Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΚΑΦΕΤΖΗΔΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ


Το συνηθισμένο κάδρο των καφενείων.

Η παραδεισένιας ομορφιάς Ξυλόπολη, προφυλαγμένη από το μικρό λόφο, βρίσκονταν λίγα μέτρα μακρύτερα από τον κεντρικό δρόμο που συνέδεε τις Σέρρες με τη Θεσσαλονίκη.   Ανηφορίζοντας το μικρό λοφάκι απολαμβάναμε το πανόραμα της πλατείας.

Δίπλα από την εθνική οδό, αριστερά στη βραχώδη  πλαγιά εξελισσόταν μια όμορφη λιθόστρωτη διαδρομή.  Περπατώντας μέσα σε περιβάλλον γεμάτο από γερασμένες ακακίες, που αρκούνταν στο λιγοστό χώμα του πετρώδη τόπου, φτάναμε στην πλατεία. Προσπαθούσαμε να σταθεροποιήσουμε την αναπνοή μας την ώρα που οι ηλιακτίνες ξεχύνονταν πάνω της και βλέπαμε πόσο υποδειγματικά  διατηρούσε την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της και έδειχνε το μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδό της. Άξιζε το περπάτημα στους φιδόσυρτους δρόμους που φάρδαιναν γύρω της αλλά προτού πάρουμε οποιαδήποτε κατεύθυνση σταματούσαμε στο καφενείο του «Μαρκεζίνη» για ένα καφέ, λίγη κουβέντα και μια απολαυστική ορατότητα που προσέδιδε η αμφιθεατρική του θέση.

Τα παλιά τα χρόνια, πριν εμφανιστεί η τηλεόραση, το καφενείο ήταν ο τόπος όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι του χωριού. Μετά τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι, πρωί και απόγευμα οι χασομέρηδες, έπιαναν θέση στα μικρά τραπεζάκια του για να μάθουν τα νέα της ημέρας, να συναντήσουν τους φίλους τους, να ανταλλάξουν απόψεις για τα τρέχοντα θέματα με όσους βρίσκονταν εκεί.

Από εκεί περνούσε τακτικότατα ο πρόεδρος του χωριού ή ο βουλευτής της περιφέρειας για να τον δουν και να δώσουν υποσχέσεις, ο παπάς για να συναντήσει το ποίμνιο που δεν έβλεπε στην εκκλησία, ο γεωπόνος για να συμβουλέψει, ο χωροφύλακας για να είναι μέσα στα πράγματα. Κάποιος μπορούσε πολύ εύκολα επίσης να διακρίνει τους πανταχού παρόντες ξερόλες που συμμετείχαν σε κάθε συζήτηση, τους κουτσομπόληδες που είχαν τα αυτιά τους ανοιχτά και αναμετέδιδαν κάθε είδηση ή φήμη, τους ήσυχους που κάθονταν στις άκρες και παρακολουθούσαν, καθώς και το χαζό του χωριού ή της περιοχής που όλοι τον πείραζαν, αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τα πειράγματα και πίστευε ό,τι του έλεγαν.

Οι θαμώνες παράγγελναν τον καφέ ή το ούζο τους και ήταν συνήθως εύκαιροι για μια γερή παρτίδα τάβλι ή για λίγο χαρτάκι και ο καφετζής δεν τους χαλούσε το χατίρι για ό,τι ζητούσαν. Πολλές φορές ένας καλός καυγάς άναβε τα αίματα και μάζευε και κόσμο από τους γύρω δρόμους, που έτρεχε εκεί για να μάθει τι συνέβη, ποιοι και γιατί μαλώνουνε και για να πάρει το μέρος του ενός ή του άλλου. Κάποιες φορές μάλιστα ήταν και ο ίδιος ο καφετζής που υποκινούσε το ξεκίνημα του καυγά, σκεπτόμενος ότι έτσι ίσως αυξανόταν η πελατεία

Το καφενείο του Μαρκεζίνη ήταν ανοιχτό από νωρίς το πρωί, πριν ξημερώσει.  Νύχτα ακόμη, μέσα στη βαρυχειμωνιά, ανηφόριζε από το σπίτι του για το καφενείο, ανοίγοντας δρόμο με τα φαρδύπατα παπούτσια του για μας τα μικρά που θα πηγαίναμε σχολείο. Το καφενείο δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο μερικά ξύλινα ράφια  τον πάγκο με τη γκαζιέρα, τα μπρίκια και τα φλιτζάνια. Με ψάθινες καρέκλες και ξύλινα τετράγωνα τραπέζια κι έναν άτσαλο Μαρκεζίνη.  Για θέρμανση είχε την ξυλόσομπα και ο φωτισμός του, πριν την ηλεκτροδότηση, γινόταν με λουξ.

Ο καφετζής έψηνε τους καφέδες και ετοίμαζε το μεζέ που συνόδευε το "καραφάκι" με το ούζο, στον ιδιαίτερο χώρο του, πίσω από τον ξύλινο πάγκο.  Στο μικρό μπαλκονάκι του Μαρκεζίνη δέσποζε εκείνο το ιστορικό παγκάκι που σώζεται μέχρι τις μέρες μας.

Τα παλιά όμως χρόνια οι μουσικοί του τόπου πρότειναν στους καφετζήδες να παίζουν στο καφενείο τους χωρίς καμιά αποζημίωση. Ο καφετζής δεν χρειαζόταν να το πολυσκεφτεί, γιατί δεν απαιτούνταν ιδιαίτερες προετοιμασίες για να οργανωθεί το γλέντι. Μια επίσκεψη στο παντοπωλείο ήταν αρκετή, για να εφοδιαστεί το καφενείο με λουκούμια, φλόκες και βανίλια που χρειαζόταν. Τραπέζια δεν υπήρχε χρεία να βρεθούν, γιατί δεν είχαν καμιά χρησιμότητα. Το κοινό ήθελε μόνο καρέκλες ή εν ανάγκη πάγκους για να καθίσει και τίποτα περισσότερο. Έπαιρνε στο χέρι καθένας τη φλόκα του ή το αναψυκτικό του και απολάμβανε τα δρώμενα.

Σχεδόν κολλητά με το καφενείο του Μαρκεζίνη ήταν το άλλο καφενείο του μπάρμπα-Άγγελου.  Έγινε καφετζής τα τελευταία χρόνια· υστερούσε από του Μαρκεζίνη ως προς τη θέα αλλά η καθαριότητά και οι μυρωδάτοι καφέδες του έχουν μείνει στην ιστορία.

Στην άλλη πλευρά της πλατείας απέναντι από του Μαρκεζίνη βρισκόταν χαμηλότερα το άλλο καφενείο του μπάρμπα-Δαβίκου.  Το καφενείο ήταν λιθόκτιστο με δύο τεράστιες ξύλινες πολύφυλλες πόρτες στην πρόσοψη.  Δεν επέτρεπε όμως πανοραμική θέα προς την πλατεία. Στο εσωτερικό, δεξιά της εισόδου κυριαρχούσε ο τυπικός ξύλινος πάγκος που πλαισίωνε τον χώρο παρασκευής του καφέ, του ούζου και του μεζέ και αποτελούσε τον ιδιαίτερο χώρο του μπάρμπα-Δαβίκου. Η ιστορία του καφενείου, λόγω της θέσης του στην κεντρική πλατεία, ήταν στενά συνυφασμένη με την κοινωνική και πολιτική ζωή της Ξυλόπολης.

Θα επιστρέψουμε όμως στην αρχή της διαδρομής στον αυτοκινητόδρομο που συνέδεε την Θεσ/νίκη με τις Σέρρες και θα σταθμεύσουμε στα τρία καφενεία που πλαισίωναν τον δρόμο.  Διασημότερο όλων ήταν του μπάρμπα-Κώστα.   Το παραδοσιακό του στυλ ταξίδευε τους ντόπιους σε άλλες εποχές, σε άλλα ήθη. Εποχές όπου η διασκέδαση και η απόλαυση είχαν την αυθεντική τους έννοια.  Και όπου ευδοκιμούν αυτές οι έννοιες, ο πολιτισμός και η κουλτούρα βρίσκονται στο απόγειό τους. Ήταν οι εποχές που ο μπάρμπα-Κώστας, πρόσφυγας από το Κρούσοβο, προσέφερε απλόχερα τα φώτα του και άλλο χρώμα στον τρόπο παρασκευής γλυκών και κρασιών από τα δικά του αμπέλια. Το μικρό αυτό καφενεδάκι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μικρό ίχνος από την τεράστια ποιότητα και την αισθητική που μας δίδαξαν οι "ξεχασμένες" πατρίδες μας.

Η μυρωδιά των μεζέδων του φορτωμένη με μνήμες και η γεύση τους πληθωρική.  Αλλά και τόσο δεμένη με γνήσιες ελληνικές στιγμές απόλαυσης, όταν τα ζάρια επιτέλους έφερναν εξάρες και μία γουλιά αχνιστού καφέ ερχόταν να ολοκληρώσει την ευδαιμονία.

Στην ίδια πλευρά του αυτοκινητόδρομου και σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων ήταν το άλλο καφενείο του μπάρμπα-Πασχάλη Μαράντου.  Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ  να αποτυπώσω την ατμόσφαιρα πού επικρατούσε εκεί μέσα, η μνήμη μου με απατά, λες και κάποιος με είχε προειδοποιήσει, λέγοντας μου πώς αυτό το τόσο χαρακτηριστικό καφενείο θα υπέκυπτε στα κελεύσματα των καιρών και θα μετατρεπόταν σε λίγα χρόνια σε σύγχρονο καφέ μπαρ. Όποτε περνάω από κει, προσποιούμαι πώς ενδιαφέρομαι για τις κομψές τζαμαρίες και τα καθίσματα, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθώ να κοιτάξω πίσω τους, ξαναφέρνοντας στη μνήμη μου τη μυρωδιά και τους φωτισμούς του παλιού καφενείου.

