Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΒΡΑΔΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία  και με τη συμμετοχή χορευτικών συγκροτημάτων πολλών περιοχών, η εκδήλωση "ΒΡΑΔΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ" στην αίθουσα του κλειστού γυμναστηρίου.
ΠΑΙΔΙΑ  -  ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ - ΔΕΝ ΞΈΡΕΤΕ ΠΟΣΟ ΕΥΓΝΩΜΟΝΕΣ ΣΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΑΡΊΖΕΤΕ.



















Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ΑΡΑΠΗΣ



 

Ο άνεμος σφύριζε δαιμονισμένα κι έκανε τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού να βροντοκοπούνε.  Η καπνοδόχος της εστίας βογκούσε και ούρλιαζε σαν λυσσασμένος σκύλος και μας έκανε να συμμαζευόμαστε όσο μπορούσαμε πιο κοντά στη φωτιά.  Η αναλαμπή των καιόμενων ξύλων προσέλκυε  πάνω της τα βεβαρημένα από τη νύστα μάτια μας και αν το παραμύθι του παππού δεν ήταν τόσο ενδιαφέρον προ πολλού ήδη θα βρισκόμασταν ξαπλωμένοι πάνω στο μαλακό κιλίμι. 

Ο παππούς άρχισε την αφήγηση και όλοι οι υπόλοιποι  κρεμαστήκαμε στα χείλι του ξεχνώντας ότι επικρατούσε έξω από την πόρτα μας.

Ο Τσαούσης κάτοικος του μαχαλά μόλις αρραβωνιασμένος επιχείρησε επίσκεψη στο σπίτι του πεθερού του στο διπλανό χωριό, τη Ράμνα, πριν πολλά χρόνια.

Το βράδυ-βράδυ μαζεμένο όλο το σόι της γυναίκας του περίμεναν να ψηθούν τα τρία κοτόπουλα στη γάστρα ενώ διέχυναν ορεκτική μυρωδιά σ’ όλη τη γειτονιά περιμένοντας να φιλέψουν το γαμπρό.

Παρατήρησε τότε ο γαμπρός κάποια ανησυχία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των πεθερικών του.  Κάτι κρυφές και σιγανές ομιλίες, κάτι ανήσυχα κοιτάγματα έξω από το παράθυρο τον έπεισαν πως κάτι τρέχει.  Στην αρχή υπέθεσε ότι η παρουσία του δεν τους ήταν ευχάριστη, αλλά έχοντας υπ’ όψιν τις παλαιότερες ένθερμες υποδοχές απέκλεισε τέτοια υποψία.  Τέλος πάντων τα κοτόπουλα ψήθηκαν το τραπέζι στρώθηκε και γύρω του τοποθετήθηκαν όλοι.  Κάποια μελαγχολία και ένα αίσθημα συμφοράς χαρακτήριζε το κατά τα άλλα πλούσιο δείπνο.  Βάλανε χέρι στο τρίτο κοτόπουλο όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας μεσόκοπος και οπλισμένος άνδρας με όπλο γκρα το οποίο απόθεσε στη γωνιά του δωματίου και απρόσκλητος κάθισε στο τραπέζι. «Δραγάτης θα είναι» είπε μέσα του.   Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη έκφραση ανησυχίας και τα λόγια του σιγανά, φοβισμένα και διακεκομμένα.  Δεν πέρασε πολλή ώρα και έρχεται και δεύτερος οπλισμένος, κατόπιν τρίτος, έπειτα τέταρτος και συνολικά έξι. Όλοι ήταν ανήσυχοι, σιωπηλοί, βλέπονταν μεταξύ τους και αντάλλασαν μερικές ακαταλαβίστικες λέξεις τις οποίες αδυνατούσε να κατανοήσει.  «Θα του ρίξω» έλεγε ο ένας και η φωνή του πνίγονταν από τον τρόμο στον λάρυγγά του.

Όχι!  Δεν γίνεται! Απαντούσε ο άλλος με τον ίδιο τόνο.

Ανησύχησε και προσπάθησε να βρει τη λύση του μυστηρίου που τον περιέβαλε. Ενώ τον έζωναν ερωτηματικά.

«Μήπως ήρθαν ληστές στο χωριό;» σκεφτόταν.  Αλλά τι να πάρουν από ένα φτωχό χωριό που όλο και όλο δεν αποτελούσε παρά ένα μέτριο σπίτι της Θεσσαλονίκης;

«Μήπως ήρθαν κομιτατζήδες;»

Αλλά καθώς γνώριζε από τις κουβέντες των ειδημόνων στο καφενείο οι σχέσεις με τους γείτονες Βουλγάρους έχουν διακανονιστεί. 

