Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012


ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΘΗΚΕ Ο …… ΥΙΟΣ



Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΤΖΑΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ


Κατά την εποχήν του Μακεδονικού αγώνος εδώ στην Τουρκία, οι άνθρωποι στα χωριά δεν είχον στερεάν εθνικήν συνείδησιν.  Τι Έλληνες, τι Βούλγαροι, έλεγαν.  Το ίδιο πράγμα είναι αφού όλοι είμαστε χριστιανοί.  Σήμερα αν ήτο Έλλην, αύριον γινόταν Βούλγαρος.  Δίπορτο συνέχεια.  Τέτοιος ήτο ο περισσότερος κόσμος.  Και ο πατέρας του Τζάπου (δεν ήτο δυνατόν να κάμη εξαίρεσιν) ο μπάρμπα Γαβρίλης αν και ήτο λίγο φανατούτσικος Βούλγαρος, αλλά αυτό και πολύ δεν τον ζάλιζε εάν καμμιά φορά βρισκόταν στην ανάγκη να το στρίψη.

Ο γερο Γαβρίλης λοιπόν ήτο ένας φτωχός Λιγκοβανιώτης.  Είχε πάντα μεγάλες φτώχιες όπως και όλοι οι χωριανοί του.  Επάνω στις μεγάλες φτώχιες του συνέπεσε να του έρθη και ένα μεγάλο ατύχημα.  Του ψόφησε ο γάϊδαρός.  Το μόνο περιουσιακό του στοιχείο.  Αυτό του ήλθε σαν «νταμπλάς».  Καλλίτερα αστροπελέκι στο κεφάλι του παρά να ψοφήση ο γάϊδαρός του.  Το ατύχημα αυτό τον τάραξε.  Τι θα απογίνη τώρα;  Αυτός του ήταν το παν του.  Από πού θα εξοικονομούσε 50 γρόσια για να τον αντικαταστήση;  Τα χωράφια του τα είχε ξεκλαδέψει λίγο-λίγο πουλώντας τα πότε το ένα και πότε το άλλο δια να τα βολέψη.   Κότες, μοσχάρια, πρόβατα δεν είχε να πωλήση και να αντικαταστήση τον ξακουσμένο του «Αράπ», αλλά ούτε για ένα σαράβαλο.  Αντιθέτως δεν είχε πολλά παιδιά.  Το μικρότερο του ήτο ο αγαπητός Τζάπος.  Ένα μικρούτσικο εφταμηνίτικο, αδύνατο, μαυρούτσικο, σωστό αραπάκι και ηλικίας 7-8 χρόνων.

Σκέφτηκε μέρες, ξαγρύπνησε νύχτες για να λύση το πρόβλημα και βρη γρόσια για να πάρη γαϊδαρο.

Κάποια μέρα καθισμένος σε ένα προσήλιο του ζεστάθηκε το μυαλό και πετιέται σαν Αρχιμήδης φωνάζοντας «εύρηκα, εύρηκα».  Τρέχει στο σπίτι του Παπαχριστόφορου, του Έλληνα εφημέριου.  Μόλις τον είδε ο Παπαχριστόφορος στο σπίτι του του φωνάζει: «Χαίρ ολσούν βρε Γαβριήλ στο σπίτι μου.  Λέγε λοιπόν ποιος διάβολος έσπρωξεν έναν Βούλγραρο στο σπίτι ενός Έλληνος παπά»;

-   Άκουσε παπά μου.  Ξέρεις ότι είμαι σχισματικός – Βούλγαρος.  Αλλά αν μπορέσης να με βοηθήσης στο κακό που μου βρήκε, θα γίνω αμέσως Παρτριαρχικός – Έλληνας.  Ψόφησε ο γάιδαρός μου.  Δεν έχω – δεν μπορώ να αγοράσω άλλον.  Τι θα γίνη;

-   Βρε μπουνταλά γι’ αυτό σκέπτεσαι και στενοχωριέσαι;  Στο αχούρι έχω 3 γαϊδούρια.  Σου δίνω το ένα αλλά να γίνης βέρος Έλληνας.

-   Μα έγινα κιόλας, παπά μου.  Τι να κάνω να με πιστέψεις;

-   Να τι θα κάμης.  Όταν θα κάμης τον σταυρόν σου από τώρα και στο εξής θα λέγης: «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα».  Όταν βάζης τα τρία σου δάκτυλα στο μέτωπο θα λες: «Πατήρ», όταν στον ομφαλό «υιός», όταν δεξιά το «άγιον» και όταν αριστερά το «πνεύμα».  Πήγαινε τώρα στο σπίτι σου, μάσε τον ταϊφά σου και να το μάθετε.  Και όταν το συνηθίσετε έλα εδώ να σου δώσω το γαϊδούρι.

Ο Γαβρίλης γεμάτος χαρά γύρισε στο σπίτι του και όλην την νύκτα με την γυναίκα του και τα παιδάκια του γυμναζότανε να κάνουν τον σταυρόν των …. Ελληνικά.   Και αφού εβεβαιώθηκε ότι τα κατάφερνε παίρνει την άλλη μέρα τον Τζάπο από το χεράκι του και τραβά για το σπίτι του Παπαχριστόφορου.  Μόλις έφθασε άφησε τον Τζάπο κάτω στην αυλή και αυτός ανέβηκε επάνω στον παπά.

-    Κοίταξε παπά μου και αρχίζει να κάμνη τον σταυρόν του:  «Πατήρ – και άγιον – πνεύμα».

-   Βρε Γαβρίλη το ξέχασες βρέ.  Πούναι ο «υιός»;  Που τον άφησες;

-   Δεν τον ξέχασα, παπά μου, τον άφησα κάτω στην αυλή και περιμένει να κάμη καβάλα τον γάιδαρό σου.



ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 1954

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του κειμένου του αποσπάσματος που  προηγήθηκε)

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΟΙ ΓΑΝΩΤΗΔΕΣ (ΚΑΛΑΪΤΖΗΔΕΣ) ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ


 
Ανηφορίζοντας το καλντερίμι από τον Αη Γιώργη προς την πλατεία, αντικρίζαμε στη βάση της το υπαίθριο κατάστημα του γανωτή.  Εκεί κάτω από την καρυδιά και δίπλα στο πηγάδι άπλωνε την πραμάτεια του ο Δημητρός.