Από τα λίγα που επανέρχονται στη μνήμη μου ήταν και εκείνο το περίφημο γραμμόφωνο.  Ο ίδιος ήταν  πιο θερμόαιμος από τους θαμώνες, δεν καθόταν ποτέ, άλλά χόρευε ασταμάτητα.  Κοντά του άραζαν πάντα οι ντελικάτοι χορευτές.  Οι πιο πολλοί χόρευαν λες και πατούσαν σταφύλια. Υπήρχαν όμως και αρκετοί εξαίσιοι χορευτές που χόρευαν σεμνά και ταπεινά, έκαναν όμορφα και χαριτωμένα στριφογυρίσματα, λες και δεν πατούσαν στη γη. Πηδούσαν ζωηρά, έκαναν τσαλίμια, έτρεχαν μπρος-πίσω, σήκωναν ψαλίδια στον αέρα και γενικά ήθελαν ένα αλώνι για να εκτελέσουν τις χορογραφίες τους.   Στα τελευταία καθίσματα θρονιαζόντουσαν οι ηλικιωμένοι και όσοι δεν ήξεραν να χορεύουν.  Για μένα τα καφενεία του χωριού μου ήταν τα κέντρα λήψης αποφάσεων με παράθυρα που είχαν θέα προς τον καταπράσινο ορίζοντα και ωραία μαρμάρινα ή ξύλινα τραπεζάκια. Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας, και άλλα ήταν κεχριμπαρένια και στο βάθος μοσχοβολούσαν καφέ και ούζο.

Υπήρχε ένας μόνιμος θόρυβος από ομιλίες, που έφτανε ως ένα ορισμένο ύψος και σε προστάτευε από τη σιωπή.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου βρισκόταν το άλλο καφενείο του μπάρμπα-Πασχάλη Τράκα. Οι θαμώνες του αφήνονταν απολαμβάνοντας γουλιά γουλιά τον καφέ, στο αξεδιάλυτο βουητό, αυτό το μοναδικό βουητό των αρχέγονων αυτοκινήτων και λεωφορείων που στάθμευαν μπροστά του, με τα ζάρια να κροταλίζουν στο τάβλι, νευρικά ή περιπαιχτικά, και τα πούλια να κροτούν θριαμβικά στο πλακωτό είτε να αμπαρώνουν και την τελευταία πόρτα στο εξάπορτο.

Τα καφενεία της Ξυλόπολης είναι κομμάτια από τα βιώματά μου που συνέλεξα στα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και που τώρα έκρινα πως ήρθε η στιγμή να τα φέρω στην επιφάνεια.   Διασώζονται όμως στη μνήμη μου οι αφηγήσεις των γεροντοτέρων για τα άλλα δύο ιστορικά καφενεία του  Γιάννη Δούνδη και του Λάζαρου Πάτσου.  

Σκέφτομαι πως σχεδόν όλοι, όσοι αναφέρθηκαν, έχουν πεθάνει κι έτσι δεν θα μάθουν ποτέ ότι έχουν εγκλωβιστεί για πάντα στις σελίδες ενός βιβλίου.

Μετά από μια στάση στα παραδοσιακά καφενεία η σύντομη περιδιάβαση στα στενά δρομάκια της Ξυλόπολης μας φέρνει σε επαφή με άλλα επαγγέλματα, που στις μέρες μας έχουν εκλείψει.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΚΑΛΙΓΩΤΕΣ (ΑΛΜΠΑΝΗΔΕΣ) ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ



Η περιπλάνηση στην παλιά Ξυλόπολη δεν μπορεί να σκιαγραφηθεί σε λίγες αράδες, γιατί έχει πτυχές ευρύτερες των όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως έχει προσωπικά βιώματα που αγγίζουν πρόσωπα και καταστάσεις και δίνουν το στίγμα μιας εποχής που παρουσιάζεται ανάγλυφη με τους ανθρώπους της, τις συμπεριφορές, το ύφος και το ξετύλιγμα μιας σειράς αξιοπρόσεκτων γεγονότων που συνέθεταν τη ζωή ενός χώρου με τις ιδιαιτερότητές του. Ναι, γεγονότα και καταστάσεις που τα τρώει ο χρόνος και τα εξαφάνισε ο πολιτισμός, όμως παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στις σκέψεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής.
Με τους ανθρώπους εκείνους που με κόπο, ιδρώτα και φιλότιμη εργασία και προσπάθεια προσέφεραν στην τότε κοινωνία ό,τι καλύτερο, για να διακρίνεται το χωριό μας ανάμεσα στα γύρω χωριά.
Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο μπάρμπα-Γιώργης ο Σίσκος που εκτός από  πεταλωτής ήταν και πρακτικός κτηνίατρος, αφού πολλά ζώα γιάτρευε με τα γιατροσόφια του.
Είχε στήσει την «επιχείρηση» του στον δρόμο που οδηγούσε στον τούρκικο μαχαλά και ανελέητα κάρφωνε πέταλα στις οπλές των ζώων. Ήταν ένα θέαμα που εμένα προσωπικά, παιδί τότε ευαίσθητο, μου ράγιζε την καρδιά και δεν άντεχα να το βλέπω, έστω και αν δεν το πονούσε το ζώο αφού το καρφί έμπαινε στο νύχι. Παλαιότερα υπήρχε πιο κοντά στην πλατεία και άλλος πεταλωτής ο μπάρμπα-Κώστας ο Αλμπάνης (εξ ου και το όνομα), αλλά και ο  ερασιτέχνης μπάμπα-Γιώργος ο Βαμπερτζής,
Πιο νωπές είναι οι μνήμες από τον μπάμπα-Γεώργο τον Σίσκο. Καθόταν στην παλιά ξύλινη καρέκλα, στην κάτω πλευρά του σπιτιού του στο αυτοσχέδιο μαγαζάκι κάτω από τους ίσκιους των μικρών αυτοφυών δαμασκηνιών.  Αν γύριζε το κεφάλι κατάντικρα θα’ βλεπε κρεμασμένη στα πόδια του την μισή Ξυλόπολη.  Γιαυτό καθόταν εκεί και προσπαθούσε να μη γυρίσει το κεφάλι του έχοντας το μυαλό του στα γαϊδουράκια που δεν έχουν πεταλωθεί, αφού τα άλογα ήταν λιγοστά.
Από κοντά τον χαιρετούσαν οι διαβάτες οδεύοντας για τα αλώνια.  Αυτός όμως αφού ανταπέδιδε τον χαιρετισμό και συνέχιζε το καλίγωμα.  Η φωνή του ήταν δυνατή εκφραστική μια χαμήλωνε μια ψήλωνε και κάπου-κάπου γινότανε βροντερή. Κάθε λίγο σταματούσε προκειμένου να καθίσει στην καρέκλα, αφού οι πολλές ώρες τον κούραζαν απάνθρωπα..  Το βραδάκι όταν επέστρεφαν οι εργάτες από τα χωράφια, ηλιοκαμένοι, κατάμαυροι από την κίτρινη ζέστη, με γυρτούς λαιμούς και τα μάτια πεταμένα έξω, στην ίδια θέση τον έβρισκαν, αλλά αυτός πάντα είχε μια καλή κουβέντα να τους πει και να τους συμπονέσει.
Δύσκολη η δουλειά του πεταλωτή. Πετάλωνε τα βουβάλια, τα βόδια, τα γαϊδούρια και τα άλογα.  Η δουλειά ήταν και επικίνδυνη, γιατί ορισμένα ζώα ήταν πολύ άγρια. 
Από δύο χρονών πετάλωνε τα ζώα. πιο μικρά δεν είχαν ανάγκη από πετάλωμα, γιατί δεν εργαζόταν. 
Από δύο χρονών όμως που τα έβαζαν σαμάρι, άρχιζε και το πετάλωμα, το οποίο  τα βοηθούσε στο χώμα και στα καλντερίμια να μπορούν να σηκώνουν βάρη και να ανεβαίνουν στις πλαγιές. 
Ο μπάρμπα-Γιώργος ήταν απαραίτητος αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε το λιγότερο ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους.  Έπαιρνε λοιπόν τα μέτρα γιατί υπήρχαν διάφορα μεγέθη και έκοβε τα πέταλα.   Στην αρχή τα έκοβε μόνος του από λαμαρίνα, αλλά στη συνέχεια υπήρχαν έτοιμα πέταλα.  Έπρεπε να είναι το πάχος του τρία χιλιοστά περίπου.  Στη συνέχεια το ίσιαζε και το τρυπούσε για να είναι έτοιμο για το πετάλωμα.  Για τα βόδια και τα άλογα ήταν δίχαλα.   
Λεπτή και δύσκολη δουλειά μιας και αφορούσε την οπλή του ζώου, η οποία αν καταστρεφόταν το καθιστούσε άχρηστο. Από ατζαμήδες πεταλωτές ή πεταλωτές που έκαναν και τους κτηνίατρους, βγήκε και η λέξη για όλους τους αδέξιους τεχνίτες, ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός του «αλμπάνη», και η γνωστή παροιμία «μια στο καρφί και μια στο πέταλο». Επίσης, όσο μεγάλωναν τα νύχια του ζώου, τόσο πιο κουραστικό γινόταν το περπάτημα. Το ζώο με τα πέταλα ήταν προστατευμένο. Χωρίς τα πέταλα σωνόταν η οπλή, το ζώο αρρώσταινε, έβγαζε αίμα και στο τέλος ψοφούσε.
 Πιο ευαίσθητα ζώα στο περπάτημα ήταν τα άλογα, γι’ αυτό από πολύ παλιά φρόντιζαν να τα πεταλώνουν όλα. Τα μουλάρια και τα γαϊδούρια δεν τα καλίγωναν πάντα γιατί δεν τα θεωρούσαν απαραίτητο ή καλίγωναν μόνο τα μπροστινά πόδια. Ο ιδιοκτήτης σήκωνε το πόδι του ζώου και το δίπλωνε για να δουλέψει πιο εύκολα ο τεχνίτης. Σε ατίθασα ζώα, όπως για παράδειγμα στα μουλάρια, έβαζαν ειδικό φίμωτρο για να μην δαγκώνουν.
Αρχικά, ο πεταλωτής ξεστράβωνε από το πάνω μέρος τα καρφιά, τραβούσε με δύναμη και τα έβγαζε. Με αυτό τον τρόπο αφαιρούσε το παλιό λειωμένο πέταλο.
Ακολούθως, με το ειδικό κλαδευτήρι το «σατράνι» ή «κόφτρα» ή «καγιάρα» έκοβε και περιποιούταν τα νύχια (καγιάρισμα) του ζώου.  Με τη «ράσπα» λιμάριζε την οπλή για να εφαρμόσει πιο καλά το πέταλο, με την «ξύστρα» ένα κοφτερό εργαλείο, καθάριζε τις οπλές από τα κατάλοιπα.
Ο καλιγωτής έπρεπε να γνωρίζει σε πόσο βάθος στην οπλή του ζώου κυκλοφορεί το αίμα. Το σημείο που τελειώνει το κόκαλο και αρχίζουν τα νύχια λέγεται πουλάκι. Έπαιρνε το κατάλληλο πέταλο, ατσαλωμένο σίδερο με έξι τρύπες στις άκρες, κι επειδή στις άκρες το ζώο έχει περισσότερη κεράτινη πλάκα, το εφάρμοζε και το κάρφωνε με τα καρφιά. Τα καρφιά έβγαιναν από την άλλη μεριά της οπλής επάνω. Ο καλιγωτής με την τανάλια γύριζε και έκοβε το καρφί που προεξείχε.
Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του.
Σπουδαίοι άνθρωποι οι καλιγωτές που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο παρέχοντας υπηρεσίες, στον αγαπημένο τόπο, την Ξυλόπολη.  Βυθισμένοι πλέον στον ιστορικό ποταμό, ανακαλύπτουμε τις μαγικές δεξιότητες και λεπτομέρειες, πέρα από έναν σύγχρονο κόσμο γεμάτο από την βεβαιότητα της παραγωγής και της τυποποίησης. 