«Μήπως θέλουν αυτοί οι ίδιοι να ληστέψουν τον ίδιο;»

Αλλά και αυτή η σκέψη ήταν αδύνατη αφού ήταν γνωστή η οικονομική του κατάσταση και δεύτερο δεν απαιτούνταν γι’ αυτό τόσο μεγάλη πολεμική ετοιμασία.  Εκτός αυτού ο φόβος ήταν ανεξήγητος και το μυστήριο απέμενε μυστήριο.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας μακρινός πυροβολισμός και όλοι πάγωσαν κυριολεκτικά από τον τρόμο.  Δειλά-δειλά άνοιξαν το παράθυρο που έβλεπε προς την πλευρά του δρόμου και άδειασαν εν ομοβροντία τα όπλα τους στον αέρα και κλείνοντας τα παραθυρόφυλλα μαζεύτηκαν περίτρομοι στην αντικρινή γωνία του δωματίου. Ταυτόχρονα σχεδόν σε απάντηση ακουστήκαν από όλα τα σημεία του χωριού πυροβολισμοί.

Μα επί τέλους, τι τρέχει, πεθερέ; Ρώτησε.

Αχ! Γαμπρέ μου, οργή Θεού έπεσε στο σπίτι μου και σ’ όλο το χωριό.

Τι έπαθες; Μήπως σκότωσες κανέναν και σε φυλάνε οι συγχωριανοί σου από τους χωροφύλακες;

Μακάρι να ήταν αυτό…. Μα είναι κάτι χειρότερο….

Μήπως μαλώσατε στο χωριό και θέλετε να σκοτωθείτε μεταξύ σας;

Ακόμη χειρότερο!

Μα τι είναι λοιπόν αυτό το φοβερό πράγμα;

Τι είναι;….. Μην τα ρωτάς.  Είναι…είναι…..είναι ένα ξωτικό! Πρόφερε γρήγορα - γρήγορα ο πεθερός του, κι ένας σκασμός συγκλόνισε τα μέλη του μόλις ξεστόμισε τη λέξη.

Ξωτικό !!! μη χειρότερα!  Και πιστεύετε στα ξωτικά σαν μωρά παιδιά;  Δεν ντρέπεστε;

Πιστεύουμε λέει; Το βλέπουμε ολοφάνερα κάθε βράδυ, γαμπρέ μου!  Πρόφερε με κλαψιάρικη φωνή ο δυστυχισμένος πεθερός του έτοιμος να ξεσπάσει σε δάκρυα.

Ναι! Φώναξαν όλοι εν χορώ ολοφάνερα!  Κι αν δεν πιστεύεις θα δεις σε λίγο και του λόγου σου, αν δεν φοβάσαι.

Μα για πείτε μου, πως είναι αυτό το φοβερό ξωτικό;

Να! Σαν ένα γαϊδούρι και στο λαιμό του έχει περασμένο ένα πράγμα πώς να το πω; Ένα πράγμα σαν ένα μεγάλο καπέλο που κουνιέται πέρα-δώθε.  Κάθε βράδυ έρχεται στον κήπο μου και ροκανίζει τα λάχανα σαν γαϊδούρι και οι πατημασιές του γαϊδουρινές είναι.

Και πως δεν το σκοτώνετε λοιπόν, αφού έχετε τόσα όπλα;

Να το σκοτώσουμε; Τι λες γαμπρέ μου; Μπα! Σε καλό σου!  Σκοτώνεται ποτέ, έξω από δω;

Να το! …να το!...φώναξε ένας από τους γενναίους αυτούς παρατηρώντας από μια οπή του παραθύρου προς τον κήπο.

Στο άκουσμα αυτό όλοι έμειναν κόκαλο από την τρομάρα τους, κι ο μικρός της παρέας χώθηκε κάτω από τα πόδια του πεθερού του.

Περίεργος να δει και ο ίδιος το φοβερό αυτό τέρας, το οποίο έσπειρε την φρίκη και τον τρόμο σε όλο το χωριό πλησίασε στο παράθυρο και παρατήρησε από την οπή.

Πράγματι, ένα γαϊδουράκι, στωικότατα έβοσκε στον κήπο και ροκάνιζε τα τρυφερά λάχανα του πεθερού του.  Αλλά κάτι κρέμονταν από τον λαιμό του, αλήθεια περίεργο, το οποίο έμοιαζε με σημαία.  Περίεργος να εξακριβώσει τι ήταν εκείνο κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αλλά ο πεθερός του έτρεξε και τον εμπόδισε με το μεγαλόσωμο παράστημά του.

Για πού γαμπρέ;

Να πιάσω το ξωτικό…

Να πιάσεις το ξωτικό; Ρώτησε με φρίκη σταυροκοπούμενος.  Αυτό δεν γίνεται.  Όλα κι’ όλα, μα δεν σ’ έχω για ξεπάστρεμα.

