Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

ΕΚΛΙΠΑΡΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΟΙΚΤΟ


Κανένας δεν έλειπε απ’ την εκκλησία εκείνο το Ψυχοσάββατο.  Η ιδέα της υποχρέωσης των ζωντανών στη μνήμη των πεθαμένων, κυρίαρχη στη συνείδηση των χωρικών κάθε Ψυχοσάββατο, τους είχε φέρει όλους εκείνο το βράδυ στη μονάκριβη εκκλησία τους.

Κόντευε ν’ απλωθεί το σκοτάδι, τελευταίος βγήκε από την εκκλησία ο μπάρμπα Λάζαρος, έσβησε τους πολυελαίους, τις καντήλες και τα κεριά κι αφού έφερε μια βόλτα στο εσωτερικό και βεβαιώθηκε πως όλα ήταν σε τάξη κλείδωσε τη βαριά ξύλινη πόρτα της εκκλησίας με το χοντρό κλειδί.

Χρόνια τώρα ο μπάρμπα Λάζαρος υπηρετούσε με πίστη και αφοσίωση τον οίκο του Θεού.  Κανένας δεν είχε υπηρετήσει την εκκλησία τόσο πρόθυμα όσο αυτός.  Πριν σημάνει ο εσπερινός νάτος και ξεπρόβαλε απ’ το στενοσόκακο σκυφτός – σκυφτός.  Το πρωί στη λειτουργία πάλι τα ίδια.   Γι’ αυτό λοιπόν με το δίκιο του είχε πάρει τον τίτλο του αγιότερου του χωριού.   Ήταν κι οι ελεημοσύνες πού’ δινε κι οι βοήθειες που μοίραζε.  Θα πεις δεν τα έδινε απ’ την τσέπη του.  Αδιάφορο.  Τα λόγια του Δαυίδ, που χρόνια τώρα τα άκουγε απ’ το στόμα του Παπανικόλα «δίκαιος ανήρ ο ελεών όλην την ημέραν» τα είχε χαράξει βαθειά στο νου του και δεν άφηνε ευκαιρία που να μην τα πραγματοποιεί.

Μα εκείνο το Ψυχοσάββατο  δεν ήταν στα καλά του.  Ένας χρόνος ολάκερος είχε περάσει χωρίς να εκπληρώσει τα λόγια του Δαυίδ και το ταμείο της εκκλησίας ήταν παραφουσκωμένο και πήγαινε να σκάσει από το κακό του.

Κι ενώ οι χωρικοί ελαφρά τη καρδία καταβρόχθιζαν τα κόλλυβα, τέτοιου είδους διαλογισμοί απασχολούσαν τον μπάρμπα Λάζαρο.  Μα κάτι τον έκανε να κόψει απότομα τους συλλογισμούς του.  Μη δεν άκουγε καλά;  Και πλησίασε.  Μια παρέα χωρικών στεκόταν στο χαγιάτι δεξιά της κύριας εισόδου του Αη Γιώργη και άκουγαν δύο μικρά που προσπαθούσαν να εξηγήσουν την παρουσία τους στη Λιγκοβάνη.  Το Άγιο Πνεύμα να κατέβαινε εκείνη τη στιγμή δε θα τούδινε φωτεινότερη ιδέα.  Κι αμέσως του ήρθαν στο νου τα λόγια του προφητάνακτα: «Δίκαιος ανήρ ο ελεών όλην την ημέραν».

Μέσα στο φτωχικό του μπάρμπα Λάζαρου φωτιζόμενο από μια γκαζόλαμπα κρεμασμένη μπροστά σε μια εικόνα αφηγήθηκαν ο Φωτής και η Άμια τη μέχρι τώρα πορεία τους ώσπου να τους επιβληθούν η ταλαιπωρία και η κούραση.

Τα δύο προσφυγόπουλα όμως στέριωσαν στο φτωχικό αυτό,  αφού ο μπάρμπα Λάζαρος στερούνταν της χαράς των παιδιών.