Ήταν πλανόδιος και γύριζε τις γειτονιές του χωριού μ’ ένα τσουβάλι στον ώμο, κατάμαυρο από την πολλή χρήση, όπου έβαζε τα σκεύη που ήταν για γάνωμα. Τραχιά και δυνατή η φωνή του, αντηχεί ακόμη στα αυτιά όσων πρόλαβαν «Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωωω! Γανωωωτής». Έφερναν οι νοικοκυρές τα σκεύη τους που ήθελαν γάνωμα (τετζερέδες, τηγάνια, κουταλοπίρουνα, ταψιά, μπρίκια κ.ά.), άπλωνε ο γανωτής τα μαυρισμένα από τη μουτζούρα χέρια του και γέμιζε το τσουβάλι. Ύστερα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για την έδρα του, τη Βισσώκα.  Ξαναγύριζε μετά από μια-δυο μέρες, για να επιστρέψει τα γανωμένα σκεύη.

Αργότερα η δουλειά πολλαπλασιάστηκε, οπότε η σκιά της καρυδιάς και το διπλανό πηγάδι αποτέλεσαν το κατάστημά του.  Είχε μαζί του τα απαραίτητα υλικά και εργαλεία, και εξυπηρετούσε τον κόσμο επί τόπου. Σ’ αυτή την περίπτωση μετακινούνταν με τον γάιδαρο, όπου μετέφερε τα σύνεργά του. Η πληρωμή του γινόταν σε είδος (σιτάρι, καλαμπόκι, αυγά).

Με τα χρόνια όμως ο μπάρμπα-Γιώργης Λάτκας έκτισε το δικό του μαγαζάκι στη κορυφή της λιθόστρωτης διαδρομής που οδηγούσε στο μπακάλικο του Προύτσα.   Αυτοδίδακτος δεχόταν τις τσιμπεροφορούσες γυναίκες που έφερναν τα σκεύη τους για γάνωμα.  Ο μπάρμπα-Γιώργης αναλάμβανε το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια, τα πιρούνια κ.λ.π. Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο.  Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα παλαιότερα επαγγέλματα Πολλοί  ιστορικοί το τοποθετούν στα χρόνια του Βυζαντίου. Δουλειά δύσκολη και υπεύθυνη, γιατί πολλές φορές έσωζε τους ανθρώπους και από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα σκεύη. Αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι από αυτούς, μετέδιδαν τη τέχνη τους από γενιά σε γενιά.

Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή έχει εξαφανιστεί, αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται γάνωμα (επικασσιτέρωση).

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ





Η γραφική σου αρμονία δεν μου επιτρέπει να σε ξεχάσω.  Κρυμμένη στην κάτασπρη πάχνη και απλωμένη στη δασοσκεπή πλαγιά του Βερτίσκου θα σε οραματίζομαι για πάντα χαριτωμένη, φτωχή Ξυλόπολη, σαν μια φωτεινή κουκκίδα γαλήνης.

Τόσα χρυσά δειλινά, τόσα μελιχρά  σουρουπώματα, που λαφιασμένοι κάπου περιμέναμε την επιστροφή της γελαδαριάς, πώς να τα ξεχάσω; 

Μεθυσμένος απ’ το υπερούσιο θείο όραμα της ομορφιάς να ξαπλωθώ στις όχθες του Μπογδάνα, να συγκεντρώσω τη δύναμη της ψυχής μου και τη γλυκύτερη προσπάθεια των καημών μου και μεθυσμένος απ’ το υπερούσιο θέαμα να ξεχειλίσω σε ατελείωτο ύμνο, που ενισχύει κάθε στιγμή την ιδέα του Θείου.

Σε τριγυρνούν απαλοστρωμένα βουναλάκια με το τερπνό γλυκασμό που φέρνει στην ψυχή το πράσινο της χλόης.  Εδώ που ο ανοιξιάτικος ήλιος, όταν γέρνει, αφήνει ένα σούρουπο ωχρό σαν χαριτωμένο λιγοθύμισμα κάποιας υπερκόσμιας ηδονής.

Και όταν τ’  απαλότρεμο δείλι απλώνεται σαν  χρυσά κρόσσια από μαγικό υφάδι ομορφιάς, λαγγεύει η ψυχή μου και ευφραίνεται.

Σαν προσευχή βαθιά και ονειρόπνευστη, που με πλημμυρίζει με το γλυκό όνειρο θείων στιγμών, εξατμίζεται μέσα σε μια χαρμόσυνη αποθέωση χρυσαφιού ο γαλαζωπός ατμός του δειλινού.  Ανεβαίνει απ’ το βαθυπράσινο βελούδο των λάκκων, απ’ τα ευθυτενή κορμιά των καβακιών, απ’ τα υπερήφανα κορμιά των ιτιών, απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού, απ’ το παιχνιδιάρικο φως των ακτίνων του ήλιου.

Φως, χρώμα και σκιά ενορχηστρωμένα μέσα στη λαχτάρα των ακαθόριστων πόθων θα μας έλκουν πάντα κοντά σου.

Τα μάτια μου μεθυσμένα από το χρώμα μιας υπερκόσμιας ώρας προστάζουν την ψυχή μου ν’ αφιερώσει όλες τις γλυκύτερες αναπλάσεις προς το  ασύλληπτο κάλλος.

Είναι Θείες πινελιές πού  ’ρχονται να ποτίσουν την ψυχή μου. 

Ξυλόπολη, μ’ έχεις σκλαβώσει με τη γοητεία σου, το υπερούσιο άρωμα˙ πόσο μεθυστικά ξετυλίγεσαι γύρω μου και μέσα μου!

Νομίζω πως εξαϋλώνομαι, γίνομαι σκόνη, αέρας, καταχνιά, μουντός ατμός που ανεβαίνει αργά, ανάλαφρα, σαν προσευχή προς το γαλάζιο ουρανό.











































Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

ΚΟΥΡΕΙΣ (ΜΠΑΡΜΠΕΡΗΔΕΣ) ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ

Η Ξυλόπολη χτίστηκε στα πόδια του Βερτίσκου και επεκτάθηκε με γειτονιές γύρω της, που γρήγορα μεγάλωσαν και απέκτησαν νέα πολεοδομική μορφή, σύμφωνα με τις επιταγές της οικιστικής ανάπτυξης. Η βόλτα στα σοκάκια με τα πέτρινα σπίτια, η ανηφόρα στα στενά δρομάκια, που οδηγούσαν στις πάνω γειτονιές και που μοσχοβολούσαν από τις ανθισμένες γλάστρες, συνέθεταν την εικόνα της αισθητικής απόλαυσης που προσέφερε η αυθεντικότητά της.  Η ακανόνιστη και δαιδαλώδης, εκ πρώτης όψεως, σημερινή διάταξη των δρόμων είναι αποτέλεσμα συνεχούς διεργασίας.

