρή μονάδα μέτρησης του θεριστή ήταν η «χεριά», δηλαδή όσα στάχυα χώραγαν μέσα σε μια χούφτα.  Περίπου δεκαοκτώ χεριές έκαναν ένα δεμάτι. 
Για το δέσιμο του δεματιού χρησιμοποιούσαν τη  σίκαλη της οποίας η καλαμιά είναι μακριά και ανθεκτική, την μούσκευαν, την πατούσαν για να μαλακώσει, την έστριβαν και ήταν έτοιμη για δέσιμο.
Αυτή η δουλειά ήταν των ανδρών, που στη συνέχεια τοποθετούσαν τα δεμάτια ανά τρία φτιάχνοντας τις «τριαριές», τις οποίες πάλι τις έβαζαν σε τάξη, στοιχισμένες η μια πίσω από την άλλη και σε παράλληλες σειρές.
Τα δεμάτια τα φόρτωναν στα ζώα, τα πήγαιναν στα αλώνια, όπου και έκαναν θημωνιές. Ο κάθε ένας είχε το δικό του αλώνι, «τα αλώνια μας», όπως τα έλεγαν.
Τα αλώνια
Ο θερισμός διαρκούσε ένα μήνα περίπου, μέχρι τα μέσα Ιουλίου.
Οι Ξυλοπολίτες μόλις τελείωναν τον θερισμό, άφηναν πάντα ένα μικρό μέρος του χωραφιού αθέριστο.  Ήταν μαγιά, όπως έλεγαν, για τη σοδειά της επόμενης χρονιάς. Στο τέλος μάλιστα οι θεριστάδες πετούσαv μπροστά το δρεπάνι τους.  Αν τύχαινε να πέσει κάτω με τη "μύτη" και να καρφωθεί στη γη, το θεωρούσαν καλό σημάδι: το χωράφι και του χρόνου θα απέδιδε πλούσια σοδειά.
Αφού τελείωνε και η τελευταία φαμελιά τον θερισμό, άρχιζαν όλοι να κουβαλούν τα δεμάτια στα αλώνια σε κοντινή απόσταση από το χωριό.
Το κουβάλημα γινόταν συνήθως με τα γαϊδουράκια και με τα λίγα άλογα που υπήρχαν στο χωριό.   Το αλώνι θεωρούνταν αυστηρά ιδιωτικός χώρος και δεν μπορούσε κάποιος να μετακινήσει τη θέση του επιλέγοντας άλλη τοποθεσία, όπου βρισκόταν ενδεχομένως τα αλώνια των συγχωριανών του. Υπήρχε ένας άγραφος κώδικας τιμής, που τηρούνταν απαρέγκλιτα κάθε χρόνο.
Ο αλωνισμός βαστούσε άλλον έναν μήνα. Για να αντιμετωπίσουν πάλι τη ζέστη έφτιαχναν τα αλώνια κοντά στους αχυρώνες ή κατασκεύαζαν αυτοσχέδια τσαρδάκια, που τα σκέπαζαν με αγριόχορτα, δίπλα στα αλώνια.
Με την ολοκλήρωση του κουβαλήματος οι άνδρες άρχιζαν να φτιάχνουν τις θημωνιές. Έβαζαν στην αρχή τα δεμάτια το ένα δίπλα στο άλλο και σε κυκλικό σχήμα. Τα στάχυα «έβλεπαν» προς το εσωτερικό του σχηματιζόμενου κύκλου και τα κοτσάνια τους έβγαιναν προς τα έξω. «Έκτιζαν» τη θημωνιά σιγά-σιγά στο ύψος που ήθελαν, συσσωρεύοντας τα δεμάτια το ένα πάνω στο άλλο. Η κορυφή της θημωνιάς έμοιαζε με κώνο κι ήταν φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όταν βρέχει να μη μουσκεύουν τα στάχυα και να διατηρούνται στεγνά.
Στο τέλος έβαζαν μέσα στη θημωνιά ένα κομμάτι σίδερο, για να διώχνει τα κακά πνεύματα και να προστατεύει το σιτάρι από το «μάτιασμα».