Ο Φωτής τραβούσε από το χεράκι την Άμια τη μικρή αδελφούλα του.  Ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι.  Οι μεγάλες νιφάδες του χιονιού πέφτανε και ασπρίζανε την εξοχή και σαν μεγάλες μαύρες κηλίδες τα κοράκια έκραζαν και στεφάνωναν τις αποφυλλισμένες κορυφές των δένδρων.

Ήταν ένα ψυχρό και θλιβερό απόγευμα.

- Αχ, πονώ: Φώναξε ξαφνικά ο Φωτής.

- Η καρδιά μου ματώνει από τον πόνο, γόγγυξε η Άμια.

Έδρα του πόνου και των δύο ήταν τα πόδια.

Ο Φωτής φορούσε παπούτσια γυναικεία, πολύ μεγαλύτερα των ποδιών του, παλιά, σκισμένα, στραβοπατημένα, ελεεινά.  Η Άμια παλιές μεγάλες ξύλινες αρβύλες από δέρμα απολιθωμένες πλέον, τόσο παλιές, που ο προηγούμενος ιδιοκτήτης τους  κάποιος βοσκός τις πέταξε στο δρόμο και αυτή τις βρήκε αδέσποτες και τις φόρεσε.

Τα κάτισχνα αναιμικά πόδια του ατροφικού επταετούς κοριτσιού έβγαιναν σε κάθε βήμα από τα υπερμεγέθη εκείνα πλοία της χιονοσκεπούς ερήμου με τα οποία ταξίδευε.  Απεναντίας τα πόδια του οκταετούς αγοριού δεν χωρούσαν εξολοκλήρου στα παραμορφωμένα και σκληρά σαν σίδερο εκείνα παπούτσια.  Φρόντισαν να τα ανταλλάξουν τα δύο απόκληρα αδέλφια, αλλά ο βηματισμός τους έγινε βραδύτερος και οδυνηρότερος από πριν.