Ωστόσο το πράσινο και η φύση αποζημίωναν τον αναβάτη που νόμιζε πως βρίσκεται σ' ένα άλλο κόσμο, πρωτόγονο.

Με σημείο εκκίνησης την αγορά της Ξυλόπολης, μια περιορισμένη κεντρική πλατεία με έντονο παραδοσιακό χρώμα, που αποτελούσε το σημείο αναφοράς και για τις τέσσερις μεγάλες ράχες πλημμυρισμένες από μια θάλασσα δένδρων, με το μεγαλύτερο μέρος του χωριού κρυμμένο μέσα στην πυκνή βλάστηση και πίσω από ράχες και πρανή, βρίσκονταν ξεχασμένοι στη λήθη του παρελθόντος και των επαγγελμάτων, που έσβησαν μετά τη βιομηχανική επανάσταση, οι κουρείς (μπαρμπέρηδες).

Σε τούτα τα μαγαζάκια δεν εισχωρεί η ισοπεδωτική αισθητική του μεταμοντέρνου. Από εδώ μέσα ξεπηδούν μνήμες μιας αλλοτινής εποχής, κάτι νοσταλγικές εικόνες, αποσπασμένες, φυλακισμένες στην ασφαλή αιωνιότητα. Χωμένοι σε μαγαζάκια - τρύπες, με μαγαζάτορες που πάλιωσαν μέσα στις «φωλιές» τους, από τη γενιά εκείνη που ρίζωσε και στοίχειωσε αφήνοντας μίαν αίσθηση μελαγχολίας. Γνώριμοι πρωταγωνιστές, εικόνες, ατμόσφαιρες, φιγούρες, χαρακτήρες, χρώματα-απομνημονεύματα της Ξυλόπολης σε κορνίζες διατηρητέες.

Ένα με τους μπακάληδες, τους καφετζήδες, τους ραφτάδες, τους περιπλανώμενους ψαράδες και τους λαϊκούς πραματευτάδες, ο μπάρμπα-Κώστας  ο Πατσοράκης, ο κουρέας της Ξυλόπολης.  Ενώ ο μπαρμπά-Γραμμένος ο Γραμμενίδης και μπαρμπα-Λάζαρος ο Τερζής και αργότερα ο μπάρμπα-Γιάννης ο Χατζής αγωνίζονταν για να τον φτάσουν.  Για πάρα πολλά χρόνια περιποιούνταν τρίχες, ζύγιαζαν τις ψαλιδιές σε πελάτες κάθε ηλικίας. Εδώ συναπαντώνταν μαθητές, συνταξιούχοι, κάθε λογής μεροκαματιάρηδες από τα διπλανά χωριά: Νικόπολη, Βερτίσκο, Ίσωμα, Θεοδόσια και Λαχανά. Λεπτεπίλεπτες, ευγενικές, χαμογελαστές, καλόκαρδες φιγούρες οι τρεις τους, μορφές που ξεπηδούν από παλιά κινηματογραφική ταινία. «Άστορ» ξυραφάκια, παλιές λεπίδες, παλιές χειροκίνητες μηχανές, ψιλοτριμμένο σαπούνι για αφρό, πετσέτες που αντέχουν στον χρόνο, ψαλίδια που καλοδουλεύουν, ξύρισμα κόντρα, «χύμα κολόνια-ποιότης εγγυημένη». Μαγαζάκια εποχής, χωρίς χλιδάτες βιτρίνες και πινακίδες-κράχτες.

Σιωπηλά κουρεία με παλιομοδίτικα έπιπλα, παλιά περιοδικά για την αναμονή, με έντονη τη μυρωδιά της κλεισούρας και της λαδομπογιάς, απ' όπου ξεπηδούσαν εικόνες και σκηνές με ευγενικές χειραψίες.  Εικόνες ποτισμένες με ανθρωπιά, σχέσεις ανθρώπων που μπήκαν στα κλεφτά για ένα φρεσκάρισμα, με διπλωμένα τα λεφτά στο φαρδύ ζωνάρι. Σε τέτοια μαγαζάκια, αμυντήρια αλλοκαιρινών εποχών, βολτάρει ο νους. Στον καθημερινό αγώνα ενάντια στη φθορά, στα «δάκρυα των πραγμάτων» που αντιστέκονται στη λεηλασία του ψευδομοντέρνου.

Κάποτε τα κουρεία αποτελούσαν το κατεξοχήν ανδρικό μαγαζί. Κάθε άνδρας επισκεπτόταν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα τον μπαρμπέρη του για ένα «κόντρα» ξύρισμα και ένα κλασικό ανδρικό κούρεμα. Ήταν τέτοια η σχέση που αναπτυσσόταν ανάμεσα στον κουρέα και στον πελάτη ώστε, καθώς αφηνόταν στα μαγικά χέρια του μπαρμπέρη, τον εμπιστευόταν φτάνοντας στο σημείο να του μιλήσει για τα προσωπικά του. Τα κουρεία αυτά ενέπνευσαν τον ελληνικό κινηματογράφο· οι ιδιοκτήτες τους ήταν το μάτι και το αυτί της γης.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΣΙΔΕΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ



Αν ήταν μπορετό να κοιτάξουμε κατάματα το χρόνο, θα βλέπαμε τις ρίζες ετούτου του τόπου να χάνονται μέσα στη θολούρα και στην ομίχλη του αλαργινού χθες.

Η Ξυλόπολή μας, ως γεωγραφικός χώρος και ως ανθρώπινο δυναμικό, στο διάβα της μέσα από τα δύσβατα και πολλές φορές επικίνδυνα μονοπάτια του άχρονου χρόνου, διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο σιδεράς
Ο μπάρμπα-Μήτσος, ντόπιος τεχνίτης, αυτοδίδακτος είχε στήσει το κονάκι του στο δρόμο προς τον Άη Γιώργη.  Σαν πέθανε, άφησε ένα παλιό αμόνι και μια χιλιομπαλωμένη φυσούνα στο γιο του Σταμάτη.

Αυτός όμως δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει όλους τους κατοίκους. Γι’ αυτό προσέλαβε σαν υπάλληλο και αργότερο σαν συνέταιρο τον μπάρμπα Θανάση.

 Ύστερα από κάμποσα χρόνια όμως ο καθένας έστησε το δικό του εργαστήριο.

Και οι δύο τους ντόπιοι τεχνίτες είχαν στήσει τα κονάκια τους δίχως μελέτες, δίχως σχέδια, δίχως εγκρίσεις.  Μελετητές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες και ελεγκτές ήταν το ένστικτο και η αλάθητη εμπειρία τους.