Το σατράνι.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ ΒΟΣΚΟΙ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ


Ως θηρευτής της βουνίσιας ομορφιάς με αναζωογονεί το ταξίδι στο όνειρο. Οι αισθήσεις μου βρίσκουν τις πρωταρχικές τους μνήμες στους ήχους των κοπαδιών, στη μουσική από τα γαϊδουροπέταλα, στο χοχλάκισμα των ρυακιών, στην ευωδιά της μυρωμένης γης.   Το βλέμμα βρίσκει ανάπαυση στο κατάλευκο του χιονιού, στο γαλάζιο του ουρανού, στο βαθυπράσινο του χορταριού, η αφή αισθάνεται το καλωσόρισμα στα αργασμένα χέρια των καλότροπων τσομπαναρέων, το πνεύμα βρίσκει τη γαλήνη του στην από καρδιάς συνομιλία με τους λίγους εναπομείναντες αυτούς ανθρώπους.
Οι ποιμένες της Ξυλόπολης, άνθρωποι απλοί, ζεστοί, φιλικοί, φιλόξενοι, πρόσχαροι, εξακολουθούν να διασώζουν την έννοια «άνθρωπος» σε μια εποχή πεζή και αντιποιητική.  Κοντά τους όποιος βρεθεί ξεχνά να μετράει την ύλη, νιώθει όμορφα, σκέφτεται όμορφα, ζει όμορφα.
Γαντζωμένοι λοιπόν οι τελευταίοι τσομπάνηδες στις πλαγιές της Ξυλοπολίτικης επικράτειας, επιμένουν πεισματικά να ασκούν το κτηνοτροφικό επάγγελμα με τον πατροπαράδοτο τρόπο. Ως αθεράπευτοι νοσταλγοί αλλοτινών καιρών, παραμένουν αιώνιοι φύλακες των κοπαδιών και «δεσμώτες» του κύκλου των εποχών.
Οι απαρχές της ανάπτυξης του ποιμενισμού στα κράσπεδα του Βερτίσκου, χάνονται στην ομίχλη της προϊστορίας.
Καλότυχοι ήσαν μόνο αυτοί που φύλαγαν βόδια και αγελάδες. Τα όντα αυτά, χοντροκέφαλα με σπαθωτά κέρατα, με γυαλιστερά μεγάλα μάτια, σωματώδη, με πλέριες κοιλιές και διαφόρων χρωμάτων, ήσαν από τη φύση τους υπομονετικά και αργοκίνητα. Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού έψαχναν για πυκνούς ίσκιους. 
Το χειμώνα πάλι μήτε που έβγαζαν την μουσούδα τους απ' το παχνί και όταν άνοιγε η πόρτα του αχουριού σάλευαν γιατί κρύωναν. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο άντεχαν.
Παρ' όλα αυτά οι νοικοκυραίοι τα βαστούσαν για τα μοσχαράκια που γεννοβολούσαν και το παχύ γάλα που έβγαζαν.
Εάν πάλι τύχαινε και τα έζεβες στο αλέτρι τίποτε δεν αψηφούσαν. Τραβούσαν το δρόμο τους δίχως να ταχύνουν τον βηματισμό τους, σέρνοντάς τον αργό μεν αλλά πάντα σταθερά. 
Είναι άγνωστο από πότε είχε στην ανατολική και νότια πλευρά του χωριού και σε απόσταση μερικές δρασκελιές από τα ακρινά του σπίτια, τις αγελαδαριές.
Σ' αυτές λοιπόν τις αλάνες μαζευόντουσαν κάθε πρωί, ξέχωρα τα γελάδια από τα κατσίκια. Από δω τα δρομολογούσαν ομαδόν οι βουκόλοι, πρώτα τα κατσίκια και ακολουθούσαν τα γελάδια και τα βόδια.   Σαλαγώντας και σφυρίζοντας οι τσομπάνηδες τα ατίθασα αυτά μπουλούκια, τα κατεύθυναν τα πρώτα προς το Μεγάλο Κουρί και τα δεύτερα προς το Βάκσοου-Μπαζαλούκ μέχρι να βγουν στα βοσκοτόπια.

Οι αγελάδες ετοιμάζονται για την αγελαδαριά.

Προπορεύονταν με διαφορά το πολύ μισής ώρας τα κοπαδοπρόβατα.  Στο μέσον του κοπαδιού ροβολούσε και το γαϊδουράκι φορτωμένο το σαμάρι με τις αποσκευές του τσομπάνη, την κάπα, τον ντουρβά με τα φαγώσιμα της μέρας και τη μπούκλα με νερό.
  Στο κατόπι του κοπαδιού περπάταγε ο τσομπάνης με την γκλίτσα στο χέρι που κάθε τόσο την εκυκλογύριζε πάνω απ' το κεφάλι, σφυρίζοντας και αχολογώντας τις προβατίνες.
 Αριστερά και δεξιά από τις παρυφές βημάτιζαν τα τσοπανόσκυλα με τα κεφάλια σκυφτά και τις χάντρες στο λαιμό.
Όλος αυτός ο συρφετός, όλη αυτή η πεζούρα γιομάτη χρώματα από χιλιάδες μικρά και μεγάλα ζωντανά, κουμανταρισμένα από τους βουκόλους και προβατάρηδες για να μην κάνουν ζημιά, κατηφόριζαν αλαφιασμένα το Τουντόρκουϊτς ώσπου να καταλήξουν στο καταπράσινο Βάκσοου-Μπαζαλούκ. Στο τέρμα τους σκορπούσαν μυρωδιά ανάκατη με κίτρινη σκόνη.  Άλλα κοπάδια έπιαναν τη Λάμπα, άλλα το Σακούντσι, άλλα του Κιρλίου το πηγάδι, άλλα του Ρόλουου-Μος, τις τούμπες και άλλα τις μικρές κοιλάδες. 

Το μαντρί με τα νεογέννητα.

Ασπρολογούσαν μέσα στο πράσινο οι προβατίνες.  Έβοσκαν και βόσκοντας αχολογούσαν τα κουδούνια και τα βελάσματα, που με τα διασταυρούμενα μακρόσυρτα σφυρίγματα των τσαμπαναραίων έπλεκαν μια θεϊκή αρμονία, λες και ως τα τώρα δεν συνέθεσε όμοια μελωδία ανθρώπινο μυαλό.
Ο βοσκός Γ. Καλίνος.