  • Πονώ Άμια!
  • Η καρδιά μου ματώνει, Φωτή!
  • Ας σταθούμε! Ας μείνουμε εδώ απόψε.
  • Ναι, ας μείνουμε εδώ.
    Μπροστά τους έστεκε ένας εγκαταλειμμένος στάβλος σε ερειπωμένη κατάσταση, η αχυρένια στέγη του οποίου μισογκρεμισμένη αντιστέκονταν στους γόους των χειμερινών θυελλών.
    Μπήκαν μέσα, σε μια γωνία υπήρχε όγκος παλαιού άχυρου, εκεί έπεσαν συσπειρωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον.  Σε λίγο διαχύθηκε η νύκτα στη σκυθρωπή φύση.
  • Είναι πολύ μακριά ακόμα η γιαγιά Φωτή;  Ρώτησε η Άμια.
  • Βέβαια. Αύριο και μάλιστα κατά το βραδάκι θα φτάσουμε.
    Η μικρή έκρυψε το προσωπάκι στα παγωμένα χεράκια της και άρχισε να κλαίει. Αλλά απότομα διέκοψε τους λυγμούς
    .- Πότε θα έρθει η μαμά Φωτή;
    Ο Φωτής κούνησε το κεφάλι του με σκεπτικισμό μεγάλου ανθρώπου.
    - Καημένη  και συ!  Είπε, η μαμά δεν θα έρθει ποτέ πλέον, τελείωσε!.... η μαμά πέθανε!  Ξέρεις τι θα πει;
    Για λίγο η μικρή σταμάτησε το κλάμα.  Έμεινε αναλογιζόμενη το άγνωστο και προσήλωσε το απλανές βλέμμα στο σκοτάδι.
    Τέλος τους αποπήρε ο ύπνος ο μόνος παρήγορος των απόκληρων, δεν βράδυνε να βαρύνει τα βλέφαρα των δύο άθλιων παιδιών.
    Ο πατέρας τους εργάτης που στρατολογήθηκε από την Τουρκική κυβέρνηση στα εργατικά  τάγματα πριν από δύο χρόνια, δεν είχε δώσει σημεία ζωής.  Η μητέρα τους υπέκυψε στις κακουχίες και την πείνα και πέθανε πριν από έξι μέρες, ενώ προηγήθηκε αυτής το τρίχρονο βρέφος της.  Τώρα τα δύο παιδιά  πήγαιναν στο Γκιουμέτς όπου έμενε η γιαγιά τους, η οποία δεν τα περίμενε και η οποία αγνοούσε τον θάνατο της κόρης της και μητέρας τους.
    Δυνατός αέρας σηκώθηκε. Ο χιονοστρόβιλος μαίνονταν. Τουλίπες χιονιού έμπαιναν στον στάβλο και στροβιλίζονταν κατά γης.
    Τα μεσάνυκτα ακούστηκε η καμπάνα του Γενιτσαροχωρίου σημαίνοντας την ακολουθία των Χριστουγέννων.
    Η Άμια ξύπνησε.
    - Σήκω Φωτή, σήκω!  Η καμπάνα σημαίνει!  Σήκω και είδα στον ύπνο μου πως έρχεται ο Χριστός.
    Ο Φωτής κοιμόνταν βαθειά.
    - Φωτή, σήκω, σου λέω – και τον ταρακούνησε δυνατά  - Σήκω ο Χριστός θα έρθει τώρα.
    - Ωχ, σώπασε ανόητη!  Φώναξε αγουροξυπνημένος ο Φωτής.  Άφησέ με να κοιμηθώ, κοιμήσου και συ.
    - Θα έρθει ο Χριστός σου λέω τον είδα στον ύπνο μου.  Ξέρεις;  Τον είδα μεγάλο άντρα.  Όχι παιδί, όπως είναι στην αγκαλιά της Παναγίτσας.
    - Κοιμήσου σου λέω τρελή!  Ο Χριστός δεν έρχεται εδώ μέσα…
    - Γιατί;  Δεν μας είπε η Μαμά πως ο Χριστός γεννήθηκε στην φάτνη;
     Ο Φωτής στράφηκε προς τον τοίχο και δεν άργησε να κοιμηθεί.  Αλλά η Άμια δεν έκλεισε πλέον μάτι.  Επιμόνως περίμενε να δει τον Ιησού Χριστό να επισκέπτεται αυτή την φάτνη όπως τον είχε ονειρευτεί.
    Η ατέλειωτη χειμερινή νύκτα προχωρούσε αλλά η μικρή δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόση ώρα πέρασε.