Στη διαδρομή για τον Αη Γιώργη πρώτα συναντούσες το σιδεράδικο του μπάρμπα-Θανάση του Δέκου και λίγο πιο κάτω του μπάρμπα-Σταμάτη του Μπεκιάρη, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του σιδερά για μια ολόκληρη ζωή.
Το σιδηρουργείο

Για αρκετά χρόνια ήταν οι μοναδικοί σιδηρουργοί του χωριού· τους διέκρινε η άψογη συνεργασία. Το 1922 εγκαταστάθηκε στο χωριό και άλλος σιδηρουργός, ο Κυριάκος Τσόγκαρλης, ο οποίος εκτός από το σύγχρονο σιδηρουργείο έφερε και νέα σχέδια, που για χρόνια κοσμούσαν αντικείμενα και φράκτες στα μικρασιατικά παράλια.   Έστησε το εργαστήρι του στην πλατεία του χωριού.  Αλλά σε λίγα χρόνια εγκατέλειψε το χωριό.

Διασχίζοντας το δρόμο από την πλατεία μέχρι τον Αη Γιώργη έβλεπες το γνήσιο,  Ξυλοπολίτικο σπίτι και  επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί. Παλιά όμως λειτουργούσαν στα πλαϊνά του δρόμου με τα παραδοσιακά εργαλεία.

Ο δρόμος ήταν πλακόστρωτος (καλντερίμι), στολισμένος αραιά και πού με μερικές σβουνιές.

Τα σπίτια του πέτρινα, με στέγες από κεραμίδι.  Είχαν συγκεντρωθεί εδώ σ’ αυτόν το δρόμο πηγάδια (μπουνάρια), το σαμαράδικο του μπάρμπα-Νίκου, τα δύο σιδεράδικα, το μπακάλικο του Βαγγέλη και στο τέρμα του βρισκόταν ο Άγιος Γεώργιος.  Από τα ψηλώματα του δρόμου, όπου το μάτι διαπερνούσε τα αυλοντούβαρα, έβλεπες διάσπαρτα στις αυλές οικιακά σκεύη, όπως πήλινα τσουκάλια,  τσαντίλες που στράγγιζαν το τυρί, χειρόμυλους για το άλεσμα του σιταριού, ακόμα έβλεπες το εργαστήρι με τον αργαλειό, την ανέμη, το αδράχτι κ.ά.  Εδώ βρισκόταν ο υπαίθριος φούρνος και το καζάνι, αλλά και τα γεωργικά εργαλεία, όπως το αλέτρι, ο ζυγός, κ.α. 

Στην εποχή του ο σιδηρουργός ενέπνεε σεβασμό. Θεωρούνταν η τέχνη του συχνά υπερφυσική ή μαγική και η κοινωνική του θέση ήταν πάντοτε ξεχωριστή.

Οι προλήψεις αυτές είχαν την πηγή τους ίσως στην πρωτόγονη αντίληψη ότι ο σιδηρουργός, που χρησιμοποιούσε τα τρία θεμελιώδη στοιχεία: την φωτιά (στο καμίνι), τον αέρα (στο φυσερό) και το νερό (για την βάπτιση του σφυρηλατημένου αντικειμένου), τα είχε υποτάξει στην υπηρεσία του μέσω συμφωνίας με σκοτεινές και επίφοβες δυνάμεις.

Σε πολλές παραδόσεις βρίσκεται ο μύθος του μάγου σιδηρουργού, που ξαναδίνει τα νιάτα στους ανθρώπους με τη φωτιά ή με το χτύπημα του σφυριού του στο αμόνι ή με το νερό.

Πολλές μυθολογίες επίσης παρουσιάζουν το δημιουργό του κόσμου σαν σιδηρουργό.

Ξεχωριστή θέση κατέχει στην Ελληνική μυθολογία ο θεός Ήφαιστος, προσωποποίηση της εφευρετικότητας και προστάτης κάθε σιδηρουργού.

Το επάγγελμα του σιδερά ήταν παράδοση και στις δύο οικογένειες.  Η δουλειά βέβαια ήταν επίπονη και σκληρή. Χρειαζόταν δύναμη, αντοχή αλλά και τέχνη.  Έπρεπε το χέρι σου να πιάνει, αλλά και να έχεις αντίληψη.  Δεν έπρεπε μόνο να ξέρεις να πάρεις τα μέτρα σωστά για να κόψεις το σίδερο και να φτιάξεις κάτι, έπρεπε να κάνεις το καλούπι καλά και το σχέδιο.  Μετά έπρεπε να το ατσαλώσεις και να το βάψεις.

Όλα αυτά τα έκαναν πρακτικά.   Τότε όλα γίνονταν στο χέρι, δεν έρχονταν έτοιμα όπως σήμερα.  Ήταν όλα χειροποίητα, γι’ αυτό και πιο γερά.  Για να μαλακώσουν οι σιδεράδες το σίδερο και να μπορέσουν να το δουλέψουν χρησιμοποιούσαν τη φωτιά.  Καύσιμη ύλη ήταν το κάρβουνο, πλούσιο σε θερμίδες, που επέτρεπε τη θέρμανση των μετάλλων σε πολύ υψηλή θερμοκρασία.  Άναβαν λοιπόν φωτιά στο καμίνι - χρησιμοποιούσαν κάρβουνα - και τοποθετούσαν πάνω της το κομμάτι το σίδερο που έπρεπε να επεξεργαστούν.  Μ’ ένα ειδικό εργαλείο, το φυσερό, έδιναν αέρα στο καμίνι και διατηρούσαν τη φωτιά ζωντανή. Στη συνέχεια έπαιρναν με τις ειδικές μασιές το ζεστό σίδερο από το καμίνι και χρησιμοποιώντας το αμόνι και το βαριοκόπο του έδιναν τη μορφή και το σχήμα που ήθελαν. Μετά  αυτό που έφτιαχναν έπρεπε να το ατσαλώσουν με βράσεις και τέλος να το βάψουν. Έπρεπε όμως ο μάστορας να έχει γνώσεις και να είναι προσεχτικός, γιατί άλλα ατσάλια βάφονταν στον αέρα και άλλα στο νερό.

Οι απλοί άνθρωποι, που έμαθαν να επεξεργάζονται τα υπάρχοντα υλικά μεταμορφώνοντάς τα σε χρήσιμα αντικείμενα, είναι δημιουργοί. «Η φύση στένεψε τον απλό άνθρωπο να βρει το θεμελιακό, το απαραίτητο στη φυσική και πνευματική του ζωή». (Δ. Πικιώνης)

Χειριζόμενοι οι ίδιοι τα εργαλεία τους και εφευρίσκοντας ακόμη μερικά μοχθούσαν ώστε όχι μόνο να κατασκευάσουν κάτι, αλλά να το επιμεληθούν, να το στολίσουν, να το συνθέσουν.