Το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, ξεκρεμούσε ο τσομπάνης τον ντορβά και το παγούρι από το σαμάρι του ζωντανού και στρωνόταν καταγής στο πράσινο γρασίδι να απολαύσει τον επιούσιον.
Δεν πρόκανε ο ευλογημένος να χάψει τη μπουκιά του και τον κλωθογύριζαν τα σκυλιά. Το ένα καλοκάθονταν στα πισινά του πόδια και το άλλο με την κοιλιά μπρούμυτα και το κεφάλι ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια λούφαζαν, προσμένοντας να τους ρίξει το καρβέλι.
Από κοντά που βοσκούσε το κοπάδι, ξεπετάγονταν το μανάρι βελάζοντας και τρέχοντας προς αυτόν μήπως και κάτι ωφεληθεί.
Βοσκοί με τα κοπάδια τους.
Σαν έπαιρνε το μερτικό του και δεν έλεγε ν' αποσυρθεί, άρπαζε από δίπλα του την αφημένη γκλίτσα την ανασήκωνε ψηλά, την στριφογύριζε από πάνω του και με μιας την κτυπούσε καταγής, χουγιάζοντας συνάμα σε σκυλιά και μανάρι ν' απομακρυνθούν ώστε να φάει με ησυχία. Δύσκολη η δουλειά των τσομπαναραίων.  Χρόνο καιρό ήταν εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες.
Τα τζομπανόσκυλα που συμβίωσαν αρμονικά με τους Ξυλοπολίτες κτηνοτρόφους στο διάβα των αιώνων, προστάτευσαν αποτελεσματικά τους ίδιους και τα κοπάδια με τη ρώμη τους, την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα τους, την ικανότητα δίωξης και συμπλοκής με τον αντίπαλο, την παροιμιώδη αντοχή στις κακουχίες, την απαράμιλλη ολιγάρκεια στη διατροφή τους, με την απίστευτη δυνατότητά τους να προσαρμόζονται σε συνθήκες στέρησης, με την πείσμονα αφοσίωσή τους στο κοπάδι και προπάντων με την πανθομολογούμενη πίστη τους.
Η ετήσια ανακατανομή της χρήσης των κοινοτικών βοσκοτόπων γίνονταν από τη συνέλευση των κτηνοτρόφων σύμφωνα με κάποιους άγραφους κανόνες και μια εθιμοτυπία.  Το μοίρασμα γίνονταν στην αρχή της περιόδου και οι αποφάσεις παίρνονταν με ομοφωνία.
Επρόκειτο πράγματι για μια τελετουργία όπου εκδηλώνονταν και εκφράζονταν όλες οι αντιθέσεις και οι εντάσεις της μικρής κοινότητας, αλλά στο τέλος επιβεβαιώνονταν πάντοτε η διάθεση όλων να διατηρήσουν τη «σειρά» που κληρονόμησαν από τους προγόνους. 
Η συμβολική αξία αυτού του εθίμου φαίνονταν από το γεγονός ότι πάντοτε προσκαλούσαν μερικούς γέροντες όχι απλώς ως γνώστες των πραγμάτων ως προς τα σύνορα και τη χωρητικότητα των βοσκοτόπων, αλλά ως συνετούς διαιτητές και ενσαρκωτές των παραδόσεων και της ιστορίας της κοινότητας.
Γενικά υπήρχε η αίσθηση ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις διακυβευόταν η υπόσταση της κοινότητας και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργούσαν πάντα συμβολικά και άλλες κεντρομόλες δυνάμεις που διατηρούσαν και ενισχύανε την ενότητα παρά τις όποιες αντιθέσεις βγαίνανε στη διαχείριση των βοσκοτόπων.
Οι συστηματικοί κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούσαν μισθωμένους βοσκούς για διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών. 
Δύο φορές το χρόνο (Αγίου Γεωργίου και Αγίου Δημητρίου) οι τσομπάνηδες και οι βοσκοί συναντιούνταν στην αγορά του χωριού όπου έκαναν τις διαπραγματεύσεις.         

Ο βοσκός Ι. Χάντας (Σκεντέρ).
 
Οι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι βοσκοί ήταν ευυπόληπτοι και αμείβονταν καλύτερα.  Αυτά τα άτομα ήταν συνήθως πελάτες μεγάλων ιδιοκτητών κοπαδιών και κτηνοτρόφων. 
Τα καφτερά μεσημέρια,  έφερναν οι βοσκοί τα ζωντανά τους για να τα ποτίσουν από τις υπάρχουσες γκιόλες, και τα πηγάδια, και από την άλλη να πιουν και οι ίδιοι της δροσομάνας το νερό.  Γιομίζοντας τα παγούρια τους, τα ανασήκωναν ψηλά με τα χέρια κι έριχναν νερό στο ανοιχτό τους στόμα, δίχως να αγγίζουν τα χείλια του παγουριού στα δικά τους.  Άμα έσβηναν τη δίψα τους, τα ξαναγέμιζαν για να’ χουν να πιουν το υπόλοιπο της μέρας.  Ακολουθώντας τις απότομες πλαγιές έψαχναν στη συνέχεια τον παχύ ίσκιο του καβακιού για να περάσουν την αφόρητη ζέστη του μεσημεριού. 
Σαν πύρωνε ο ήλιος, τ’ αυγουστιάτικα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο.  Ο ήλιος έκαιγε, ούτε με την άκρη του δακτύλου μπορούσες ν’ αγγίξεις τους βράχους.  Ήταν σαν ν’ άγγιζες πυρωμένο σίδερο.  Ο δρόμος έβγαζε από το «Βάκσοου μπαζαλούκ» την «Χαϊβάιτσα».  Στο ρέμα κάτω από το βαθύσκιωτα καβάκια τα πρόβατα απολάμβαναν τον μεσημεριανό ύπνο τους.
Ο τόπος δεν ήταν έρημος.  Τον κοντινό δρόμο διέσχιζαν πολλοί άνθρωποι πεζοί οι περισσότεροι και ένας δύο καβάλα στα γαϊδουράκια. Η σκόνη έφτανε μέχρι τον αστράγαλο, πολλές φορές αιωρούνταν με τις ώρες στον αέρα.  Πολλοί από τους διαβάτες σταματούσαν για λίγο προκειμένου να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες.
Κατά το απόβραδο όλα τα κοπάδια, βουκόλοι και τσομπάνηδες ξεθεωμένοι απ' την ολοήμερη ορθοστασία, επέστρεφαν στο χωριό. Το πέσιμο της νύχτας, όλους και όλα τα έβρισκε για ησυχασμό. Μια μέρα ακόμα έφυγε, σαν τις άλλες.   Αύριο πάλι έχει ο Θεός.
Το ξημέρωμα η καινούργια μέρα που θα’ ρθει, θάναι απαράλλαχτη με τη χτεσινή.
Απόπασχα που οι μέρες ζέσταιναν πια, τα κοπαδοπρόβατα άφηναν τα μαντριά κοντά στο χωριό. Κατά νομάδες - νομάδες λημέριαζαν οι κεχαγιάδες στα βοσκοτόπια όπου έστηναν τα τσαρδάκια, τις καλύβες που τα σκέπαζαν με παπύρι (πάπρακ) και τσαλιά.  Κοντά έφτιαχναν και τα «κουτάρια» με πασσάλους που έμπηγαν στη γη περιφράζοντάς τα με σύρμα αγκαθωτό. Σ' αυτά τα στέκια πόρεβαν όλο το καλοκαίρι πρόβατα και βοσκοί μέχρι που δρόσιζαν οι μέρες τον Σεπτέμβρη.

Το κουτάρι.