Το αλώνι ήταν ολοστρόγγυλο, μεγαλοδιάμετρο, πλυμένο το χώμα και αλειμμένο με αγελαδοβουνιά λειωμένη να μην ξερνάει χώμα κι ανακατεύεται με τον καρπό.
Τα δεμάτια μεταφέρονταν στο αλώνι (ή άλως ή η αλωή, Ιλιάδα Ε 499), ενώ ο Ησίοδος συμβουλεύει το αλώνισμα «να γίνεται σε αλώνι ολοστρόγγυλο, όπου φυσά καλό αεράκι».
Μα το αλώνι δεν ήταν ένας σκέτος γύρος από χώμα καλά ξυσμένος ή ένα ξέφωτο στρογγυλό, παρά είχε τη δική του μαστοριά.
Το έκτιζαν κοντά στους αχυρώνες ή ξέφωτα και το έζωναν με ξερολιθιά στα τόξα του για να στερεώσουν τα χώματα και να μην κατρακυλάνε μέσα στο αλωστήρι.
Βέβαια στην Ξυλόπολή μας υπήρχαν αλώνια περίτεχνα, ολοστρόγγυλα και γυρισμένα με γείσο υπερυψωμένο..
Η γερή και καλοφτιαγμένη γυριστή λιθοδομή το κρατούσε και το όριζε.
Στο κέντρο του αλωνιού έμπηγαν ένα κάθετο πάσσαλο σε μια τρύπα που την είχαν περιχτίσει με πέτρες για να στερεώνεται καλύτερα.
Στο παλούκι έδεναν το μακρύ σκοινί το οποίο κατέληγε στο ζευγάρωμα των ζώων εκείνων που θα αλώνιζαν με ασταμάτητους κύκλους πάνω στα απλωμένα στάχυα.
Τα δεμάτια τοποθετούνταν από τους αλωνιστές, τους «επαλώστας», γύρω από το στύλο, ως την άκρη του αλωνιού κυκλικά, ενώ ένα σχοινί με μήκος περίπου όσο η ακτίνα του αλωνιού, στερεωνόταν με τη μια άκρη του στον στύλο και με την άλλη δενόταν στο περιλαίμιο, που συνήθως το φορούσαν τα ζώα (βόδια ή άλογα). Στη συνέχεια έλυναν τα δεμάτια μέσα στο αλώνι και άπλωναν τα στάχυα, ώσπου να γιομίσει σε πάχος μισού περίπου μέτρου.  
Κατόπιν έβαζαν τα ζώα να πατήσουν τα σκόρπια στάχυα, ώστε να "στρώσουν" και να γίνουν ένα ομαλό στρώμα. Έπειτα έζευαν το ζευγάρι στη δοκάνη, την οποία έσερναν τα ζώα πίσω τους, καθώς γύριζαν συνεχώς κυκλικά στο αλώνι. Ένας άνδρας ανεβασμένος στη δοκάνη καθοδηγούσε την πορεία των ζώων κρατώντας τα λουριά.   Τα ζώα παροτρύνονταν από τον αλωνιστή (αλοητήν η αλωέα) να περπατούν γύρω-γύρω στο αλώνι πάνω στα στοιβαγμένα στάχυα, αποσπώντας με το βάρος τους τον καρπό των δημητριακών. Η δοκάνη αποτελούνταν από δύο πλάκες ξύλου παραλληλόγραμμες και ενωμένες μεταξύ τους.  Το εμβαδόν της συνολικά ήταν δύο-τρία τετραγωνικά μέτρα.
Αλωνισμός
Στην κάτω πλευρά της υπήρχαν προσαρμοσμένες κοφτερές πέτρες που έκοβαν τα στάχυα όταν σέρνονταν η δοκάνη.  Όταν το στρώμα με τα στάχυα γινόταν κάπως χαμηλό, ανέβαιναν πάνω στη δοκάνη ένα τσούρμο παιδιά, για να γίνει βαρύτερη και να κόβει καλύτερα τα στάχυα.