Χριστός και Παναγία!  Φώναξε τρομαγμένη και η πεθερά του αναπηδώντας από την θέση της τρέχοντας σε βοήθεια του συζύγου της.

Ακούστε, τους λέει, εγώ είμαι σαββατογεννημένος και δεν με πιάνουν τα ξωτικά.  Έπειτα έχω κι’ ένα μέσο που τα ημερεύω.

Ποιο; Ποιο;  Τον ρώτησαν όλοι εν χορώ.

Το «Θεοτόκε Παρθένε» άμα το πεις τρεις φορές ούτε ο διάβολος δεν τολμά να σε πλησιάσει… Αλήθεια, πεθερέ, δώσε μου δύο σπυριά λιβάνι να κρατώ στο χέρι…

Μετά χαράς, γαμπρέ μου.  Έχω και κερί του Επιταφίου.

Βρε τι μου λες!  Κερί του Επιταφίου;  Φέρε το λοιπόν.  Έννοια σου, θα σας το φέρω εδώ το ξωτικό από τα’ αυτιά…

Ά, μπα! Θεός φυλάξοι!  Δεν μας χρειάζεται! Φώναξαν όλοι.  Καλύτερα ας πάει από εκεί που ήρθε.

Επειδή δεν ήθελε να γελάσει με τον τρόμο τους τους είπε:

Τώρα που θα βγω έξω, όση ώρα λείπω, εσείς να κάνετε μετάνοιες εμπρός στα εικονίσματα. Και ξεπόρτισε.

Όταν έφτασε στον κήπο ο γάιδαρος εξακολουθούσε να βόσκει με την ίδια στωικότητα, έφερε δε, χωρίς να γνωρίζει πως, και μια παλιά λινάτσα περασμένη στο λαιμό του.  Τον έπιασε τον γαϊδουράκο από τ’ αυτιά και τον οδήγησε στην αυλή.  Όταν ανέβηκε στο δωμάτιο κρατώντας το περιδέραιο του γαϊδάρου βρήκε άλλους στο σήκωμα της μετάνοιας και άλλους στο πέσιμο και εν γένει παριστάνοντας ένα αστείο σύμπλεγμα με τα μούτρα κιτρινισμένα από τον τρόμο.

Το ξωτικό είναι κάτω στην αυλή τους λέει να και η σημαία που είχε στο λαιμό του.  Κι έριξε μπροστά τους τη λινάτσα.

Μπα! Η παληολινάτσα που είχα κρεμασμένη στην πόρτα του περιβολιού! Είπε η πεθερά του σαν τη κοίταξε καλά-καλά.

Και το γαϊδούρι θα είναι το γαϊδούρι σας, τους είπε.

Και πράγματι έτσι ήταν.  Σαν κατέβηκαν στην αυλή, ο πεθερός του στο φοβερό ξωτικό ανακάλυψε τον Αράπη του, έναν γηραλέο γάιδαρο τον οποίο άσπλαχνα εγκατέλειψε στην τύχη του στο κοντινό δάσος του χωριού αφού κατέστη ανίκανος για εργασία.  Ο γάιδαρος όμως συναισθανόμενος καλύτερα από τον λογικό κύριό του τα δικαιώματα που είχε να βόσκει στον κήπο και να κοιμάται στον στάβλο ερχόταν κάθε βράδυ εξ ενστίκτου στον κήπο και ασκούσε κατά το μισό τα δικαιώματά του, αποφεύγοντας να κάνει αυτό την ημέρα από τον φόβο του ροπάλου.   Όταν μπήκε την πρώτη φορά παρέσυρε και την σκισμένη λινάτσα η οποία κρέμονταν στην πόρτα του κήπου και έκτοτε έμεινε στον λαιμό του.

Άκουσε πεθερέ του είπε δεν έκανες καθόλου καλά και γι’ αυτό τιμωρήθηκες και εσύ και μαζί σου όλο το χωριό.  Ο Αράπης σε δούλεψε τόσα χρόνια κι έτρωγε ο φουκαράς πολύ ξύλο και λίγο σανό.  Και όταν γέρασε κι έπρεπε να πάρει τη σύνταξή  του τον άφησες να ψοφήσει της πείνας στο δάσος ή να τον κατασπαράξουν τα αγρίμια, αντί να τον κρατήσεις στο σπίτι σου ως να έρθει η ώρα να τινάξει μόνος του τα πέταλα.  Λοιπόν ότι παρέλειψες τότε να το κάνεις τώρα.

Κι έτσι έγινε.  Ο Αράπης ξεσαμάρωτος, πέρασε ευχάριστα τις τελευταίες του μέρες.