Με το σήκωμα των δεματιών, αφήνονταν ελεύθερη η βόσκηση των ζωντανών στις καλαμιές.  Άρχιζε η περίοδος όπου τα πρόβατα βόσκανε με τη δροσιά τη νύχτα και τη μέρα, με τη ζέστη ησύχαζαν στον ίσκιο του τσαρδακιού ή κάποιου καβακιού στο ρέμα.  Μαζί τους ξαγρυπνούσε και ο τσομπάνης, ακολουθώντας και κουμαντάροντας το κοπάδι μη τυχόν και κάνουν ζημιά τα ζωντανά και ύστερα άιντε να ξεμπερδέψεις από τους δραγάτες.  Ξημέρωνε η μέρα και πριν καλά - καλά πιάσει η ζέστη, μάντριζαν τις γαλάρες στον αρμεγμό για το άρμεγμα.  Μάνι -μάνι φορούσε ο τσομπάνης το σαλβάρι, καθόταν στην πέτρα κοντά στην πόρτα με την καρδάρα μπροστά του, και άρμεγε τα πρόβατα. 
Αν τύχαινε και περνούσε κάποιος συγχωριανός από κοντά του έβγαζε το καπάκι από το γκιούμι και αφού έσπρωχνε στην άκρη τα κόπρανα (καρκαλέσκις) το γέμιζε φρέσκο γάλα από την καρδάρα και το πρόσφερε.
Άμα τελείωνε, βουτούσε στην καρδάρα το χέρι και ράντιζε τα γαλάρια που ήδη αναπαύονταν στο ίσκιωμα του τσαρδακιού, ψιθυρίζοντας συνάμα και κάποιαν ευχή.  Έπειτα σκούπιζε τα χέρια στο σαλβάρι, σηκωνόταν, άδειαζε απ' την καρδάρα το γάλα στα γκιούμια, τα φόρτωνε στο γάϊδαρο, τα δύο από την μια μεριά του σαμαριού και τα άλλα από την άλλη, τα έδενε με την τριχιά, τα ζύγιαζε και με τη συνοδεία του παιδιού που χτυπούσε την κοτάρα μεταφέρονταν στην συγκέντρωση όπου τους περίμενε ο γαλατάς. Στη συνέχεια έπλυνε τα χέρια του και έτρωγε.  
Το γάλα μεταφέρεται στο γαλατά.
Εκείνο τον καιρό πολλά ήταν τα κοπάδια στο χωριό.  Ποιον από τους τσελιγγάδες να πρωτοαναφέρεις: Τον μπάρμπα-Γιάννη τον Χάντα, τον μπάρμπα-Γιάννη τον Μπιτζάλα, τον μπάρμπα-Κώστα του Γραμμενίδη, τον μπάρμπα-Γιάννη τον Τέντσο τον Μπαμπανά, τον μπάρμπα-Μιχάλη τον Κανλή, τον μπάρμπα-Αλέκο, τον μπάρμπα-Πέτρο Σέμκα και τόσους άλλους.   Όμως παρά το πλήθος τους, πρώτος αναβλύζει από το πηγάδι των αναμνήσεών μου ο μπάρμπα-Κώστας ο Γραμμενίδης.  Όλη η τσακαλοπαρέα είχαμε στέκι τη στάνη του.  Είχε τη στάνη του κοντά στο μαχαλά μας, ακόμη και τα τσομπανόσκυλά του μας γνώριζαν.   Άφοβα λοιπόν κατηφορίζαμε τα χειμωνιάτικα απογεύματα στο κονάκι που βρισκόταν στο κέντρο του μαντριού.  Εκεί ζεσταίναμε το κρύα πόδια μας αλλά και στεγνώναμε τα μουσκεμένα από το χιόνι παντελόνια μας μετά τις παιδικές τρέλες.  Εξ άλλου πάντα είχε τσιγαρίδες και τυρί να μας φιλέψει. 
Ήταν άνθρωπος με όψη όμορφη και παράστημα αρχοντικό. Φορούσε στο κεφάλι τραγιάσκα μαύρη και ήταν λιγομίλητος ποτέ δεν μας ανέκρινε όπως οι υπόλοιποι.  Εξ άλλου θα βλέπαμε και το φίλο μας τον Μούργο, το σκούρο εκείνο μολοσσό και σπάνιο φύλακα, θα καθόταν μαζί μας γύρω από τη φωτιά αλλά πάντα είχε το νου του στο κοπάδι.  Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, τα πρόβατα είχαν μεταναστεύσει, το μαντρί το σιγότρωγε η σαπίλα, αυτός όμως, παρέμεινε πιστός στο καθήκον φυλάγοντας ακόμη το μαντρί του και ανταποκρινόταν αμέσως στο κάλεσμά μου.   
Κοντολογίς οι κεχαγιάδες δεν ξεχώριζαν ο ένας από τον άλλον ήταν όλοι ίδιοι και είχαν κοινά χαρακτηριστικά την λεβέντικη περπατησιά, την γκλίτσα που κρατούσαν παραμάσχαλα και τον λουλά στο στόμα που ολημερίς κάπνιζε.
Από το ισνάφι των βοσκών δύσκολα ξεχώριζες τον καλύτερο, ήταν περιζήτητοι αφού μέχρι και στα χωριά του κάμπου έφτανε η χάρη τους.  Εκείνος όμως ο Βάνιος ήταν ασυναγώνιστος.  Ένα φύτρο πανώριο, δυνατόκορμο κα θηριόψυχο. Με τη γροθιά του ως και βουβάλι έριχνε καταγής. Τόσο χεροδύναμος ήταν. Από φυσικού του παλικαράς, αψύς και μονόγνωμος.  Δεν τολμούσε κανείς να του βγει στο δρόμο γιατί φουρκίζονταν εύκολα. Είχε πυκνά τα μαλλιά και τη φωνή τραχιά. Μια φωνή από εκείνες που έχουν το πρόσταγμα του αρχηγού. Ως και τα ζωντανά του κοπαδιού του πειθαρχούσαν σε κάθε σφύριγμά του, λες και τά’ χε γυμνασμένα.
Και ενώ ακόμα το καλοκαίρι δεν ξεψυχούσε, το δε φθινόπωρο δεν άρχιζε ακόμη, οι βοσκοί όλο και πιο συχνά βοσκούσαν στις καλαμιές τα κοπαδοπρόβατά τους, που τα κατέβαζαν ως τις παρυφές του χωριού  να αρμυριστούν, επειδή, την περιόδο αυτήν ξεκινούσε η μαρκάλα που κρατούσε μέχρι και είκοσι ολάκερες μέρες. Στο διάστημα αυτό, άρμεγαν ακόμα τις προβατίνες πρωί και βράδυ. Ύστερα το γάλα στέρευε και το άρμεγμα γινόταν μια φορά το απόγεμα, ώσπου λίγο-λίγο το σταματούσαν ολότελα.
Και έρχονταν ο καιρός που οι μέρες ψύχραιναν και οι βοσκοί άφηναν τα καλοκαιρινά τους στέκια στα βοσκοτόπια και επέστρεφαν με τα κοπάδια τους στο χωριό για να δώσουν στα πρόβατά τους σκεπή νυχτιάτικα στα μαντριά.  Σημάδι ότι για τα καλά μπήκε το φθινόπωρο και που αυτό θα πει ότι γοργά έρχεται και ο χειμώνας.  Τα ξεραμένα χόρτα που απέμειναν από το καλοκαίρι και τα σάπια φύλλα μύριζαν βροχή.  Οι καλαμιές βρεγμένες λάμπανε στο σκοτάδι.
Αυτό το γνώριζαν οι τσελιγγάδες που από νωρίς προμηθευόταν την ταΐ των ζωντανών όπως βαμβακόπιτα, κριθαρογιαρμά, καλαμπόκι και χορτονομή, για να μπορούν ν' αντιμετωπίζουν τις όποιες καιρικές δυσκολίες του χειμώνα.  Κι' έφτανε  η παραμονή των Χριστουγέννων, κι' έσφιγγε το κρύο, και ξεκίναγε η γέννα των προβάτων.
Τις παγερές αξημέρωτες νύχτες του χειμώνα, η γέννα των προβάτων διαρκούσε είκοσι ακέρια ημερόνυχτα. Όλο αυτό το διάστημα στα μαντριά επικρατούσε μεγάλη ταραχή. Άκουγες λογιών-λογιών βελάσματα. Βελάσματα σπαραχτικά γεννησιμιού, βελάσματα μαναριών και αρνιών που απολυμένα έτρεχαν αλαφιασμένα, βελάζοντας γύρω απ' τις γαλάρες μέχρις ότου το καθένα βρει τη μάννα του και βυζάξει.  Μέσα στο μαντρί γλιστερή λάσπη είχε καταλάβει τα πάντα.  Όλοι οι τσομπάνηδες από την κορφή μέχρι τα νύχια, ήταν βουτηγμένοι στις λάσπες, πηγαινοέρχοναν στο μαντρί προσπαθώντας κάτι να κάνουν.
Κι εκεί που λίγο νωρίτερα γινότανε μέγας πανζουρλισμός και συνωστισμός, τώρα που καταλάγιαζαν, επικρατούσε η σιωπή των αμνών. Έβλεπες που γλυκοβύζαιναν τ' αρνιά κουνώντας την ουρά τους, και οι προβατομάνες στοργικά έγλυφαν τα ραχιά τους. Και τότες σαν τα πρόσεχες διέκρινες πως είχαν καμάρι τα πρόβατα, καμάρι και τ' αρνιά τους.
Έτσι περνούσε ο καιρός που σαν έφτανε στα μέσα του Φλεβάρη, οι κρεατέμποροι επισκέπτονταν τα μαντριά. Έβλεπαν τ' αρνιά, εκτιμούσαν το βάρος τους, τα παζάρευαν και συγχρόνως τα καπάρωναν.  Μαρτυρικά κατέφθαναν τα συνεργεία των σφαχτάδων.
Οι μακελάρηδες, γδάρτες και χασάπηδες, έπιαναν ένα-ένα τ' αρνιά κι' έκοβαν το λαρύγγι του λαιμού. Ύστερα με το φυσερό απ' το πισινό πόδι τα φούσκωναν, τα χτυπούσαν με τις παλάμες των χεριών και καθώς ήταν έτσι τουμπανισμένα τα έγδερναν, πετώντας πίσω τους τις αρνοπροβιές. Έπειτα τα ξεκοίλιαζαν, έβγαζαν τα σωθικά, αντράδες και σκωταριές, τα κρεμούσαν απ' τα πισινά τους ποδάρια στα καρφιά τα μπηγμένα στις γκριντιές του μαντριού - σταλοβολούσε το αίμα απ' τις μουτσούνες - τα ζύγιαζαν, τα φόρτωναν σε όχημα και τα μετέφεραν στην αγορά του Μοδιάνου για πώληση.
Βράδυ-βράδυ της ίδιας κιόλας μέρας ξεκινούσε το άρμεγμα των γαλαριών, μέσα σ' ένα πανζουρλισμό βελασμάτων και ποδοβολητών, ψάχνοντας αλαφιασμένες τ' αρνιά τους, οσμιζόμενες συγχρόνως τα νωπά αίματα, μέσα σ' εκείνη την σπιρτόζα απ' το κάτουρο μυρωδιά της μισοσαπισμένης και πατημένης χορτονομής του μαντριού. Όμως τα λυπημένα πρόβατα γρήγορα λησμόναγαν τ' αρνιά τους. Όπως γρήγορα ξεχνούσαν και οι βοσκοί τις όποιες δυσκολίες του μακρόσυρτου χειμώνα, καθώς πρόβαλε μπροστά τους η άνοιξη με όλα τα καλά της.
Απριλιάτικα οι τσοπαναραίοι κολοκούρευαν τα πρόβατα και μετά τη Λαμπρή τα κούρευαν ολόσωμα γιατί έπιαναν οι ζεστές μέρες.
Πότε ζέστες, πότε χιόνια, αέρηδες, βροχές, παγετοί, χώρια οι ξαγρύπνιες και τα καθημερινά παιδέματα. 
 Όντως δύσκολη η τσοπάνικη ζωή. Χρόνο καιρό δεν έχει ησυχασμό, όλο με κάτι καταγίνεται. Να τα κουρέψει, να τα σκαρίσει, να τα βοσκίσει, το πρωί να τ' αρμέξει, να τα βάλει στο τσαρδάκι να δροσιστούν.
Το απόγευμα πάλι να τ' αρμέξει, να τα σκαρίσει για να βοσκήσουν όλη τη νύχτα και να ξαγρυπνήσει μαζί τους.  Ξαγρύπνιες και βάσανα.  Παιδέματα καθημερινά, χειμώνα-καλοκαίρι.  Πότε με τη ζέστη και πότε με βροχές, τα κρύα, τα χιόνια, τους αέρηδες. Χώρια οι άλλες σκοτούρες, να τ' αρμυρίσεις, να τα ποτίσεις και στον καιρό της γέννας να ξαγρυπνάς μες το μαντρί με το γκαζολύχναρο να δεις πόσες προβατίνες γέννησαν κι αν είναι όλα ζωντανά και όλα τους βυζαίνουν. Με τέτοιες αγωνίες, ένταση και σκοτούρες έκλεινε ο κτηνοτροφικός κύκλος που αν και κουραστικός είχε τα οικονομικά οφέλη απ' το πούλημα των αρνιών, των μαλλιών, του γάλακτος, για να μπορούν οι χωριανοί να συντηρούν τις φαμίλιες τους.
Τώρα εκείνη η εποχή της κτηνοτροφικής ακμής ανήκει στο παρελθόν και μόνο σαν όνειρο την αναθυμούνται οι παλιοί. Σήμερα δεν βλέπεις πολλά κοπάδια αλλά μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού.
Ίσως αυτά που σήμερα γράφω να φαντάζουν εικόνες απόμακρες. Όμως εγώ πιστός στις παραδόσεις του χωριού θα τις καταγράψω, μόνο και μόνο για να δώσω αφορμή στους γεροντότερους να τα θυμηθούν, στους μεσήλικες να προβληματιστούν και οι νεότεροι να ευαισθητοποιηθούν γιατί απ' αυτούς έλειψε ολότελα η επαφή με την παράδοση.
Περήφανος λοιπόν για τον τόπο στολίδι που επέλεξαν οι χωριανοί μου θα καταγράφω, όσο ανασαίνω, τις παραδόσεις τους. Μπορεί αυτό που κάνω να ναι κουραστικό, όμως στο τέλος ο όποιος κόπος που απομένει αξίζει τον κόπο.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