    Στο πυκνό σκοτάδι οι πετεινοί του Γκιουρέτς ακουστήκαν.
    Ξαφνικά η Άμια βλέπει μία σκιά με σχήμα ανδρός λίγο κυρτού με ραβδί στο χέρι να μπαίνει στο στάβλο.
  • Ά!  Αυτός είναι λοιπόν ο Χριστός!  Πως;  Έτσι σκοτεινά και μόνος χωρίς αναμμένες λαμπάδες χωρίς οι άγγελοι να τον ακολουθούν με ψαλμωδίες;
  • Περίεργο!  Αν δεν έβλεπε το όνειρο δεν θα πίστευε ποτέ ότι αυτός ήταν ο Χριστός.   Ο ζοφερός Χριστός με βήμα αργό πηγαινοέρχονταν στο στάβλο ζητώντας στο σκοτάδι μέρος για να αναπαυθεί.
  • Η Άμια φοβισμένη δεν τόλμησε να διακόψει την σιγή και έσπρωξε μόνο τον αδελφό της τόσο δυνατά, ώστε ο μικρός ξύπνησε αμέσως.
    Έτριβε τα μάτια του χωρίς να αντιληφθεί τι συνέβαινε όταν ξαφνικά ο άγνωστος επισκέπτης έβγαλε από το ζωνάρι την τσιγαροθήκη του, άναψε το φυτίλι του τσακμακιού προκειμένου να προβεί στην αναγνώριση του εδάφους.  Το φυτίλι έσβησε γρήγορα αλλά ο άνδρας πρόφτασε να διακρίνει τους ίσκιους των δύο παιδιών που ήταν στριμωγμένα στο αυτοσχέδιο στρώμα.   Άναψε δεύτερη και τρίτη φορά το φυτίλι και έκπληκτος αναγνώρισε τα δύο παιδιά του και εκείνα τον από δύο ετών απόντα πατέρα τους.
    Η έκπληξη και η  χαρά της πρώτης στιγμής ήταν απερίγραπτη.
    Δεν διαψεύσθηκε λοιπόν το όνειρο της μικρής!  Περιείχε παράδοξη αλλά ζωντανή αλληγορία.  Αμέσως τα πάντα πάγωσε η ψυχρή λογική.
    Τι ζητούσαν λοιπόν τα παιδιά του εκεί στον έρημο εκείνο τόπο, μόνα, τέτοια ώρα, σε τέτοια κατάσταση;
    Οι ερωτήσεις συνωθούνταν  στα χείλη του πατέρα τους.
  • Τι ζητάτε παιδιά μου  εδώ αυτή την ώρα;  Πηγαίνατε κάπου και χάσατε τον δρόμο;  Και η μαμά σας;  Πως σας άφησε να βγείτε μόνα σας;
    Μετά από σύντομη και πένθιμη σιγή ο Φωτής πήρε το λόγο.  Η μαμά …. πέθανε….. κι εμείς τώρα πηγαίναμε στην γιαγιά στο Γκιουρέτς αλλά νυχτωθήκαμε στο δρόμο…. πονούσαν πολύ και τα πόδια μας.  Χωρίς δάκρυα και υπό το κράτος της μεγάλης οδύνης ο δυστυχής κατόρθωσε να ρωτήσει;
  • Και πως πέθανε η μαμά;
  • …. Από την πείνα… Παίρναμε μόνο το ψωμί του Μπούτσικα… πολύ λίγο!  Τις περισσότερες φορές η μαμά δεν έτρωγε και μας έδινε το μερίδιό της …. γιατί τα δύο μικρά πεινούσαν κι έκλαιγαν… το μικρό ήταν άρρωστο πέντε - έξι μήνες τώρα …και η μαμά δεν μπορούσε να πάει στην πλύση.  Πήγαινε στις πλύσεις γιατί δεν εύρισκε καμιά άλλη δουλειά να κάνει.  Από όταν αρρώστησε όμως το μικρό δεν μπορούσε άλλο πια να πάει στην πλύση και πεινούσαμε.  Έπειτα το μικρό πέθανε είναι τώρα λίγες μέρες.  Τελευταία, ένα βράδυ πήγε η μαμά να πάρει το ψωμί του Μπούτσικα, επειδή όμως της έλειπε μια εικοσάρα, ο γερό Μπούτσικας τον ξέρεις ένας χοντρός με κατακόκκινο μα ψαρό μουστάκι την έβρισε και την έδιωξε χωρίς να της δώσει το ψωμί μας.  