 

Το παραπάνω διήγημα τιμήθηκε από το σωματείο  ΕΣΤΙΑ ΡΟΥΜΛΟΥΚΙΩΤΩΝ  και συμπεριλήφθηκε σε συλλογική έκδοση.

 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΟΙ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ



Μέσα από τις αναμνήσεις μου για τις αγαπημένες και όμορφες εικόνες που τόσο φιλόφρονα και ακτινοβόλα μου χαμογελάν, ξεπηδούν οι γιορτές και τα πανηγύρια του χωριού μου, τα ήθη και τα έθιμα, οι χρονιάρες μέρες κι ο ιδιαίτερος τρόπος που γιορτάζονταν κάθε μια, από τους χωριανούς μου.

Πολλά από τα ωραία έθιμα της Ξυλόπολης έσβησαν με το πέρασμα του χρόνου κι άλλα εγκαταλείφθηκαν μετά τον πόλεμο. Έτσι μόνο ο αντίλαλός τους έρχεται από μακριά σα μια γλυκιά ανάμνηση.

Ασφαλτοστρωμένη και τσιμεντοκρατούμενη σήμερα η Ξυλόπολη. Πασπάλισε ο χρόνος με τα χέρια της εξέλιξης όλα τα παλιά και ούτε γκριντιές ούτε χωρατάδες βλέπεις πλέον. Παρά στέκουν σιωπηλοί μάρτυρες της τότε εποχής. Σιγά σιγά μέσα απ’ τη Λιγκοβάνη δραπέτευσαν όλες οι εκδηλώσεις του χθες. Μαζί τους και τ’ όνομά της. Καινούργια ήθη σαν οδοστρωτήρες ισοπέδωσαν τα ατέλειωτα σεργιάνια και τον ζουρνά.

Κάθε τραγούδι κάθε στίχος, κάθε λάλημα του ζουρνά είναι μπλεγμένα μέσα στην ύφανση της σαγκίας και της βράκας, μέσα στην πορεία των χρόνων, μέσα στις αναμνήσεις μας.

Τα χρόνια θα κυλάνε, οι άνθρωποι θ’ αλλάξουν μα, κάποιο απομεινάρι των περασμένων θα μας φέρνει κοντά σ’ αυτά που πέρασαν για να τα συγγενεύει μ’ αυτά που περνούν.

Στη Λιγκοβάνη την παραμονή του Σαββάτου του Λαζάρου κορίτσια που ονομάζονταν Λαζαρίνες μάζευαν λουλούδια με τα οποία στόλιζαν ένα καλαθάκι. Την ημέρα της γιορτής της Ανάστασης του Λαζάρου φορώντας τοπικές ενδυμασίες και κρατώντας το καλαθάκι τους με στεφάνια από λουλούδια στα μαλλιά και πολύχρωμες κορδέλες οι Λαζαρίνες προαναγγέλλανε τραγουδώντας την Ανάσταση του Λαζάρου. Κορίτσια μέχρι 12 ετών ντύνονταν Λαζαρίνες και τραγουδούσαν τα κάλαντα του Λαζάρου σε φορείς του χωριού αλλά και στους κατοίκους του πηγαίνοντας σ’ όλα τα σπίτια του χωριού.

Σήμερον έρχεται ο Χριστός

ο επουράνιος Θεός

στην πόλη Βυθανία

με κλάδους με βαϊα


Κλαίνε τον αδελφό τους

η Μάρθα κι η Μαρία

και ο Χριστός ερώτησε

τι έχετε και κλαίτε



Αν ήσουνα εδώ Χριστέ

ο Λάζαρος δεν πέθαινε

και ο Χριστός απάντησε

ο Λάζαρος δεν πέθανε

μόνο βαριά κοιμάται




Ο Λάζαρος δεν πέθανε

μόνο βαριά κοιμάται

πάμε να τον ξυπνήσουμε

Λάζαρε δεύρο έξω

φίλε αγαπημένε


Λάζαρε πες μας τι είδες

εις τον Άδη που επήγες

είδα βάσανα και φόβους

είδα βάσανα και τρόμους.



Νωρίς-νωρίς, μόλις είχαν σερβίρει το ρεβύθι απ'το μπρίκι και αράζανε οι Λιγκοβανιώτες στο αγαπημένο τους πόστο μπροστά στο παράθυρο, διέκριναν τις δύο πρώτες Λαζαρίνες με τα ανθοστολισμένα καλαθάκια τους.

Σ’ όλους άρεσε πού 'ρχονταν με τα καλαθάκια τους τα κεντημένα μ' ανοιξιάτικα λουλούδια και τους τα γέμιζαν οι νοικοκυρές μ' άβραστα αυγά για να τα βάψουν οι μανάδες τους τη Μεγάλη Πέμπτη.