Ο αλωνισμός του κάθε στρώματος κρατούσε μια ολόκληρη μέρα - εννιά το πρωί μέχρι τις εφτά το βράδυ - ή και παραπάνω, ανάλογα με την ποικιλία του σιταριού. Όταν οι σπόροι είχαν ελευθερωθεί πλέον από τα στάχυα, οι Ξυλοπολίτες συγκέντρωναν το στρώμα του αλωνιού σε μακρόστενο σωρό με κατεύθυνση Ανατολή - Δύση.
Το λίκνισμα
Περίμεναν να φυσήξει λίγο βοριαδάκι για να αρχίσουν το λίχνισμα, να ξεχωρίσουν δηλαδή τον καρπό του σιταριού από τα άχυρα. Αυτό γινόταν νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ, όταν φυσούσε.  Τρία - τέσσερα άτομα, το ένα δίπλα στο άλλο, στέκονταν μπροστά και σήκωναν το στρώμα δύο μέτρα ψηλά.
Το λίχνισμα κρατούσε τρεις ώρες περίπου. Συνήθως δεν επιτυγχάνονταν ο απόλυτος διαχωρισμός των σπόρων από το άχυρο κι έτσι χρησιμοποιούσαν το ντραμόνι (μεγάλο κόσκινο), για να καθαρίσουν το σιτάρι. 
                                        Το ντραμόνι                                                 Το ντραμόνιασμα
Μετά το ντραμόνιασμα έβαζαν το καθαρό σιτάρι πλέον μέσα σε τσουβάλια, αφού μετρούσαν την ποσότητά του.
Κουβαλούσαν τα τσουβάλια με τα λίγα κάρα ή τα ζώα στα σπίτια, όπου και τα άδειαζαν στα αμπάρια (πρέσκες), που είχαν στο "τρανό" (μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού).
Τελευταία δουλειά ήταν, όταν ο αχυρώνας ήταν μακρυά, να μαζέψουν τα άχυρα από το αλώνι, να τα φορτώσουν στα κάρα, ή σε τσουβάλι ή στα κοφίνια και να τα μεταφέρουν στον αχυρώνα.
Έκαναν πιο ψηλά τα τοιχώματα του κάρου βάζοντας λαμαρίνες ή τσίγκους και έφραζαν τις ανοιχτές πλευρές μπρος-πίσω, με αυτοσχέδιες πόρτες ή κουβέρτες.
Αργότερα ήρθαν οι πατόζες και οι Ξυλοπολίτες απαλλάχθηκαν από την δουλειά του αλωνίσματος.  Ξεχασμένες «πατόζες»….. Τις βλέπουμε αραγμένες μόνο σε κανένα λαογραφικό μουσείο, κουρασμένες πια από τα χρόνια και την πολλή δουλειά.
Πατόζα
Τις θυμάστε; Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που χρησιμοποιούνταν, κυρίως για το αλώνισμα του σιταριού, στο χωριό μας. Γνώρισαν μεγάλη ακμή στις δεκαετίες του 60 και 70. Οι κάτοικοι του χωριού μου μετά το θέρο των χωραφιών μάζευαν τα δεμάτια με τα γεννήματά τους στα Παντίστσια, στο Ντουσένουιτς και στη Μπάρα, τοποθεσίες που ήταν κατά κάποιο τρόπο βατές στις μηχανές, και τα έκαναν θημωνιές. Περίμεναν μετά να ρθει η «πατόζα» για να τ’ αλωνίσει.  Εκείνο που απέμενε, μετά το αλώνισμα, ήταν η χαρά των πατεράδων μας που εξαργύρωναν τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς για το «έρμο το ψωμί» και οι μικροί λόφοι με το άχυρο, που μέχρι να συλλεχθεί αποτελούσε ιδανικό τόπο παιγνιδιού για μας που είμαστε τότε παιδιά.
Πατόζες
Τα άχυρα της πατόζας ήταν λεπτότερα. τα δεματοποιούσαν οι πρέσες και ήταν ευκολότερα στη μεταφορά τους.
Γύρω στον Δεκαπενταύγουστο, οι Ξυλοπολίτες ολοκλήρωναν την κοπιαστική διαδικασία του θερισμού-αλωνισμού. Βέβαια, οι δουλειές του καλοκαιριού δεν σταματούσαν εκεί.