ΣΠΟΡΑ - ΘΕΡΙΣΜΟΣ - ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ


Εκείνα τα  ωραία, ανέφελα απογεύματα, στα μέσα του Οκτωβρίου περίπου, οι κάτοικοι ετοίμαζαν τα αλέτρια.  Αν και οι βελανιδιές είχαν ακόμα φύλλα και ο ήλιος ήταν ζεστός, υπήρχε μια αίσθηση αυξανόμενης ερήμωσης στα χωράφια.  Τα λουλούδια είχαν αραιώσει. 
Εδώ κι εκεί ξεχώριζαν στο χορτάρι κίτρινα πεντάφυλλα, μερικές καμπανούλες ή λίγα ίχνη μοβ λουλουδιών σε μια καφετιά απόχρωση.    Αλλά τα περισσότερα φυτά που έβλεπε κανείς ακόμα ήταν μισομαραμένα.  Στις παρυφές του Τσούγλας και της Κιάντας ένα στρώμα άγριας αγράμπελης έδινε την εντύπωση καπνού, καθώς τα άνθη της με τη γλυκιά μυρωδιά είχαν μαραθεί.  Το τραγούδι των εντόμων ακουγόταν σπανιότερα και με διακοπές.  Μεγάλες εκτάσεις με χορτάρι, που το καλοκαίρι σχημάτιζαν ζούγκλα, είχαν σχεδόν ερημώσει από τα ζωύφια. και από τις μυριάδες που κατέκλυζαν τον Αύγουστο τους αγρούς, απέμεναν πια εδώ κι εκεί κάποιο βιαστικό σκαθάρι ή καμιά αργοπορημένη αράχνη.  Τα κουνούπια χόρευαν ακόμη στην ηλιόλουστη ατμόσφαιρα, αλλά τα πετροχελίδονα, που άλλοτε ορμούσαν να τα καταπιούν, είχαν φύγει τώρα και αντί για τις τσιριχτές κραυγές τους στον ουρανό, ηχούσε το τιτίβισμα ενός κοκκινολαίμη από την κορυφή μιας κουφοξυλιάς. 
Τα χωράφια στο Βάκσοϊ Μπαζαλούκ, στη Γιάμα, στη Ντραμάϊντσα, στου Καρίς Κορί και αλλού είχαν όλα ξεχερσωθεί.  Μερικά είχαν ήδη οργωθεί και οι άκρες των αυλακιών που είχαν σχηματιστεί φαίνονταν από την κορυφογραμμή ν’ αντανακλούν θαμπά το φως του ήλιου.  Ο ουρανός ήταν ανέφελος, με μια διαύγεια σαν αυτή του νερού.  Τον Ιούλιο η γαλήνια γαλάζια έκταση του ουρανού, πηχτή σαν κρέμα, φαινόταν πολύ κοντά στις κορυφές των πράσινων δέντρων, αλλά τώρα έμοιαζε να βρίσκεται πιο ψηλά και να είναι πιο αραιή. 
Ο ήλιος γλιστρούσε γρηγορότερα στη δύση και μόλις έφτανε εκεί, προμήνυε ένα στρώμα πάχνης, που θα έφτανε αργή και νυσταγμένη, κάτασπρη σε αντίθεση με τα άνθη της αγριοτριανταφυλλιάς. Καθώς ο νότιος άνεμος δυνάμωνε, τα κίτρινα φύλλα των βελανιδιών έβγαζαν έναν εύθραυστο ήχο, πιο τραχύ από το θρόισμα που έκαναν νωρίτερα το καλοκαίρι.
Ήταν μια εποχή ήσυχης αναχώρησης για όλους όσοι δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν το χειμώνα.  Οι γεωργοί με το αλέτρι και οπλισμένοι με υπομονή όργωναν την άγονη γη για να τους δώσει λιγοστό σιτάρι, κριθάρι ή βρώμη.
Το όργωμα των χωραφιών είναι σήμερα πολύ εύκολο έργο, εξαιτίας της ύπαρξης πλήθους τρακτέρ.
Πριν από 50 όμως χρόνια τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Κάθε χρόνο η Ξυλόπολη συντηρούσε εκατοντάδες βόδια και υποζύγια μα κανένα τρακτέρ ούτε καν σκαπτικό μηχάνημα.
Προκειμένου να ετοιμαστεί το χωράφι για τη σπορά χρειαζόταν πολλές εργατώρες. Ο ζευγάς ξυπνούσε την άγρια νύκτα για να ζευγαροταΐσει 2-3 φορές τα ζώα του, ώστε να είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας το δύσκολο έργο του οργώματος της σκληρής Ξυλοπολίτικης γης.
Η γυναίκα του ζευγά προετοίμαζε στις ίδιες σκληρές ώρες, το φαγητό της οικογένειας. Δεν έπρεπε να βρει ο ήλιος στο κρεβάτι τους τους ζευγάδες.
Ο αεικίνητος παππούς μου ερχόταν στο σπίτι μας για να σημάνει εγερτήριο και φώναζε από μακριά. Η ώρα ήταν συνήθως 4 το πρωί!
Όσοι γεωργοί δεν διέθεταν δικό τους ζευγάρι «συζεύανε» με κάποιον που ταιριάζανε τα χνώτα τους και είχε την ίδια με αυτούς περιουσία.
Αφού φορτώνανε τα ζυγάλετρα στο γάϊδαρο τους, παραλάμβαναν τις αγελάδες και τα βόδια και ξεκινούσαν για το χωράφι.
Πρώτη δουλειά του ζευγολάτη ήταν να ζέψει τα βόδια του στο ζυγό. Ο ζυγός ήταν μια κατασκευή από δυο ξύλα τα οποία εφάρμοζαν στον λαιμό των ζώων. Το πάνω ξύλο ήταν οριζόντιο και το κάτω με δυο καμπύλες ώστε εφαρμόζουν. Δεξιά και αριστερά από τον λαιμό κάθε ζώου ήταν σφηνωμένες δυο βέργες, οι ζεύλες, οι οποίες ήταν δεμένες στο κάτω μέρος με σχοινί για να κρατάει τα ζώα στο ζυγό. Με το ένα χέρι ο ζευγολάτης κρατούσε τα γκέμια και με το άλλο το αλέτρι. Το ξύλινο αλέτρι αποτελούνταν από πολλά κομμάτια που το καθένα είχε το όνομά του. Το κάτω χοντρό ξύλο συνήθως λεγόταν «κουντούρι». Μπροστά του στηρίζονταν το «υνί».  Πίσω από το «υνί» ήταν το «παράβολο» για να στρώνει το χώμα και στη μέση ήταν η «σπάθα».  Πιο πίσω, προς το τέλος ήταν το «σταβάρι», μακρύ καμπυλωτό ξύλο που περνούσε απ' τη «σπάθα», η οποία μπορούσε ν’ ανεβοκατεβαίνει, στηριζόμενο στο «κουντούρι» με «σφήνα».  Το πίσω μέρος ήταν η «κοντονουρά»  (η χειρολαβή).
Με την εξάρτηση του αλετριού από το ζυγό τελείωνε το ζέψιμο, οπότε μπορούσε να αρχίσει το όργωμα με το αλέτρι, που το έσερναν τα ζευτικά κατευθυνόμενα με το ζεύτη από το ζευγά.
Όργωμα
Κατόπιν ο γεωργός σκορπούσε τον σπόρο.  Ο σπόρος ήταν μέσα στην σποροποδιά και ο γεωργός πέταγε τον σπόρο με το χέρι δεξιά-αριστερά.  Μετά άρχιζε το όργωμα για να καλυφθεί ο σπόρος.  Πέταγε σπόρο όσο έφτανε το χέρι του και αυτό λεγόταν μια σποριά.  Όργωνε αυτό και στη συνέχεια ξανάσπερνε, από φόβο μήπως πιάσει κακοκαιρία, αναγκαστεί να τα παρατήσει και ο σπόρος μείνει εκτεθειμένος στα πουλιά. Το όργωμα γινόταν σε ευθεία γραμμή κάνοντας όλο το μήκος του χωραφιού και μόλις έφταναν στην άκρη γύριζαν τα ζωντανά παράλληλα και στην αντίθετη κατεύθυνση. Εκεί ο γεωργός έπαιρνε μια ανάσα, καθάριζε με το ξύστρο το αλέτρι αλλά και τα τσαρούχια του από τις λάσπες. Η γυναίκα ακολουθούσε και με την τσάπα έσπαζε τα σβόλια και ισωμάτιζε τα αυλάκια καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο καλύτερα τον σπόρο. Η εργασία αυτή λεγόταν σκάλος (σκάλισμα).  Η σπορά κρατούσε από έναν έως και δυο μήνες.
Τα παραγγέλματα προς τα ζώα ήταν ζωηρά.  Παραγγέλματα που όλα σχεδόν έρχονταν από τα βάθη της ελληνικής αρχαιότητας. Μερικοί γεωργοί ήταν τόσο θορυβώδεις που ακουγόταν μέχρι το χωριό.   Άλλοι βλασφημούσαν ή έβριζαν τα ζώα τους ακατάπαυστα. Τον μπάρμπα-Γιάννη ήταν απόλαυση να τον ακούει κανείς από κάπου να μαζεύει με την τραγουδιστή μακρόσυρτη προφορά του το καχεκτικό γαϊδουράκι που αρνούνταν επίμονα να μπει στο ζυγό.
Οι φωνές του πάντα συνοδεύονταν με ραβδισμούς αφού ο γάϊδαρος είχε μυριστεί το μαρτύριό του. 