Οι Λαζαρίνες ήταν καθαρά γυναικείο έθιμο και Λαζαρίνες ντύνονταν όλα τα κορίτσια από τη νηπιακή ηλικία μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Οι Λαζαρίνες επίσης θεωρούνταν ότι έφερναν υγεία σε κάθε σπίτι. Συγκεντρώνονταν συνήθως σε ένα συγκεκριμένο σπίτι του κάθε μαχαλά και από εκεί κατά ομάδες ξεκινούσαν για τα υπόλοιπα. Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια της κοινότητας και έλεγαν το τραγούδι του Λαζάρου. Τα τραγούδια ήταν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων και δεν λάμβαναν μέρος καθόλου άντρες.

Η φορεσιά τους ήταν γιορταστική, επιβλητική, με αρμονία χρωμάτων και τόνιζε τη γυναικεία ομορφιά. Τα κορίτσια της εποχής εκείνης προσπαθούσαν να προβάλουν τον εαυτό τους με τον πιο αγνό, γνήσιο και παραδοσιακό τρόπο.

Το Σάββατο του Λαζάρου είναι μια από τις πιο σημαντικές ημέρες της Ορθοδοξίας, αφού σηματοδοτεί αφενός το θάνατο και αφετέρου τη ζωή. Είναι το τελευταίο και το μεγαλύτερο θαύμα του Χριστού, αφού ανέστησε τον νεκρό για τέσσερις ημέρες Λάζαρο, λέγοντας τη γνωστή σε όλους μας φράση «Λάζαρε, δεύρο έξω». Η γιορτή του Λαζάρου είναι συνδεδεμένη με την αγωνία της μεταθανάτιας ζωής. Δεν είναι τυχαία η εποχή που γίνεται αυτή η γιορτή, αλλά είναι η εποχή της αναγέννησης της φύσης η οποία ξυπνάει από τη χειμερία νάρκη. Ο Λάζαρος είναι μήνυμα αισιοδοξίας και ταυτόχρονα τονίζει την παντοτινή διάθεση του ανθρώπου για ζωή.

Το έθιμο αυτό, κατά πολλούς, έχει αρχαίες ρίζες. Το έθιμο των Λαζαρίνων διαρκούσε από το Σάββατο του Λαζάρου, μέχρι και την Κυριακή των Βαΐων.

Στις ημέρες μας, εκατοντάδες χρόνια μετά το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου, αν και πολλά έθιμα εορτασμού έχουν χαθεί μέσα στο χρόνο, υπάρχουν κάποιοι τόποι που κρατούν γερά τις παραδόσεις τους τις οποίες περνάνε από γενιά σε γενιά.


Aπό το βιβλίο "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία" του λαογράφου Κώστα Λιάπη.



Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Ο ΧΑΤΖΗ ΜΠΑΪΡΑΜΗΣ


                                               Το παρακάτω διήγημα τιμήθηκε από το δήμο Κιλκισίου και συμπεριλήφθηκε σε συλλογικό τόμο με τον τίτλο "ΚΙΛΚΙΣ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ"


Η συνοδεία του ήταν λιτή.  Την αποτελούσαν ένας άντρας από την προσωπική φρουρά του Καδή και δύο νυσταγμένοι υπηρέτες που τους ακολουθούσαν νωχελικά.  Το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο, και τα μαύρα σγουρά μαλλιά του άγγιζαν άχαρα τους ώμους του. Την προηγούμενη μέρα του είχε επιδοθεί το διοριστήριο ως Derbend Aga από τον ιεροδικαστή (kadi) Θεσσαλονίκης.

Τις παρυφές του σημερινού χωριού Θεοδόσια διέσχιζε ο μεγάλος εμπορικός δρόμος που ένωνε τη Θεσσαλονίκη με τις Σέρρες και επειδή υπήρχε ο κίνδυνος ληστρικών επιδρομών είχε εγκαταστασθεί στρατιωτικό σώμα με επικεφαλής κάποιον Τούρκο αξιωματούχο. Ο τόπος αυτός είχε επιλεγεί ως σταθμός και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι υπήρχε μεγάλη πηγή όπου μπορούσαν να σταθμεύουν και να ξεδιψούν οι διαβάτες και τα ζώα.   Αρχηγός αυτού του σώματος των φυλάκων διορίστηκε ο Μπαϊράμης.

Το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει, έμοιαζε ξένο μ’ εκείνο που παλιά έδινε χαρά και αισιοδοξία στους φίλους και στους οικείους του.  Παγιδεύτηκε σε μια κατάσταση που δε μπορούσε να της επιβληθεί ή να τη δαμάσει.  Έτσι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να πάρει το δρόμο γι’ αυτό τον ερημότοπο.