Με το αλώνισμα ολοκληρωνόταν ο τελετουργικός τρόπος στο όλο δρώμενο σποράς - θέρους - αλωνισμού. Μια δουλειά γεμάτη κόπο, τέχνη μεράκι και «μαστοριά».
Η ταλαιπωρία τους συνεχιζόταν.  Αλλά είχαν εξασφαλίσει πλέον το ψωμί της χρονιάς.
Του Κατάρα και του Λάγου τα αλώνια με τους αχυρώνες όπως είναι σήμερα, στις μεγάλες τους δόξες, τότε που φιλοξενούσαν οπλές ζώων, στάρια ξηρικά και ιδρώτα άφθονο, δεν φύτρωνε ούτε χορταράκι.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ


Μόνο μια φορά είναι αρκετή για να ερωτευτείς αυτόν τον τόπο. Αφήνοντας το γεφύρι του, αρχίζει η ανάβαση για το χωριό και το ένα μαγευτικό τοπίο διαδέχεται το άλλο, ενώ ο αέρας μυρωμένος από τις ανάσες των δένδρων πλημμυρίζει τις αισθήσεις, δεν μπορείς παρά να αναζητάς περισσότερες στιγμές στην ευλογημένη Ξυλόπολη.
Το πλούσιο δίκτυο των καλντεριμιών και μονοπατιών που συναντούσε ο επισκέπτης, τον οδηγούσαν σε μοναδικές περιοχές φυσικού τοπίου.  Τα μονοπάτια και οι δρόμοι που ανηφορίζουν προς την Βορειοανατολική έξοδο του χωριού σε οδηγούν στον μοναδικού κάλους Μπογδάνα προτού φτάσεις στην Ξυλόπολη.

Η κοίτη του καταλαμβάνεται από διαφόρων μεγεθών ογκόλιθους που κάνουν τη διάβαση ιδιαίτερα ελκυστική και περιπετειώδη. Κατά διαστήματα πέτρινες λιμνούλες και υδρορροές φιλοξενούσαν υδροχαρή βλάστηση και διάφορα υδρόβια είδη (καβούρια, διάφορα είδη βατράχων, κ.λ.π.).
Τα χελιδόνια σπάθιζαν το αέρινο ρεύμα διασχίζοντας κατά μήκος το ποτάμι, εξασφαλίζοντας την τροφή τους από τα έντομα, ενώ ο πετροκότσυφας απομακρύνονταν φοβισμένος.  Η περιοχή που εξελίσσεται αυτή η διαδρομή αξίζει ιδιαίτερα για περιηγητικές επισκέψεις και βοτανολογικού ενδιαφέροντος εξορμήσεις.
Η συνέχεια είναι ελαφρά κατηφορική και ευχάριστη για τον επισκέπτη μετά τον Τοπ-Καμπάκ όπου είναι η αρχή μας.  Το ρέμα που διαρρέει το λιόφυτο ποτάμι σχηματίζει μικρούς αλλά εντυπωσιακούς καταρράκτες σε κάποια σημεία έως να φτάσει στη λίμνη του Λαγκαδά.  Η περιοχή διαθέτει πολλά πηγαία νερά.
Χειμωνιάτικο με όμορφη αγριάδα τοπίο, η άνοιξη ολάνθιστη και μελωδική, το φθινόπωρο και το καλοκαίρι πιο πολύβουο από τους αγρότες που πηγαινοέρχονται στα χωράφια.
Στο σημείο που τελειώνει ο αγροτόδρομος  και η πεζοπορική μας διαδρομή ακολουθεί το μονοπάτι παράλληλα με την κοίτη του Μπογδάνα. Ιτιές, λεύκες,  πλατάνια και καρυδιές μας συντροφεύουν στην πεζοπορία. Σε κάποια σημεία το μονοπάτι συναντά την κοίτη του ποταμού, την ακολουθεί για λίγα μέτρα και στη συνέχεια την ξαναφήνει πότε στα δεξιά και πότε στα αριστερά του.