Αυτοί ο ντόπιοι μάστορες, οι απλοί άνθρωποι που έκρυβαν μέσα τους μνήμες και κληρονομιές του παρελθόντος, συνέβαλαν στο να διατηρηθούν και να μεταφερθούν παραδοσιακά στοιχεία στα αντικείμενα που δημιουργούσαν. Οι μοναδικής αρμονίας και καλαισθησίας συνθέσεις τους αντανακλούσαν το μεράκι για την τέχνη τους.

Τα πρώτα χρόνια το μεροκάματο ήταν πάντα μικρό και το καρβέλι έβγαινε με το ζόρι.  Βέβαια τότε ήταν και οι καιροί δύσκολοι. Υπήρχε ανεργία και ο κόσμος πείναγε.  Ίσα-ίσα  έφτανε να ταΐσουνε τις οικογένειες.

Η δουλειά ήταν δύσκολη και χρειαζόταν τέχνη.  Έπρεπε να είναι προσεχτικοί και συνεπείς στη δουλειά τους.  Με το πέρασμα του χρόνου έγιναν γνωστοί σε όλα τα περίχωρα και η πελατεία μεγάλωσε.  Όλα τα γύρω χωριά έγιναν πελάτες των δύο σιδηρουργών και οι δουλειές πήγαιναν καλά. Το μεροκάματο έβγαινε και με το παραπάνω. Είχαν πελάτες από τη Νικόπολη, από το Βερτίσκο, το Ίσωμα κ.α.

Από την αυγή μέχρι που έπαιρνε να βραδιάζει, μπορούσες να ακούσεις από αρκετή απόσταση τον ήχο του σφυριού πότε πάνω στ’ αμόνι του μπάρμπα-Θανάση και πότε στου μπάρμπα-Σταμάτη. Χτυπούσαν αδιάκοπα, μια στο πυρακτωμένο σίδερο, για να του δώσουν το σχήμα που έπρεπε, μια στο αμόνι για να πάρει «ανάσα» και να «ζυγίσουν» με το έμπειρο μάτι τους το σημείο που θα ξαναχτυπούσαν.  Η φωτιά, που τη «συντηρούσαν» με το φυσερό, πάντα αναμμένη, για να πυρακτώνει τα σίδερα και δίπλα στο αμόνι το λεβέτι με το νερό για να σβήνουν το έτοιμο πια σιδερικό εργαλείο.  Στα λίγα τετραγωνικά που είχαν στη διάθεσή τους, έβλεπες στοιβαγμένα λογής-λογής εργαλεία.  Άλλα έτοιμα και άλλα «τραυματισμένα» που περίμεναν τη σειρά τους για να επισκευαστούν.  Όλα σιδερένια. Αλέτρια μονά και διπλά, Κασμάδες, Αξίνες και Δρεπάνια, Κόσες, Ψαλίδια, Κλαδευτήρια, Φαλτσέτες και ότι άλλο εργαλείο χρησιμοποιούσαν οι αγρότες στις δουλειές τους.

Τα μικρά αυτά «εργοστάσια» ήταν όλο το χρόνο ανοιχτά, από την αυγή μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, πολλές φορές.  Οι δύο σιδηρουργοί καλοκάγαθοι άνθρωποι, μειλίχιοι και λιγομίλητοι. Δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν κανέναν, δεν «ψευτολογούσαν» στη δουλειά τους, δεν εκμεταλλευότανε. Παιδιά των Βαλκανικών πολέμων κι αυτοί, ήξεραν από φτώχεια και από κόπο.

Kάθε χρόνο οι γεωργοί, προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, πήγαιναν «το ενί» σ’ έναν από τους δύο να τ’ ατσαλώσει και να το παραξύσει, για να πιάνει καλά στην αυλακιά.

Στην περίπτωση αυτή τ’ ατσάλωμα είχε διαφορετική έννοια. O σιδηρουργός δεν ακολουθούσε την τακτική αυτή που το πρωτοέφτιαχνε, αλλά για να το δυναμώσει πυρώνοντας στο καμίνι πρόσθετε κομμάτι σίδερο, πυρωμένο και αυτό, και χτυπώντας τα και τα δύο επάνω στ’ αμόνι με τη βαριά αυτά κολλούσαν. Aπό εκεί βγήκε και η παροιμία «στη βράση κολλάει το σίδερο». Mετά τ’ ατσάλωμα αυτό, το «παράξυνε» έκανε δηλ. την μπροστινή του άκρη πολλή μυτερή για να σκίζει εύκολα τη γη. T’ ατσάλωμα και το παράξυσμα του υνιού δεν γινόταν μόνο προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, αλλά και κατά τη διάρκεια των ανωτέρω εργασιών, όταν τα χωράφια ήταν ακαλλιέργητα και οι πέτρες και τα λιθάρια κατέτρωγαν την άκρη του υνιού και δυσκολευόταν ν’ ανοίξει την αυλακιά.  Τότε ο γεωργός, διακόπτοντας το όργωμα, το πήγαινε στο γνωστό του μάστορα για να διορθώσει τη βλάβη ατσαλώνοντας και παραξύνοντάς το.

Απαραίτητα εργαλεία σε ένα σιδηρουργείο ήταν ο κλίβανος, ο άκμων, ο φυσητήρας, οι χοάνες (για τη χύτευση του μετάλλου) και τα σφυριά.

Γενικά η εργασία των σιδηρουργών θεωρούνταν επικίνδυνη και ανθυγιεινή, αφού υπήρχε πάντα κίνδυνος πυρκαγιάς, λόγω των μεγάλων θερμοκρασιών που αναπτύσσονταν.

Για να φτιάξουν τα σχέδια τις περισσότερες φορές αυτοσχεδίαζαν και χρησιμοποιούσα καλούπια. Όσο πιο περίπλοκο και δύσκολο ήταν το σχέδιο που έπρεπε να φτιάξουν, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η αμοιβή τους. Το επάγγελμα βρισκόταν σε πλήρη άνθηση τη δεκαετία του ‘50.  Ήταν δουλειά επίπονη και απαιτούσε γερά «μπράτσα».  Αφού θερμαινόταν στο καμίνι με τη βοήθεια σφυριών άρχιζε η σφυρηλάτησή του σιδήρου  Έτσι έπαιρνε την επιθυμητή μορφή.