Όλη η ύπαιθρος ήταν μια φωνή κι όλο ζωή. Οι φωνές των ζευγάδων ενώνονταν με τα γκαρίσματα των υποζυγίων τους, τα μουγκρητά των βοδιών και τα βελάσματα των αρνιών συνθέτοντας τη βουκολική ραψωδία.  Σήμερα ακούγονται μόνο οι εξατμίσεις των τρακτέρ να παίζουν το μονότονο σκοπό τους. 
Το μεσημέρι σταματούσαν λίγο το όργωμα για να φάνε τα ζώα λίγα χόρτα και οι ίδιοι το φαγητό που είχαν μέσα στον τορβά. Συνήθως φώναζαν και τον γείτονα να κοπιάσει για να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες κατά τη διάρκεια του γεύματος.
Το όργωμα ήταν ακόμη πιο δύσκολο όταν προσπαθούσαν να σπείρουν σιτάρι, στα γεμάτα με πέτρες χωράφια.
Τα χωράφια όμως αυτά τους αποζημίωναν με το εξαιρετικής ποιότητας σιτάρι που απέδιδαν, άσπρο και κατάλληλο για να κάνουν τα κόλλυβα.
Τα επόμενα χρόνια η νέα τεχνολογία επέβαλε την μετεξέλιξη του αρότρου σε σιδερένιο, κάτι που άλλαξε τελείως τον τρόπο οργώματος.
Το βαρύ σιδερένιο αλέτρι έμπαινε πιο βαθιά στη γη μόνο του και δεν απαιτούσε την μεγάλη δύναμη των βοδιών για να το σύρουν τα οποία αντικαταστάθηκαν από πιο ευκολοσυντήρητα υποζύγια, άλογα και μουλάρια.  Πρώτη δουλειά του γεωργού ήταν να βάλει στο άλογο την λαιμαριά, ένα δερμάτινο κολάρο γεμισμένο με μαλλί.
Εξωτερικά ήταν ραμμένες δυο μεταλλικοί ράβδοι και στην μέση ένας κρίκος. Στον κρίκο έμπαινε ένας γάντζος με δυο αλυσίδες, το τραφτό, οι οποίες κατέληγαν στο ξύλο που ήταν στο αλέτρι ή στη σβάρνα.
Σήμερα βέβαια αρκετά από τα σιτοχώραφα έχουν εγκαταλειφτεί και είναι γεμάτα με άγριους θάμνους.
Τα τρακτέρ επιτελούν σε λίγο χρόνο πολλαπλάσιο έργο από εκείνο που κάποτε επιτελούσαν εκατοντάδες ζευγάρια βοδιών σε πολλές ημέρες.  Γι΄ αυτό δεν υπάρχει πια, έστω για δείγμα, ούτε μια αγελάδα σε όλη την Ξυλόπολη.
Ο θερισμός
Ο θερισμός - αλωνισμός του σιταριού ήταν μια επίπονη διαδικασία, που διαρκούσε από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Δεκαπενταύγουστο περίπου.  
Για τον λόγο αυτό οι μήνες Ιούνιος και Ιούλιος ονομάστηκαν «Θεριστής» και «Αλωνάρης» αντίστοιχα. 
Συμμετείχαν σχεδόν όλα τα μέλη της οικογένειας, από τα παιδιά δώδεκα - δεκατριών ετών μέχρι και τους γέροντες εξηνταπέντε ετών. Και ήταν μεγάλες και πολυπληθείς οι οικογένειες εκείνη την εποχή, αφού ζούσαν μαζί οι γονείς, τα αδέλφια τους, οι γιοι με τις συζύγους τους (νύφες) και πολλά παιδιά.
Εξασφάλιζαν το ψωμί του σπιτιού για όλο το χρόνο.  Κοπιαστική δουλειά, η οποία γινόταν όλη την ημέρα και κάποιες φορές και νύχτα, αν είχε φεγγάρι.  Λαγοκοιμόντουσαν ίσα για να ξεκουραστούν.
Έτρωγαν το γάλα από την γίδα που είχαν δέσει στο χωράφι, ελιές, ψωμί, τυρί, κρεμμύδια, παστές λιπαριές και κάποιες λίγες φορές η γυναίκα πήγαινε σπίτι και έφτιαχνε φαΐ, μαζί με κάποιες άλλες δουλειές που είχαν μείνει πίσω.
Συνήθως έμενε πίσω η ηλικιωμένη μάνα ή κάποια άλλη γυναίκα για τις δουλειές του σπιτιού (ζύμωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο) και για να προσέχει τα μικρότερα παιδιά.
Το ψωμί το μετέφεραν με την ντισάκια τυλιγμένο στην τάλβα για καλύτερη προστασία, το φαί με το ζάστρουκ.  Νερό στο χωράφι μετέφεραν με την μπούκλα.  Το χωράφι το θέριζαν τμηματικά, όλοι μαζί στη σειρά.
Τα εργαλεία του θερισμού
Μεγάλο φόβο οι θεριστάδες είχαν για τα φίδια που μπορεί να κρύβονταν στο σπαρτό μιας και είναι η εποχή τους. Συνήθως θέριζαν οι γυναίκες, ενώ οι άνδρες αναλάμβαναν το δέσιμο των δεματιών και το κουβάλημά τους στα αλώνια.
Οι γυναίκες ιδιαίτερα, που ήταν ντυμένες βαριά - με την πλήρη ενδυμασία - υπέφεραν περισσότερο.  «Σιγόβραζαν» κατάματα στον ήλιο. Για να προστατευθούν, φορούσαν άσπρο μαντήλι.
Φορούσαν επίσης χοντρές μάλλινες κάλτσες μέχρι τα γόνατα, για να προφυλάσσονται από τα «τσιμπήματα» και τις μικρές πληγές, που προκαλούσαν οι καλαμιές, αλλά και τα αγκάθια με τους βάτους, που ήταν διάσπαρτα στο χωράφι. Για παπούτσια είχαν τα γουρουνοτσάρουχα.
Η κούραση όμως και η ταλαιπωρία δεν έκαναν τους Ξυλοπολίτες να χάσουν το κέφι τους. Έλεγαν διάφορα αυτοσχέδια τραγούδια σχετικά με τον θερισμό.
Μικρή μονάδα μέτρησης του θεριστή ήταν η «χεριά», δηλαδή όσα στάχυα χώραγαν μέσα σε μια χούφτα.  Περίπου δεκαοκτώ χεριές έκαναν ένα δεμάτι. 
Για το δέσιμο του δεματιού χρησιμοποιούσαν τη  σίκαλη της οποίας η καλαμιά είναι μακριά και ανθεκτική, την μούσκευαν, την πατούσαν για να μαλακώσει, την έστριβαν και ήταν έτοιμη για δέσιμο.
Αυτή η δουλειά ήταν των ανδρών, που στη συνέχεια τοποθετούσαν τα δεμάτια ανά τρία φτιάχνοντας τις «τριαριές», τις οποίες πάλι τις έβαζαν σε τάξη, στοιχισμένες η μια πίσω από την άλλη και σε παράλληλες σειρές.
Τα δεμάτια τα φόρτωναν στα ζώα, τα πήγαιναν στα αλώνια, όπου και έκαναν θημωνιές. Ο κάθε ένας είχε το δικό του αλώνι, «τα αλώνια μας», όπως τα έλεγαν.
Τα αλώνια
Ο θερισμός διαρκούσε ένα μήνα περίπου, μέχρι τα μέσα Ιουλίου.
Οι Ξυλοπολίτες μόλις τελείωναν τον θερισμό, άφηναν πάντα ένα μικρό μέρος του χωραφιού αθέριστο.  Ήταν μαγιά, όπως έλεγαν, για τη σοδειά της επόμενης χρονιάς. Στο τέλος μάλιστα οι θεριστάδες πετούσαv μπροστά το δρεπάνι τους.  Αν τύχαινε να πέσει κάτω με τη "μύτη" και να καρφωθεί στη γη, το θεωρούσαν καλό σημάδι: το χωράφι και του χρόνου θα απέδιδε πλούσια σοδειά.
Αφού τελείωνε και η τελευταία φαμελιά τον θερισμό, άρχιζαν όλοι να κουβαλούν τα δεμάτια στα αλώνια σε κοντινή απόσταση από το χωριό.
Το κουβάλημα γινόταν συνήθως με τα γαϊδουράκια και με τα λίγα άλογα που υπήρχαν στο χωριό.   Το αλώνι θεωρούνταν αυστηρά ιδιωτικός χώρος και δεν μπορούσε κάποιος να μετακινήσει τη θέση του επιλέγοντας άλλη τοποθεσία, όπου βρισκόταν ενδεχομένως τα αλώνια των συγχωριανών του. Υπήρχε ένας άγραφος κώδικας τιμής, που τηρούνταν απαρέγκλιτα κάθε χρόνο.
Ο αλωνισμός βαστούσε άλλον έναν μήνα. Για να αντιμετωπίσουν πάλι τη ζέστη έφτιαχναν τα αλώνια κοντά στους αχυρώνες ή κατασκεύαζαν αυτοσχέδια τσαρδάκια, που τα σκέπαζαν με αγριόχορτα, δίπλα στα αλώνια.
Με την ολοκλήρωση του κουβαλήματος οι άνδρες άρχιζαν να φτιάχνουν τις θημωνιές. Έβαζαν στην αρχή τα δεμάτια το ένα δίπλα στο άλλο και σε κυκλικό σχήμα. Τα στάχυα «έβλεπαν» προς το εσωτερικό του σχηματιζόμενου κύκλου και τα κοτσάνια τους έβγαιναν προς τα έξω. «Έκτιζαν» τη θημωνιά σιγά-σιγά στο ύψος που ήθελαν, συσσωρεύοντας τα δεμάτια το ένα πάνω στο άλλο. Η κορυφή της θημωνιάς έμοιαζε με κώνο κι ήταν φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όταν βρέχει να μη μουσκεύουν τα στάχυα και να διατηρούνται στεγνά.