Η κοίτη του Μπογδάνα είναι αρκετά φαρδιά και στο σημείο όπου την συναντά η διαδρομή μας τον περισσότερο χρόνο δεν έχει νερό, έτσι ακολουθούμε το μονοπάτι πολύ εύκολα, αν όμως η διαδρομή γίνει χειμώνα και μετά από βροχές, τότε σε ορισμένα σημεία υπάρχει πρόβλημα προσπέλασης. Καλό θα είναι να ακολουθήσουμε τη διαδρομή παράλληλα με το ποτάμι, αλλά πιο μέσα, έως ότου να ξαναβρούμε τα σημάδια του μονοπατιού. Συνεχίζοντας να περπατάμε παράλληλα με την κοίτη, φτάνουμε  στα Δύο Πηγάδια όπου βρίσκονται ίχνη του πρώτου νερόμυλου.
Μέσα σε ειδυλλιακά τοπία ήταν κτισμένοι όλοι οι νερόμυλοι της Ξυλόπολης. Δίπλα από το ποτάμι, κάτω από πλατάνια, σε ερημικές τοποθεσίες, αποτέλεσαν εικόνες που μόνο σε βιβλία παραμυθιών μπορούμε να δούμε σήμερα.
Από του ρεύματος τούτου ανέρχεται μεγάλη ανωφέρειαν βαίνουσα δια δάσους πρίνων και μετά 1 ½ ώρ. διαβαίνουσα μέγα ρεύμα επί λιθίνης καλής γεφύρας, εχούσης 30-35 μ. μήκος και 6 μ. πλάτος, και παρερχομένη του παρ’ αυτή στρατιωτικού σταθμού, ανέρχεται δι’ ελιγμών και παρέρχεται του χωρίου  Λιγκοβάνι έχοντος περί τας 120 οικογενείας χριστιανικάς, εκκλησίαν, δύο υδρόμυλους, κινουμένους δια του ύδατος του προηγουμένου ρεύματος και 4 χάνια, ών τα 2 μεγάλα.  Ν. Σχινάς «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-1886
Αν κάποιος ακολουθήσει το ποτάμι, θα δει ότι η περιοχή είναι γεμάτη από υπολείμματα νερόμυλων. Η προσφορά τους ήταν τεράστια για αρκετές εκατοντάδες χρόνια, τόσο στη διατροφή των κατοίκων, όσο και στην κοινωνική ζωή.
Ενώ πορευόμαστε στα χνάρια αυτής της άγριας ομορφιάς φτάνουμε στον επόμενο νερόμυλο.  Σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση με ευδιάκριτη την εσωτερική και εξωτερική διαμόρφωσή του.
Ο βασικός λόγος που ο παραδοσιακός αυτός νερόμυλος μας εξάπτει τη φαντασία, είναι η ομορφιά του, που πηγάζει από την απόλυτη εναρμόνισή του με το φυσικό περιβάλλον. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για το κτίσιμο του μύλου βρίσκονται στο διπλανό δάσος, στο πλησιέστερο νταμάρι, στο απέναντι βουνό. Η αρχιτεκτονική του είναι προσαρμοσμένη στη μορφολογία του εδάφους, το κλίμα της περιοχής, την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση των στοιχείων της φύσης. Οι παράγοντες αυτοί δεν καθιστούν τους παραδοσιακούς μύλους απλά ελκυστικούς αλλά κυρίως ιδανικά δείγματα οικολογικής ανάπτυξης.