Οι σφυρηλατημένες αυτές σιδεριές είχανε ενώσεις με περτσίνια ή με μικρά κολάρα.  Με την είσοδο της ηλεκτροκόλλησης δόθηκε η χαριστική βολή στα παλαιά διακοσμητικά μοτίβα, όπου κυριαρχούσαν οι λυγερές καμπύλες.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν μπορούμε να  βρούμε τον μπάρμπα-Θανάση και τον μπάρμπα-Σταμάτη και να τους ζητήσουμε να μοιραστούν μαζί μας τις αναμνήσεις τους από τα χρόνια εκείνα της δουλειάς  τους, καθώς  και οι δύο εγκατέλειψαν τον μάταιο τούτο κόσμο. 
Γούγος Σταμάτης - Μπεκιάρης Σταμάτης


Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΤΣΑΓΚΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ

Η πολεοδομική δομή της Ξυλόπολης αντικατοπτρίζει την οικιστική προέλευση και την κοινωνική διαφοροποίηση των κατοίκων. Οι κατοικίες ήταν συνήθως διώροφες ή μονώροφες και λιθόκτιστες,  είχαν μικρές αυλές, ενώ οι βασικοί δρόμοι του οικισμού, τα καλντερίμια, οδηγούσαν στην κεντρική πλατεία.

Συνεχίζοντας την «ιχνηλάτηση» της πανέμορφης αυτής περιοχής, προτού πάρουμε το κεντρικό καλτνερίμι που μας οδηγεί στον Άη Γιώργη από την κορυφή της πλατείας, ήμασταν αντιμέτωποι με τα δύο τσαγκαράδικα του μπάρμπα-Μανόλη Δανιηλίδη και του μπάρμπα-Κώστα Βαρσάνη.

Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έβαλε στο περιθώριο την παραδοσιακή τέχνη τους. Σήμερα το επάγγελμα του τσαγκάρη έχει αντικατασταθεί  από σύγχρονες μηχανές.

Μέχρι τις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα οι Ξυλοπολίτες φορούσαν μόνο τσαρούχια, παπούτσια δεν υπήρχαν. Ο καθένας  τα δέρματα των  ζώων που έσφαζε δεν τα  πουλούσε. Κυρίως  τα τομάρια από τα χοιρινά  και τα μοσχάρια, που είναι πιο γερά, τα βάζανε μέσα σε αλάτι και ξεραίνονταν. Έπειτα τα βάζανε  στα αχούρια  τους, πάνω σε δοκάρια τεντωμένα και, όταν θέλανε να κάνουν τσαρούχια, έκοβαν ένα μέρος. Το  μούσκευαν και με πολύ μεράκι το τρυπούσαν με  ειδικά σουβλιά (σακοράφες).  Απ’ το ίδιο δέρμα έκοβαν και ψιλές  λουρίδες, σαν κορδόνια  για το ράψιμο των τσαρουχιών. Μερικοί, για να φαίνονται πιο όμορφα, τα στόλιζαν με μια φούντα.

Τα τσαρούχια, που ήταν σκληρά και ανθεκτικά, τα φορούσαν κατά τις επίσημες ημέρες, ενώ στις καθημερινές τους ασχολίες φορούσαν τις γαλότσες.

Στη συνέχεια επικράτησαν τα παπούτσια, τα οποία κατασκευάζονταν από τους ίδιους τεχνίτες. Αναπτύχθηκαν λοιπόν τα δύο τσαγκαράδικα που έφτιαχναν παπούτσια. Οι κατασκευαστές των παπουτσιών αυτών ονομάζονταν τσαγκάρηδες.

Ο μπάρμπα-Μήτσος  είχε το τσαγκαράδικο στην άκρη της πλατείας, κοντά στο μπακάλικο του μπάρμπα-Γιάννη, ενώ ο μπάρμπα-Μανώλης απέναντι, πάνω στο δρόμο προς την εκκλησία. Μεταξύ τους μεσολαβούσε το μεγάλο πηγάδι και η καρυδιά, τα οποία κατάπιε η παιδική χαρά.   Σφυριά, φαλτσέτες και ροδέλες ξεφούμερναν γύρω-γύρω τη σόλα. Βαφές, καμινέτα, κεριά, καλαπόδια που πάνω σε αυτά γινόταν το παπούτσι. «Βγάζανε το σχέδιο σε χαρτί, σύμφωνα με τα σχέδια του καλαποδιού, κάνανε τη στάμπα, κόβανε το δέρμα, το ράβανε στη μηχανή κι αφού κάνανε το φόντι, αρχίζανε τη δουλειά του πάγκου. Το παπούτσι γινόταν με τα πετσιά και τα καλαπόδια. Δέρματα αδιάβροχα απέξω και κατσικίσια για τις φόδρες. Είχανε ειδικές τανάλιες, άλλες για το μοντάρισμα, άλλες για το πόντισμα, άλλες για τα πλάγια. Την κόλλα που κολλάγανε το φόντι τη φτιάχνανε από αλεύρι. Ως τότε τα παπούτσια ήταν ραφτά. Το πρώτο ράψιμο γινόταν στο βάρδουλο. Για να ραφτεί ένα παπούτσι στο πρώτο ράψιμο ήθελε πάνω από μισή ώρα το καθένα.  Ένα ζευγάρι ήθελε 4 ώρες για το ράψιμο. Ο καλός μάστορας έφτιαχνε ένα ζευγάρι παπούτσια την ημέρα».


Στα μικρά μαγαζάκια είχαν δείγματα της δουλειάς τους που τα επιδείκνυαν με καμάρι.  Ξεδίπλωναν τα μαλακά δέρματα που χρησιμοποιούσαν, μιλούσαν για τις χρωματικές επιλογές, μαύρο, καφέ, καφέ σκούρο.
Η συνεισφορά του επαγγέλματος του τσαγκάρη ήταν σημαντική, αν ληφθούν υπόψιν τα δεδομένα της εποχής, η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα των αγροτών, που άφηνε μόνο το περιθώριο επιδιόρθωσης των φθαρμένων τσαρουχιών, απαραίτητων για τη διεξαγωγή γεωργικών εργασιών.

Ο παραδοσιακός τσαγκάρης ανάλωνε τον περισσότερο χρόνο του στην επιδιόρθωσή των τσαρουχιών, εφόσον οι κάτοικοι του χωριού τα χρησιμοποιούσαν καθημερινά, στις αγροτικές τους δραστηριότητες. Επιπλέον, οι κάτοικοι της Ξυλόπολης μεριμνούσαν για την καλή κατάσταση των παπουτσιών τους και γενικά των υποδημάτων τους, κυρίως την περίοδο των εορτών, όπως το Πάσχα. Κυρίως τα παπούτσια έπρεπε να είναι περιποιημένα, γιατί αποτελούσαν μέρος της παραδοσιακής τους ενδυμασίας.