Στο τέλος έβαζαν μέσα στη θημωνιά ένα κομμάτι σίδερο, για να διώχνει τα κακά πνεύματα και να προστατεύει το σιτάρι από το «μάτιασμα».
Το αλώνι ήταν ολοστρόγγυλο, μεγαλοδιάμετρο, πλυμένο το χώμα και αλειμμένο με αγελαδοβουνιά λειωμένη να μην ξερνάει χώμα κι ανακατεύεται με τον καρπό.
Τα δεμάτια μεταφέρονταν στο αλώνι (ή άλως ή η αλωή, Ιλιάδα Ε 499), ενώ ο Ησίοδος συμβουλεύει το αλώνισμα «να γίνεται σε αλώνι ολοστρόγγυλο, όπου φυσά καλό αεράκι».
Μα το αλώνι δεν ήταν ένας σκέτος γύρος από χώμα καλά ξυσμένος ή ένα ξέφωτο στρογγυλό, παρά είχε τη δική του μαστοριά.
Το έκτιζαν κοντά στους αχυρώνες ή ξέφωτα και το έζωναν με ξερολιθιά στα τόξα του για να στερεώσουν τα χώματα και να μην κατρακυλάνε μέσα στο αλωστήρι.
Βέβαια στην Ξυλόπολή μας υπήρχαν αλώνια περίτεχνα, ολοστρόγγυλα και γυρισμένα με γείσο υπερυψωμένο..
Η γερή και καλοφτιαγμένη γυριστή λιθοδομή το κρατούσε και το όριζε.
Στο κέντρο του αλωνιού έμπηγαν ένα κάθετο πάσσαλο σε μια τρύπα που την είχαν περιχτίσει με πέτρες για να στερεώνεται καλύτερα.
Στο παλούκι έδεναν το μακρύ σκοινί το οποίο κατέληγε στο ζευγάρωμα των ζώων εκείνων που θα αλώνιζαν με ασταμάτητους κύκλους πάνω στα απλωμένα στάχυα.
Τα δεμάτια τοποθετούνταν από τους αλωνιστές, τους «επαλώστας», γύρω από το στύλο, ως την άκρη του αλωνιού κυκλικά, ενώ ένα σχοινί με μήκος περίπου όσο η ακτίνα του αλωνιού, στερεωνόταν με τη μια άκρη του στον στύλο και με την άλλη δενόταν στο περιλαίμιο, που συνήθως το φορούσαν τα ζώα (βόδια ή άλογα). Στη συνέχεια έλυναν τα δεμάτια μέσα στο αλώνι και άπλωναν τα στάχυα, ώσπου να γιομίσει σε πάχος μισού περίπου μέτρου.  
Κατόπιν έβαζαν τα ζώα να πατήσουν τα σκόρπια στάχυα, ώστε να "στρώσουν" και να γίνουν ένα ομαλό στρώμα. Έπειτα έζευαν το ζευγάρι στη δοκάνη, την οποία έσερναν τα ζώα πίσω τους, καθώς γύριζαν συνεχώς κυκλικά στο αλώνι. Ένας άνδρας ανεβασμένος στη δοκάνη καθοδηγούσε την πορεία των ζώων κρατώντας τα λουριά.   Τα ζώα παροτρύνονταν από τον αλωνιστή (αλοητήν η αλωέα) να περπατούν γύρω-γύρω στο αλώνι πάνω στα στοιβαγμένα στάχυα, αποσπώντας με το βάρος τους τον καρπό των δημητριακών. Η δοκάνη αποτελούνταν από δύο πλάκες ξύλου παραλληλόγραμμες και ενωμένες μεταξύ τους.  Το εμβαδόν της συνολικά ήταν δύο-τρία τετραγωνικά μέτρα.
Αλωνισμός
Στην κάτω πλευρά της υπήρχαν προσαρμοσμένες κοφτερές πέτρες που έκοβαν τα στάχυα όταν σέρνονταν η δοκάνη.  Όταν το στρώμα με τα στάχυα γινόταν κάπως χαμηλό, ανέβαιναν πάνω στη δοκάνη ένα τσούρμο παιδιά, για να γίνει βαρύτερη και να κόβει καλύτερα τα στάχυα.
Ο αλωνισμός του κάθε στρώματος κρατούσε μια ολόκληρη μέρα - εννιά το πρωί μέχρι τις εφτά το βράδυ - ή και παραπάνω, ανάλογα με την ποικιλία του σιταριού. Όταν οι σπόροι είχαν ελευθερωθεί πλέον από τα στάχυα, οι Ξυλοπολίτες συγκέντρωναν το στρώμα του αλωνιού σε μακρόστενο σωρό με κατεύθυνση Ανατολή - Δύση.
Το λίκνισμα
Περίμεναν να φυσήξει λίγο βοριαδάκι για να αρχίσουν το λίχνισμα, να ξεχωρίσουν δηλαδή τον καρπό του σιταριού από τα άχυρα. Αυτό γινόταν νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ, όταν φυσούσε.  Τρία - τέσσερα άτομα, το ένα δίπλα στο άλλο, στέκονταν μπροστά και σήκωναν το στρώμα δύο μέτρα ψηλά.
Το λίχνισμα κρατούσε τρεις ώρες περίπου. Συνήθως δεν επιτυγχάνονταν ο απόλυτος διαχωρισμός των σπόρων από το άχυρο κι έτσι χρησιμοποιούσαν το ντραμόνι (μεγάλο κόσκινο), για να καθαρίσουν το σιτάρι. 
                                        Το ντραμόνι                                                 Το ντραμόνιασμα
Μετά το ντραμόνιασμα έβαζαν το καθαρό σιτάρι πλέον μέσα σε τσουβάλια, αφού μετρούσαν την ποσότητά του.
Κουβαλούσαν τα τσουβάλια με τα λίγα κάρα ή τα ζώα στα σπίτια, όπου και τα άδειαζαν στα αμπάρια (πρέσκες), που είχαν στο "τρανό" (μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού).
Τελευταία δουλειά ήταν, όταν ο αχυρώνας ήταν μακρυά, να μαζέψουν τα άχυρα από το αλώνι, να τα φορτώσουν στα κάρα, ή σε τσουβάλι ή στα κοφίνια και να τα μεταφέρουν στον αχυρώνα.
Έκαναν πιο ψηλά τα τοιχώματα του κάρου βάζοντας λαμαρίνες ή τσίγκους και έφραζαν τις ανοιχτές πλευρές μπρος-πίσω, με αυτοσχέδιες πόρτες ή κουβέρτες.
Αργότερα ήρθαν οι πατόζες και οι Ξυλοπολίτες απαλλάχθηκαν από την δουλειά του αλωνίσματος.  Ξεχασμένες «πατόζες»….. Τις βλέπουμε αραγμένες μόνο σε κανένα λαογραφικό μουσείο, κουρασμένες πια από τα χρόνια και την πολλή δουλειά.
Πατόζα
Τις θυμάστε; Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που χρησιμοποιούνταν, κυρίως για το αλώνισμα του σιταριού, στο χωριό μας. Γνώρισαν μεγάλη ακμή στις δεκαετίες του 60 και 70. Οι κάτοικοι του χωριού μου μετά το θέρο των χωραφιών μάζευαν τα δεμάτια με τα γεννήματά τους στα Παντίστσια, στο Ντουσένουιτς και στη Μπάρα, τοποθεσίες που ήταν κατά κάποιο τρόπο βατές στις μηχανές, και τα έκαναν θημωνιές. Περίμεναν μετά να ρθει η «πατόζα» για να τ’ αλωνίσει.  Εκείνο που απέμενε, μετά το αλώνισμα, ήταν η χαρά των πατεράδων μας που εξαργύρωναν τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς για το «έρμο το ψωμί» και οι μικροί λόφοι με το άχυρο, που μέχρι να συλλεχθεί αποτελούσε ιδανικό τόπο παιγνιδιού για μας που είμαστε τότε παιδιά.
Πατόζες
Τα άχυρα της πατόζας ήταν λεπτότερα. τα δεματοποιούσαν οι πρέσες και ήταν ευκολότερα στη μεταφορά τους.
Γύρω στον Δεκαπενταύγουστο, οι Ξυλοπολίτες ολοκλήρωναν την κοπιαστική διαδικασία του θερισμού-αλωνισμού. Βέβαια, οι δουλειές του καλοκαιριού δεν σταματούσαν εκεί.
Με το αλώνισμα ολοκληρωνόταν ο τελετουργικός τρόπος στο όλο δρώμενο σποράς - θέρους - αλωνισμού. Μια δουλειά γεμάτη κόπο, τέχνη μεράκι και «μαστοριά».
Η ταλαιπωρία τους συνεχιζόταν.  Αλλά είχαν εξασφαλίσει πλέον το ψωμί της χρονιάς.
Του Κατάρα και του Λάγου τα αλώνια με τους αχυρώνες όπως είναι σήμερα, στις μεγάλες τους δόξες, τότε που φιλοξενούσαν οπλές ζώων, στάρια ξηρικά και ιδρώτα άφθονο, δεν φύτρωνε ούτε χορταράκι.