Προτού σταθμεύσει στον πύργο του χανιού θεώρησε σωστό να γνωρίσει τον τσαούση και το κοινοτικό συμβούλιο της διπλανής Λιγκοβάνης που αποτελούνταν από τους: Στόγιον Τούγου Πρόεδρο, Χαριζάνη Συμεών αντιπρόεδρο, Στοϊμάκο Αμπακόφ, σύμβουλο, Άγγελο Νότα ή Κουτσιούκη και Βασίλειο Ευαγγέλου σύμβουλους.  Τους κάλεσε λοιπόν στο τοπικό καφενείο αλλά δεν  καλοδέχτηκε κανέναν.  Από το στόμα του δεν έβγαλε παρά μόνον άσεμνες λέξεις και βλαστήμιες.  Δε χαμογέλασε ούτε τους φίλεψε με δαμάσκηνα και ζαχαρωτά.  Έδιωξε τα μικρά παιδιά που γύρεψαν ελεημοσύνη χωρίς να τα φιλοδωρήσει.

Κάθισε σε μια γωνιά με τη συντροφιά του και δεν δέχθηκε ερωτήσεις.  Το πρόσωπό του ήταν συνοφρυωμένο και σκοτεινό.  Απέφυγε τις συνομιλίες και δε σχολίασε κανένα χαριτολόγημα.  Σημείωσε μόνο τα ονόματά τους.

Πολύ σύντομα το πρόσωπο του Μπαϊράμη έγινε επίκεντρο των συζητήσεων, η πρώτη είδηση στην περιοχή.

Συμμάζεψε το σκόρπιο εαυτό του με μια υπερφυσική δύναμη.  Η Σάαμ δε μυρίστηκε τη σήψη, άργησε να αντιληφθεί την ανεπανόρθωτη διάβρωση στο χαρακτήρα του άντρα της.

Ήταν πλέον ένας διαφορετικός άνθρωπος. Σιγά-σιγά τον απογύμνωσε το καθεστώς από το παρελθόν και τις φιλοδοξίες του, έπνιξε ανελέητα τις ελπίδες του και πρόσφερε τον εαυτό του υποταχτικά στο άγνωστο.  Δικαιολογήθηκε όμως στη συνείδησή του πως αν αποποιόνταν το διορισμό του, τότε η άρνησή του αυτή θα παρερμηνευόταν ως περιφρόνηση και απείθεια προς τον  Καδή.

Πέταξε την οικογένειά του από τη θαλπωρή της πολυτελούς βίλας,  στην παγωνιά του άγνωστου και ανελέητου δρόμου.  Από τότε η ψυχική του γαλήνη σακατεύτηκε και η καρδιά του ράγισε για πρώτη φορά.  Άλλωστε, παρ’ όλη τη σκληρότητα και την ασπλαχνία του, ήταν κι αυτός άνθρωπος με σάρκα και οστά.  Είχε κι αυτός καλά αισθήματα όπως όλοι, κι ας μην τα αποκάλυπτε σε κανέναν.

Ύστερα από ολιγόωρη ξεκούραση στη Λιγκοβάνη ξεκίνησε με τη συνοδεία του για τον πύργο του Δερβενιού.  Ο εκνευρισμός του ήταν εμφανής και ανεξέλεγκτος.  Η Σάαμ το κατάλαβε γι’ αυτό τον προέτρεψε να μην πάρει καμία βιαστική απόφαση ενώ είναι εκνευρισμένος.  Δεν ήθελε να πέσει θύμα της οργής του.

Την άλλη μέρα μετά την προσευχή της αυγής κατάφερε να κοιμηθεί για μια ώρα περίπου και όταν ξύπνησε αισθανόταν αρκετά καλύτερα.  Ήταν από τη φύση του δυνατός, με ανθεκτικό οργανισμό, ικανός να ανταπεξέλθει με επιτυχία στα δύσκολα διλήμματα και ν’ αψηφήσει τις  ηθικές αναστολές.

Τα ήρεμα ρεύματα καλοσύνης που πρόσκαιρα τον είχαν καταλάβει βυθίστηκαν και τη θέση τους κατέλαβαν τα μανιασμένα κύματα οργής.  Έσβησε από τη μνήμη του τα λόγια σύνεσης και σωφροσύνης που άκουγε από το στόμα του δασκάλου του τα χρόνια της αθωότητας.  Κάλεσε κοντά του το συνεργάτη του, έριξε μια σύντομη ματιά από το παράθυρο και κατέβηκε να επιθεωρήσει το χάνι και τους θαμώνες του.  Ήρθε όμως σε μια ξέφρενη αντιπαράθεση μαζί τους που έφτανε στα όρια του παραλογισμού, αφού δεν υπήρχε λόγος.