Ο τσαγκάρης αναλάμβανε εκτός από την επιδιόρθωση, το βάψιμο και το γυάλισμα, αλλά και την κατασκευή υποδημάτων.

Οι Ξυλοπολίτες ήταν πάντα άνθρωποι συνεσταλμένοι και επιφυλακτικοί στις εκδηλώσεις των εθίμων τους.  Τόσο που σιγά-σιγά τα περισσότερα ήθη και έθιμά τους αργοέσβησαν.  Η γκάϊντα, ο ζουρνάς, το νταούλι, οι χοροί, τα τραγούδια, τα γλέντια τις γιορτές στην πλατεία έσβησαν και μαζί τους και τα επαγγέλματα που άνθιζαν για αιώνες.
Τα εργαλεία του τσαγκάρη.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΣΑΜΑΡΟΠΟΙΟΙ (ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΙ) ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ



Η περιπλάνηση στην παλιά Ξυλόπολη δεν είναι μόνο μια παράθεση γεγονότων και καταστάσεων, αλλά και μια γνωριμία με τους ανθρώπους, τα επαγγέλματά τους, τη δουλειά, το μόχθο, τη διασκέδαση και τις άλλες ασχολίες τους.  Μια παρουσίαση της συμπεριφοράς και των χαρακτήρων των ανθρώπων της εποχής, των μέσων επικοινωνίας και συγκοινωνίας, των πανηγύρεων και όλων εκείνων που συνέθεταν ένα κόσμο διαφορετικό από το σημερινό, τόσο όμως αυθεντικό και αληθινό. Χρόνια νοσταλγικά, αλλά και οικονομικά δύσκολα, και για τους αγρότες τυραννικά φορτωμένα από το μόχθο της δουλειάς, τον ιδρώτα, την αγωνία για το αύριο. Και όχι από εισηγήσεις παλαιοτέρων, αλλά σκαλίζοντας τη μνήμη μου, μεταφέρω στο χαρτί τις δικές μου προσωπικές εμπειρίες, με τη γνώση ότι κάτι δεν είπα, κάτι παρέλειψα.

Θα σας μεταφέρω νοερά σε μια άλλη εποχή, πριν από 40 - 50 περίπου χρόνια. Τότε που με τα μάτια και το μυαλό νεαρού μαθητή αποτύπωσα γεγονότα και καταστάσεις, τόσο διαφορετικές από σήμερα. Με τη νοσταλγία του χθες ας περιπλανηθούμε για λίγο μαζί στην παλιά Ξυλόπολη, μεταφέροντας εδώ όσα θυμάμαι από επαγγέλματα, ανθρώπινους χαρακτήρες και όμορφες εικόνες, σαν ανάμνηση μιας εποχής που είχε πολλά και διαφορετικά, έτσι όπως αυτή μας τα παρέδωσε.

Η Ξυλόπολη είχε το προνόμιο να έχει στους  κόλπους  της  τε­χνίτες και επαγγελματίες κάθε ειδικότητας.  Είχε τέτοιο αξιόλογο και πολυποίκιλο δυ­ναμικό, που κανένα από τα γύρω της χωριά δεν διέθετε. Θα προσπαθήσω να   δώσω   μια   αμυδρή   εικόνα   των όσων πιο πάνω ισχυρίζομαι.  Και τού­το για να δώσω την ευκαιρία στους νέους μας να καταλάβουν, όσο αυτό επιτρέπει η σύγχρονη τεχνολογία, τι πρόσφεραν   οι   παππούδες   μας.   Τι ήταν εκείνο που διαφοροποιούσε το χωριό μας από όλα τα γύρω χωριά.

Ο τόπος φτωχός.          Όμως παρά τα δυσμενή αυτά στοιχεία η Ξυλόπολη έσφυζε από κίνηση και ζωή.  Ήταν εν πάση περιπτώσει σε ασύγκριτα καλύτερη κατάσταση από όλα τα γύρω χωριά.  Αυτό το χρωστούσε στα παιδιά της, στους υπέρο­χους τεχνίτες, στους ευ­συνείδητους επαγγελμα­τίες και εργάτες που διέθετε.    

Ας σημειώσουμε τέλος ότι πολλά από τα επαγγέλματα που αναφέρο­νται, σήμερα δεν υπάρχουν.  Τα κα­τάπιε η πρόοδος της τεχνολογίας.

Καιρός όμως είναι ν' αρχίσουμε την καταγραφή των τεχνιτών και των επαγγελματιών εκείνης της φτωχής μεν, αλλά ωραίας εποχής.

Θυμάμαι τους σαμαράδες (σαγματοποιούς).  Μεγάλη  υπηρεσία  πρόσφεραν  στο   χωριό   μας   ο μπάρμπα-Νίκος αλλά και ο μπάρμπα-Κώστας (Ντίνας).   Και οι δυο τους ήταν δεξιοτέχνες, καλλιτέχνες στη δουλειά τους και διακρίνονταν για την καλο­σύνη  και την ανθρωπιά τους. 

Την τέχνη κληρονόμησαν ο μπάρμπα Νίκος από τον Νώττα Αναστάσιο (μπάρμπα Τάσο), ενώ ο μπάρμπα Κώστας μαθήτευσε δίπλα στον Ιωσήφ Τοπάλη, που είχε το σαμαράδικο στην πλατεία.

Η πελατεία τους απλωνόταν σ’ όλα τα γύρω χωριά, Βερτίσκο, Νικόπολη, Ράβνα, Θεοδόσια κ.α.  Ήταν τόσο καλοί στη δουλειά τους, ώστε η πελατεία τους ημέρα με την ημέρα γινόταν μεγαλύτερη.     
Ερείπια απο το σαμαράδικο του Ντίνα.
Όταν κατέφθαναν οι πελάτες των γύρω χωριών, πάρκαραν τα γαϊδουράκια έξω από τα σαμαράδικα και περίμεναν τη σειρά τους. Τα δύο σαμαράδικα βρισκόταν, του μπάρμπα-Νίκου στην κατηφόρα του Άη Γιώργη και του μπάρμπα-Ντίνα στον δρόμο για τον Τούρκικο μαχαλά.   Τα σαμαράδικα ήταν μικρά μαγαζιά που βρίσκονταν κοντά στα χάνια, για να εξυπηρετούνται οι ταξιδιώτες.  Εφάπτονταν του δρόμου και ήταν υπερυψωμένα γύρω στο 1,50 μέτρο.  Είχαν από την πλευρά του δρόμου μεγάλο ορθογώνιο παράθυρο και έτσι δημιουργούνταν η αίσθηση ότι οι πελάτες, ενώ κάθονται έξω, βρίσκονται μέσα σ’ αυτό.  Το δάπεδό τους ήταν ξύλινο, επειδή ο μάστορας δούλευε καθισμένος στο δάπεδο.