 Η κατασκευή του παραπάνω μύλου είναι απλή. Το κύριο κτίσμα είναι ορθογώνιο, λιθόκτιστο με κεραμίδια, δώμα (το οποίο εξυπηρετούσε τις διανυκτερεύσεις του μυλωνά).  Η πέτρα, που βρισκόταν (και βρίσκεται ακόμα) σε αφθονία στο χώρο του ορεινού οικισμού, ήταν ένα υλικό - προϊόν του περιβάλλοντος, η χρήση της οποίας, όχι μόνο δεν αλλοίωνε το τοπίο αλλά αντιθέτως, συνέβαλε καθοριστικά στην τέλεια αρμονία της σύνθεσης, έτσι ώστε, με δυσκολία να ξεχωρίζει το κτίσμα από το φυσικό περιβάλλον του.  Η αυστηρή γεωμετρία του όγκου και η σκληράδα της πέτρας, όμοια με τη σκληράδα του τοπίου, αποτελούσαν (και βεβαίως αποτελούν) την ομορφιά του παραδοσιακού μύλου.  Η κατασκευή της στέγης είναι προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική, δηλαδή ξύλινη κεκλιμένη  τετράριχτη κάλυψη από κεραμίδια. Οι διαστάσεις του είναι περίπου 10x7 μ., γεγονός το οποίο καθόριζε και το κόστος κατασκευής. Στο χαμηλότερο σημείο του, αμέσως μέσα από την εξώθυρα, γίνονταν οι συναλλαγές και η αναμονή των πελατών. Στο υψηλότερο, με διαφορά δύο-τριών βαθμίδων, γινόταν το άλεσμα. Τα παράθυρα ήταν λίγα και μικρά, το δάπεδο από πατημένο χώμα, και υπήρχε και τζάκι.
Στους νερόμυλους οι χωριανοί αντάλλασσαν απόψεις για όλα τα θέματα που τους απασχολούσαν, ειδικότερα για τις γεωργικές ασχολίες, τη συγκομιδή χωρίς να λείπουν τα κουτσομπολιά και η παραπολιτική.
Η συνάντηση πολλών ανθρώπων από τις γύρω περιοχές έδινε την εικόνα πανηγυριού.  Καθένας που ερχότανε έφερνε και τα δικά του νέα και ως τοπικός ανταποκριτής έδινε τη δική του ανάλυση στην ημερήσια διάταξη των θεμάτων, που είχε η ατζέντα του μυλωνά.  Ο μυλωνάς ως εκπρόσωπος τύπου της περιοχής διέψευδε η επιβεβαίωνε τα νέα ανάλογα με την πληροφόρηση που είχε.
Οι μύλοι της Ξυλόπολης εξυπηρετούσαν συνήθως εκτός από τις τοπικές και τις ανάγκες των γύρω χωριών. Οι περισσότεροι υδρόμυλοι λειτούργησαν μέχρι τη δεκαετία του '60.
Το άλεσμα στο μύλο ήταν μια εργασία που για κάθε νοικοκυριό έπρεπε να γίνει τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο, ήταν κοπιαστική εμπειρία, αλλά συνάμα είχε χαρακτήρα πανηγυριού. Ξεκινούσαν από τα χωριά τους οι αγρότες του Βερτίσκου, της Νικόπολης, με κατεύθυνση τους μύλους του μπάρμπα-Κώστα, του μπάρμπα-Λάζαρου ενώ οι αγρότες του Ισώματος, των Θεοδοσίων, του Καρτερέ, του Λευκοχωρίου με κατεύθυνση τους υπολοίπους μύλους, παρέες παρέες, με φορτωμένα στα ζώα τα σακιά με τον καρπό, εφοδιασμένοι με όλα τα απαραίτητα για τη μακρά, πολλές φορές, πορεία, όσο και για τη διαμονή στον ευρύτερο χώρο του μύλου, όπου η παραμονή τύχαινε να είναι και πολυήμερη όταν πλησίαζαν οι γιορτές και αυξάνονταν οι ενδιαφερόμενοι που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να αλέσουν.  Στη διάρκεια της αναμονής πολλές γυναίκες έκλωθαν μαλλί με το αδράχτι, ενώ παρακολουθούσαν, αν ήταν τυχερές και συντύγχανε κανένας δεινός αφηγητής, περιπετειώδη - συχνά αυτοσχέδια - παραμύθια, για να περνά πιο ευχάριστα η ώρα. Όταν η πείνα τους θύμιζε την ανάγκη για το ταπεινό γεύμα, άπλωναν κατάχαμα την τάλβα και απολάμβαναν τη γνησιότητα του ψωμιού και της ελιάς, της λιπαριάς, του σκόρδου και του κρεμμυδιού.  Όταν συμπληρωνόταν το άλεσμα, η παρέα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, με τη βαθιά ικανοποίηση που δίνει η εκτέλεση σοβαρής αποστολής, και όταν, τέλος έφταναν πίσω στον τόπο τους, πρώτη τους έγνοια ήταν να δοξάσουν το Θεό που τους αξίωσε άλλη μια φορά να αλέσουν τα γεννήματά τους για να θρέψουν τα παιδιά τους.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι νερόμυλοι αντανακλούσαν την κοινωνική και οικονομική θέση των ιδιοκτητών τους. Σε κάποιες άλλες, λειτουργούσαν ως οικία και επαγγελματική στέγη ταυτόχρονα.