Και τις επόμενες μέρες συνεχίστηκε η ίδια κατάσταση, ώσπου άγγιξε τα όρια της παραφροσύνης.  Σ’ όλα τα γύρω χωριά απλώθηκε ο φόβος και ο τρόμος.

Ένα βράδυ η εξάντληση ξεπέρασε τις δυνάμεις του και η νύστα τον κατέβαλε μέσα στο δωμάτιό όπου εργαζόταν.  Παραδόθηκε στον ύπνο σαν τραυματισμένο λιοντάρι.  Ξαφνικά, ρίχτηκε φως  μέσα στο μυαλό του και μια βροντώδης φωνή τον ταρακούνησε: 

- Μην κρύβεσαι πίσω από παχιά λόγια.  Καταδιώκεσαι από κατάρα, την κατάρα των αθώων, είσαι ένας από τους διεφθαρμένους εκμεταλλευτές των φιλήσυχων και τίμιων κατοίκων της περιοχής και των διαβατών.

Ένας καγχασμός σαν χλιμίντρισμα αλόγου αντήχησε:

- Θέλεις να πραγματοποιήσεις την επιθυμία σου να αποκτήσεις ένα γιό;  Τότε άκουσέ με: Θα επισκεφτείς τη Μέκκα……..

Ξύπνησε και επιθύμησε να μείνει για λίγο μόνος, να στοχαστεί, αλλά η πρόσκληση ήταν ρητή και δεν έπαιρνε αναβολή.  Ήξερε τους κινδύνους που εγκυμονούσε  ένα τέτοιο ταξίδι.  Αλλά ήταν η μόνη παρηγοριά που του απέμεινε.

Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες για να προλάβει τους ταξιδευτές-εμπόρους ξυπνητούς και να πληροφορηθεί τις λεπτομέρειες ενός τέτοιου ταξιδιού.  Η χαρά και η έπαρση έκαναν την εμφάνισή τους και πάλι.  Απόρησε και ο Μπάλχι, που γέρασε στους δρόμους, όταν τον είδε ξαφνικά μπροστά του στο μικρό δωμάτιο υποδοχής του χανιού σαν να τον περίμενε.  Κάθισε δίπλα του κατάχαμα.  Ήπιε με λαχτάρα από τη γαλήνη του ώσπου τον κατέλαβε η ντροπή και η αμηχανία.  Ο Μπάλχι όμως αναρωτήθηκε, άραγε για ποιο λόγο να μ’ επισκέπτεται τέτοια ώρα ο Μπαϊράμης;

Και μ’ έναν ασυνήθιστα ευγενικό τρόπο του είπε: 

- Πρέπει να πάρω μια απόφαση, αλλά μου είναι δύσκολο να το κάνω μόνος μου…  Χρειάζομαι καθοδήγηση.  Και ζήτησε τις λεπτομέρειες ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Το πρωινό τους βρήκε στην ίδια θέση.  Οι κουβέντες όμως που πρόλαβε ν’ ακούσει η Σάαμ ήταν:

Να πάρεις την απόφαση μόνο για χάρη του Θεού ….

 Είναι δική σου η ιστορία και την απόφαση θα την πάρεις μόνος σου…. συμπλήρωσε ο γέροντας με αποφασιστικό και αδιάλλακτο τόνο.

Ο Μπαϊράμης έθαψε τον παλιό του εαυτό για να ξαναγεννηθεί από την αρχή…

Όταν κατέληξε στην απόφασή του, αναστέναξε με πολύ μεγάλη ανακούφιση, ξαναβρήκε τη ζωντάνια του και γύρισε στο δωμάτιό του.  Κάθισε δίπλα στη γυναίκα του και απόλαυσε τη συντροφιά της σαν να ήταν για τελευταία φορά.  Το στήθος του είχε γεμίσει από ζεστά συναισθήματα.

Η απόφασή του ήταν τελική και αμετάκλητη.  Απάντησε στο ερώτημα με ασυνήθιστο θάρρος και πρωτοφανή γενναιότητα….  Η γυναίκα του έμεινε άναυδη από την ανεξήγητη συμπεριφορά του.

Μέσα στη δυστυχία του, ένα σημαντικό γεγονός του έδωσε χαρά και φώτισε έστω για λίγο το μουντό ουρανό του.  Πολύ σύντομα  ρυθμίστηκε το  ζήτημα της εργασίας του, εξασφάλισε την πολυπόθητη άδεια και άρχισαν οι προετοιμασίες για το μεγάλο ταξίδι.

Κανένας δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύκτα. Ξαγρύπνησαν ώσπου το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας τους βρήκε να συζητούν.   Και πριν καλά  καλά χαράξει άρχισαν οι ετοιμασίες.  Φόρτωναν τα άλογα με τα απαραίτητα ενώ γελούσαν μ’ ένα γέλιο που κουβαλούσε την ευδαιμονία της λύτρωσης αλλά και την ταραχή του φόβου.