Εδώ γινόταν η κατασκευή και η επισκευή των σαμαριών. Το μέγεθος και το σχήμα τους εξαρτιόταν από το ζώο για το οποίο προοριζόταν. Ο νοικοκύρης ερχόταν την προηγούμενη με το ζώο του στο σαμαρά, ώστε ο σαμαράς να πάρει μέτρα στην πλάτη του συγκεκριμένου ζώου.

Ο σαμαράς δούλευε πάντοτε καθισμένος στο πάτωμα. Για εργαλεία χρησιμοποιούσε ξυλοφάγο, χειροκίνητο τρυπάνι, κόπανο (ξύλινο σφυρί), σκεπάρνι, τανάλια, λίμα, χοντρή βελόνα, σακοράφα και μια λεπτή βέργα (σαμαροπήχης), με την οποία έπαιρνε τα μέτρα του ζώου.

Η τοποθέτηση του σαμαριού πάνω στη ράχη του ζώου απαιτούσε προσοχή και επιδεξιότητα. Αφού το προσάρμοζαν καλά, το έδεναν στο πλάι και στην ουρά, ανάμεσα από τα σκέλια, με δερμάτινα λουριά και το έσφιγγαν μέχρι να στερεωθεί τέλεια.

Η κατασκευή του σάγματος περνούσε από έξι φάσεις και ολοκληρωνόταν σε τέσσερις μέρες περίπου.

Κατά την πρώτη φάση ο τεχνίτης έπαιρνε τα μέτρα του ζώου για το οποίο θα κατασκεύαζε το σαμάρι, το οποίο έπρεπε να είναι τέσσερα δάχτυλα μεγαλύτερο από τα πλευρά του ζώου («να έχει τέσσερα δάχτυλα αέρα») για να μην ενοχλεί το ζώο.

Στη συνέχεια έκοβε τα ξύλα στο απαραίτητο σχήμα για τη δημιουργία του σκελετού του σαμαριού (το ξύλινο μέρος). Στην τρίτη φάση γινόταν η συναρμολόγηση των ξύλων του σαμαριού: πρώτα στερεώνονταν τα κεντέκια - βάσεις που συνέδεαν το μπροστινό («νόμο») και το πίσω μέρος του σκελετού, στη συνέχεια τα «σκαρβέλια» ή «πλανέτες» που σταθεροποιούσαν και ενίσχυαν τη σύνδεση του «νόμου» με το πίσω μέρος του σκελετού. Οι πλανέτες προεξείχανε από το «νόμο» (στην πρόσθια όψη) και είχαν μια εγκοπή, όπου έδεναν τα φορτία, ενώ αντίστοιχη εγκοπή υπήρχε και στο πίσω μέρος του σαμαριού.
Τα εργαλεία του σαμαρά.
      Στην τέταρτη φάση έραβαν τον κετσέ (ύφασμα από κατσικότριχα που κάλυπτε εξωτερικά το σαμάρι) με το δέρμα, το στερέωναν στο σκελετό και το γέμιζαν με άχυρο (περισσότερο στην μπροστινή και πίσω πλευρά όπου έπεφτε το φορτίο και ελάχιστα στη μέση, για να μη βαραίνει στη ραχοκοκαλιά του ζώου). Στην πέμπτη φάση διακοσμούσαν το «νόμο» και το πίσω μέρος του σαμαριού με ξυλόγλυπτα σχέδια και τοποθετούσαν διάφορες χάντρες, καρφιά κ.α. και τέλος το έβαφαν.

Το επάγγελμα του σαμαρά, οικογενειακό κυρίως εκείνα τα χρόνια, θεωρούνταν από τα πιο προσοδοφόρα. Σήμερα, όχι μόνο δεν υπάρχουν σαμαράδες αλλά και τα μαγαζάκια γκρεμίστηκαν.   

Ο τεχνίτης έφτιαχνε και επιδιόρθωνε σαμάρια, καθώς και όμορφες διακοσμητικές κατασκευές. Τόσο η κατασκευή όσο και οι επιδιορθώσεις ήταν τέχνη δύσκολη. Το σαμάρι είναι όπως ένα ρούχο και πρέπει να εφαρμόζει τέλεια πάνω στο ζώο. Ένα καλό σαμάρι μπορεί να κρατήσει και πάνω από 15 χρόνια. Τα ζώα για να σαμαρωθούν πρέπει να έχουν κλείσει τα τρία χρόνια. Έως αυτή την περίοδο και όσο είναι πουλάρια ακολουθούν τα μεγαλύτερα ζώα όπου εργάζονται, έτσι ώστε να είναι έτοιμα για δουλειά, όταν μεγαλώσουν. Για να συνηθίσουν τα ζώα το σαμάρι, τους βάζουν στην αρχή πανιά ή κουβέρτες στη πλάτη , τα οποία τα δένουν με τριχιά κάτω από την κοιλιά. Οι παραγγελίες ποικίλουν και είναι θέμα συμφωνίας. Ο σαμαράς δεχόταν την παραγγελία στο μαγαζί,  έκλεινε την συμφωνία και έπαιρνε τα μέτρα.  Πολλές ήταν οι περιπτώσεις που ψόφαγε κάποιο ζώο, ενώ είχε δοθεί η παραγγελία και ο πελάτης δεν πήγαινε να το πάρει. Στην περίπτωση αυτή ο σαμαράς δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει αλλού, μιας και τα μέτρα για το κάθε ζώο ήταν διαφορετικά.

Στην Ξυλόπολη (Λιγκοβάνη) που οι χωρικοί χάρηκαν, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, στιγμιαίες μόνο υποψίες ελευθερίας, ήταν όμως τίμιοι, ευγενικοί, φιλόπονοι, θαρραλέοι, πνευματώδεις και καλλιεργημένοι.  Δεν συναντούσες σε τούτο τον τόπο μίγμα περηφάνιας και ποταπότητας

Αυτή η Ξυλόπολη, αν προσπαθήσουμε να την περιγράψουμε ακριβώς, θα μας προσφέρει ζωηρές συγκινήσεις κατά τη διάρκεια της διαδρομής μας.
Σαμάρια