Μετά την επίσκεψη μας στο νερόμυλο ιδιοκτήτες του οποίου ήταν οι: Δούνδης Δ.-Χαριζάνης Χ.-Καλλίνος Αβραάμ, κατηφορίζουμε και σε λίγο βρισκόμαστε στη λιόφυτη λάκα του Κατάρα. Ο ψηλός μαντρότοιχος δεν μας εμπόδιζε να γευτούμε τα μαυροδαμάσκηνα, καρύδια ή κυδώνια.  Στρέφοντας το βλέμμα μας προς την κορυφή του λόφου βλέπουμε τους  δρόμους που οδηγούν στο χωριό και δίπλα τους  παραδοσιακούς αχυρώνες, κτίσματα άλλων εποχών, σημάδια της πρώιμης ανθρώπινης παρουσίας και του βιοτικού επιπέδου των  κατοίκων της Ξυλόπολης.  Κατηφορίζουμε νοτιοανατολικά και σε λίγο απλώνονται χαμηλότερα μπροστά μας οι κατάφυτες λάκες, με τα μποστάνια και όλων των ειδών τα καλούδια.  Εγκαταλείπουμε τη μικρή λιμνούλα (παραλία)  και νοτιότερα προβάλει μπροστά αριστερά μας ο άλλος νερόμυλος των Κανλή Τ. και Πάσχου Π.


   Φθάνοντας στην εθνική οδό βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη μεγάλη γέφυρα κτίσμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Μετά τη γέφυρα και σε μικρή απόσταση βρισκόταν ο άλλος μύλος του Τερζή Λάζαρου.  Ακολουθώντας την κοίτη του Μπογδάνα, στα αριστερά μας κρέμονται οι βραχώδεις προεξοχές πάνω από τα κεφάλια μας, γύρω από τις οποίες περιφέρονται πολλές φορές ζευγάρια αετών. Μετά την επίσκεψη στο γαληνεμένο τοπίο και μετά από τις συνεχείς στροφές στην απότομη πλαγιά φτάνουμε στον μύλο του Ηλίου Κων/νου στην  Χελιδονόλιμνη (Λιστσιβίτσιν βιρ).
Δεν χρειάζεσαι οδηγό για την επίσκεψη αρκεί να ακολουθήσεις το δρόμο του νερού που σε βγάζει από του Παππά τα πηγάδια μέχρι τη Χελιδονόλιμνη (Λιστσιβίτσκα), ένας τόπος που δεν θα πληγώσει την αισθητική, οι εικόνες της φύσης που ανακαλύπτεις είναι μοναδικές.  Άλλωστε το στοιχείo του νερού είναι εδώ το κυρίαρχο. Η γοητεία που αναδεικνύεται με τους καταρράκτες και την αέναη κίνηση των νερών φροντισμένα απ' τη φύση μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, δημιουργούν στιγμές μαγείας.  Δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια συντήρησης και αναπαλαίωσης των μύλων, τα υπολείμματά τους όμως δείχνουν αρκετό μεράκι, αγάπη και σεβασμό στη παράδοση.