Επέστρεψε η μαμά κλαμένη, έκλεγε και η Άμια…. έκλαψα κι εγώ μπαμπά εκείνο το βράδυ….. κρυώναμε πολύ…. τη σόμπα την ανάβαμε σπάνια αφού ξύλα δεν είχαμε.  Κοιμηθήκαμε νηστικοί… Το πρωί η μαμά δεν ξύπνησε.  Την φωνάζαμε, κλαίγαμε, δεν μας άκουγε πια.   Οι γειτόνισσες μας άκουσαν, ήρθαν και φρόντισαν να σηκωθεί το λείψανο.  Εμείς δεν ξέραμε τι να κάνουμε… Εκείνο το βράδυ μας έδωσε και φάγαμε η κοκόνα η Αννούλα.  Αλλά από εκείνο το βράδυ δεν ξαναφάγαμε, δύο ημέρες τώρα.  Και σκεφτήκαμε να πάμε στη γιαγιά.
    Η θανάσιμη οδύνη του δυστυχή πατέρα εκδηλώθηκε με ένα μόνο στεναγμό και στην απόγνωσή του ψιθύρισε το όνομα της γυναίκας του: 
    - Μαρία ….. Μαρία!...
    Έκανε το σημείο του σταυρού.  Ήταν το μόνο μνημόσυνο στην μνήμη της!...
    Μήπως δεν ήταν κι αυτός μάρτυρας;  Κέρδιζε άνετα το ψωμί των παιδιών του πριν τον πόλεμο, στρατολογήθηκε όμως βίαια και ήταν αναγκασμένος να μεταφέρει μεγάλους όγκους πετρών χάριν των σιδηροδρομικών γραμμών της Ανατολής και πάντα υπό την μάστιγα αδίστακτων τζαντερμάδων.  Νηστικός, γυμνός, γεμάτος ψείρες, πίνοντας ακάθαρτο νερό, τρώγοντας πολλές φορές μόνο χόρτα, προσβλήθηκε πριν ένα χρόνο από δυσεντερία.  Και πάλι μάταια παρακαλούσε να του χορηγήσουν άδεια να έρθει κοντά στην οικογένειά του.
    Το κατόρθωσε επί τέλους, αλλά ήταν ήδη αργά, ήταν πλέον πτώμα άταφο.  Για μέρες περπατούσε νηστικός και όταν τον βρήκε η νύκτα σαν τα παιδιά του μπήκε στον στάβλο αυτό.  Μόλις που μπορούσε να περπατήσει παραπαίοντας.
  • Και τώρα τι θα κάνουμε μπαμπά;  Θα πάμε μαζί στην γιαγιά;  Ο πατέρας κούνησε το κεφάλι.
  • Δεν θα πάμε παιδί μου!...
  • Η φωνή του ήταν πένθιμη σαν σήμαντρο κηδείας.
  • Και που θα πάμε λοιπόν;
  • Γιατί μπαμπά δεν θα πάμε;
  • Γιατί παιδιά μου στο χωριό της γιαγιάς σας δεν υπάρχει πλέον κανείς!....  Οι Τούρκοι σήκωσαν το χωριό και κανείς δεν ξέρει που τους πήγαν.
  • Και η γιαγιά;
  • Η γιαγιά είναι τώρα πλησίον της μητέρας σας στους ουρανούς….
    Το χωριό όπου έμενε η πεθερά του ήταν επί της οδού, πριν φτάσεις στο Γκιουρέτς.  Πέρασε από κει και έμαθε τις φρικώδεις ειδήσεις από ομογενείς στρατιώτες, τους οποίους οι Τούρκοι άφησαν εκεί μαζί με πολλούς άλλους ομοεθνείς τους φρουρούς μέχρι να εγκαταστήσουν πληθυσμούς δικούς τους.   Η γριά είχε πεθάνει από συγκοπή όταν τα ανθρωπόμορφα θηρία την έσυραν βίαια έξω από το σπίτι της….
    Ξημέρωσε πλέον.
    Αντίθετα προς τη θλιβερή όψη του παγερού πρωινού, χαρμόσυνα χτυπούσαν τα σήμαντρα των Χριστουγέννων.
    Και τώρα που να κατευθυνθούν;
    Και τώρα ο θάνατος πλανιόνταν παντού …..
    Εστία δεν είχε, αφού η ψυχή της άλλοτε ευλογημένης συζύγου του εξέλιπε.
    Η μόνη συγγενής του ήταν η πεθερά του, αλλά και αυτή εξολοθρεύτηκε.