Οι νερόμυλοι είναι γενικά πολύ αξιόλογοι για παρατήρηση. Παρ' όλο που οι περισσότεροι στην περιοχή είναι ερειπωμένοι, μπορούμε να τους παρατηρήσουμε και να καταλάβουμε τη λειτουργία τους, που σε γενικές γραμμές έχει ως εξής:
Μέσα από  πετρόχτιστους νεραύλακες 400 μ. περίπου που μόνο ίχνη τους υπάρχουν ακόμη σε ορισμένους μύλους, ερχόταν ορμητικά το νερό από το Μπογδάνα. Περνούσε στη χωμάτινη στέρνα, έπεφτε κάθετα στο τεράστιο κάθετο μεταλλικό χωνί  κι από εκεί κυλούσε με βουή και μεγάλη δύναμη στη στροβίλα που ήταν από κάτω από το κτίσμα, τη χτυπούσε, τη γύριζε και έπεφτε τέλος στον ποταμό.

Η δύναμη του νερού γύριζε τη φτερωτή της στροβίλας, που είχε φτερά.  Από πάνω, ήταν οι δύο γρανιτένιες, τεράστιες μυλόπετρες.  Η φτερωτή έσπρωχνε την πάνω μυλόπετρα, η οποία γύριζε κι έτριβε τα σιτάρια και τα άλλα δημητριακά πάνω στη δεύτερη, που ήταν σταθερή κι έτσι παραγόταν τα διάφορα αλεύρια.  Ήταν τόση η πίεση της μυλόπετρας και η ποσότητα της δουλειάς, που κάθε τρία-τέσσερα χρόνια η πάνω μυλόπετρα φαγωνόταν λίγο και την πελεκούσαν και τη διόρθωναν.
Ανάμεσα στους βοηθητικούς χώρους των νερόμυλων ήταν και η νεροτριβή, μια υπαίθρια συνήθως κατασκευή, που χρησίμευε  για την επεξεργασία μάλλινων υφαντών  κατά το στάδιο της κατασκευής τους ή για το ετήσιο πλύσιμό τους.  Πρόκειται για ένα ανεστραμμένο κάδο σε σχήμα κόλουρου κώνου με το μεγαλύτερο τμήμα χωμένο μέσα στο έδαφος ώστε η πίεση του νερού να μη δημιουργεί κινδύνους ανοίγματος των τοιχωμάτων.
Επί αιώνες το ρέμα του Μπογδάνα γέμιζε με τις βουές του νερού και το βογκητό των μυλόπετρων που αλέθανε τα σιτάρια και τα καλαμπόκια.  Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν μόνοι τους για την παρασκευή του αλευριού.
Περπατώντας κανείς στα στενά μονοπάτια κατά μήκος του Μπογδάνα, καταλαβαίνει πόσο απλή ήταν η ζωή κάποτε και πόσο αρμονικά δεμένη με το φυσικό περιβάλλον.
Νερόμυλοι κτισμένοι με πέτρες και ξύλα, ενσωματώνουν γνώσεις από μία αρχιτεκτονική, που στις μέρες μας έχει πια χαθεί
Το χωριό μας σήμερα, είναι γεμάτο από πολιτιστικούς θησαυρούς μεγάλης σημασίας για το μέλλον του  και πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα.
Οι τοποθεσίες που οι παππούδες μας επέλεξαν για να κτιστούν, ήταν οι καλύτερες της περιοχής, με άφθονα νερά.  Ήταν ακόμη οχυρές, τραβηγμένες και αθέατες από τον εθνικό δρόμο Θεσσαλονίκης-Σερρών για καλύτερη προστασία από τους πειρατές. Το συνεχές βουητό των νερών, το ατέλειωτο πήγαινε - έλα των ανθρώπων, ο ήχος από το χρυσοκίτρινο, λαμπερό αλεύρι που έβγαινε από τα "σπλάχνα" του, αλλά και η "χρήση" του στην καθημερινή ζωή για την απόδοση ορισμένων καταστάσεων ή χαρακτηριστικών, όπως των... πολυλογάδων, είναι ορισμένα, μόνο, χαρακτηριστικά των νερόμυλων, που στην Ξυλόπολη αποτελούν έναν κρίκο της πολιτιστικής  μας κληρονομιάς.
Περπατήστε στα σοκάκια της Ξυλόπολης, μπείτε στα χαλάσματα, δώστε τους ζωή έστω και για λίγο, σαν φόρο τιμής σε αυτούς που εγκατέλειψαν τον μάταιο τούτο κόσμο.