    Όσο γερνούσε η μέρα τόσο το κρύο έσφιγγε.  Αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν  στο μισογκρεμισμένο στάβλο.  Πέρασε η πρώτη μέρα των Χριστουγέννων και ο πατέρας πήρε τη μεγάλη απόφαση να πάει στο Γκιουρέτς όπου θα εύρισκε λίγο ψωμάκι για τα παιδιά του.  Με το ξημέρωμα ξεκίνησε αν και καταλάβαινε ότι δεν θα πρόφτανε να φτάσει στο χωριό αφού παραφύλαγε ο χάρος.
    Στα πρώτα σπίτια του χωριού το μαύρο χέρι του χάροντα σώριασε σε ερείπια τα ιδανικά του.  Χάθηκε μέσα στου χαλασμού το σίφουνα.
    Ανήσυχα τα παιδιά περίμεναν τον πατέρα τους ώσπου το πήραν απόφαση να ξεκινήσουν ακολουθώντας τα πατήματά του στο χιόνι.  Τ’ χνάρια τους οδήγησαν στο χωριό. Άρχισε να βραδιάζει, ένας Τούρκος στρατιώτης τους πληροφόρησε ότι ένας νεκρός που βρέθηκε στο δρόμο έχει μεταφερθεί μέσα στην εκκλησία.
    Όταν διέσχισαν την κεντρική είσοδο της εκκλησίας μια από τις γριούλες που παράστεκαν στο νεκρό άφησε το κουτσομπολιό και σηκώθηκε ν’ ανάψει τη λάμπα.  Το θαμπό φως που σκορπίστηκε στο Ναό τόνισε τη νεκρική χλομάδα στο πρόσωπο του πατέρα τους.  Δεν είχαν τη δύναμη ούτε να κλάψουν.
    Με το ξημέρωμα ήρθε ο γερό Παναγής, ξεχασμένος από τους Τούρκους μάλλον λόγω ηλικίας.   Έτρεξε αμέσως, έφερε ρούχα να αλλάξουν τον πεθαμένο, πήγε κατόπιν στο μαραγκάδικο  και πήρε ένα ξεχασμένο φέρετρο.  Άνοιξε το μνήμα και ειδοποίησε τον παπά Σπύρο να έρθει για την ταφή.  Μέχρι και κόλλυβα ετοίμασε η παπαδιά.
    Σχεδόν άδεια η εκκλησία ξεπροβοδάει τον άγνωστο στο τελευταίο ξεκούραστο ταξίδι του.  Οι λιγοστές κοκαλιάρες γριές συχνά ανάβουν κεριά και κάνουν εδαφιαίους σταυρούς, μαντηλωμένες και σκυφτές απ’ την αυστηρή συναίσθηση της θρησκευτικής πίστης.   Δύο γέροι σκυφτοί από το βάρος των γηρατειών παρακολουθούν με κατάνυξη τα λόγια του παπά.
    Δεν πέρασαν πολλές μέρες και ο πόλεμος ανάγκασε τα δύο ορφανά να εγκαταλείψουν την αντίπερα όχθη του Αιγαίου.  Η διαδρομή του ξεριζωμού ήταν σκληρή:  μπήκαν με πολλούς άλλους σ’ ένα σαπιοκάραβο και μέχρι να φτάσουνε στην Ελλάδα κάνανε εννιά μέρες, χωρίς νερό και φαγητό, μα είχανε κουράγιο κι αντέξανε.  Φτάσανε στη Θεσσαλονίκη και πήγαν στον καταυλισμό της Σταυρούπολης. Ήταν πολλές οικογένειες μαζί.  Τους χτύπησαν αρρώστιες. Κάθε μέρα πέθαιναν δέκα έως δεκαπέντε άτομα. Ακολουθώντας μια ομάδα προσφύγων πήραν το δρόμο των Σερρών και σταμάτησαν στη Λιγκοβάνη.
    Στο χωριό αυτό δεν δυσκολεύτηκαν πολύ αφού βρήκαν στέγη και τροφή.  Αλλά τους καλοδέχτηκαν και οι ντόπιοι.  Στην αρχή βοηθώντας τον μπάρμπα Λάζαρο, στη συνέχεια όμως κληρονομώντας τη μεγάλη περιουσία του έγιναν πρότυπα νοικοκυραίων.
 


 
Το παραπάνω αφήγημα βραβεύτηκε με έπαινο από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο λογοτεχνικό διαγωνισμό του 2017.




  •