Προσευχήθηκε και επικαλέστηκε τη βοήθεια του Θεού και του Προφήτη Του και πήραν την κατηφόρα για το κεφαλοχώρι Λιγκοβάνη να ενημερώσουν τον Τσαούση και να συνεχίσουν για τη Θεσσαλονίκη.

Οι σκοτεινοί ορίζοντες θα τον τρομάζουν ενώ οι ασφαλείς ακτές θα τον ηρεμούν. Δεν ξέρει πότε θα φτάσει στον προορισμό του, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η χαρά που τάραξε επιτέλους την πεθαμένη του καρδιά. 

Επέστρεψε παραπαίοντας στον πύργο του Δερβενιού, μετά από το τολμηρό, επικίνδυνο και πολύμηνο ταξίδι του στη Μέκκα.  Η ταλαιπωρία τον εξουθένωσε και όταν έφτασε στο σπίτι του ήταν σχεδόν έτοιμος να καταρρεύσει.

Το μικρό μπαλκονάκι του δωματίου του, απάλυνε τη μοναξιά του.  Η σκιά της ιτιάς λίγο πιο κάτω του χάριζε γενναιόδωρα την προστασία και τη συντροφιά της, ο καθαρός αέρας  την προσηνή φιλία του, τα αγριολούλουδα του προσέφεραν ένα εξαίσιο και μοναδικό θέαμα που άμβλυνε τη θλίψη του.

Κάθε πρωί μετά την προσευχή κατευθυνόταν προς την πηγή. Προχωρούσε  λίγο πιο κάτω και συναντούσε την ιτιά, που το πυκνό της φύλλωμα έφτανε ως το έδαφος, σχηματίζοντας έτσι ένα χώρο προστατευμένο από τον ήλιο και τα αδιάκριτα μάτια.  Άφηνε το σώμα του να πέσει στη ρίζα του δέντρου, κάτω από αυτό το φυσικό κάλυμμα.  Ακουμπούσε την πλάτη του στον κορμό και προσπαθούσε να χαλαρώσει από την υπερένταση και να στοχαστεί.

Σήμερα ξαναγεννήθηκε· η ζωή χτύπησε την πόρτα του και τούφερε χαρούμενο μαντάτο. Ο γιατρός που επισκέφτηκε τη γυναίκα του τον πληροφόρησε, ότι μετά από είκοσι χρόνια γάμου ήταν έγκυος.

Αστραπιαία μέθυσε με το ζεστό φορτίο της οικογενειακής ευθύνης που στάλαξε μέσα στις πληγές του μια ουσία γλυκιά και ερεθιστική σαν το κρασί.  Τα σωθικά του φούντωσαν από αισθήματα πατρικής αγάπης και συζυγικής τρυφερότητας.

Η ευτυχία του κορυφώθηκε, το ταπεινό κατάλυμά του  μετετράπηκε σε πολυτελές και του επέτρεπε να παρακολουθεί την κατάσταση  από κοντά και να χαίρεται την πατρότητα και την αγάπη.

Αλλά ποιος ξέρει αυτή η αφύπνιση σε τι αποσκοπεί, που να θέλει να τον ρίξει;  Δεν τον αφορά σήμερα τι κρύβει το αύριο.  Ας αστράψει ο ουρανός ή ας πέσει καταχνιά, ας χαμογελάσει η τύχη ή ας συνοφρυωθεί, του αρκεί που η καρδιά του ξύπνησε.  Είναι μέρες τώρα που τρέμει σύγκορμος από αναστάτωση. Αναστατώνεται με τη χαρά, την αβεβαιότητα, την ελπίδα, την ικεσία, το φόβο και το πάθος…

Παρ’ όλα αυτά έτρεφε μια τρυφερότητα για τον παλιό του εαυτό, εκείνη την προσωπικότητα που έκρυβε μέσα της τεράστια δύναμη ειλικρινούς μεταμέλειας

Κάθε μέρα που περνούσε, η ηρεμία και η σιγουριά μεγάλωναν και κατεύναζαν την ταραγμένη του ψυχή.

Τα δειλινά συνέχιζαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, ώσπου συνήθισε την αγαπημένη εικόνα τους.  Κάθε φορά που η ευτυχισμένη στιγμή ξαναγεννιόταν από την αρχή, την κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα που ξεχείλιζε συναισθήματα σοβαρότητας και ειλικρίνειας αλλά συνάμα και έντονης αγωνίας μήπως τραπεί σε φυγή.

Ύστερα ήρθε η νύχτα των ευχών, του ευλογημένου μήνα, και η οικογένεια τη γιόρτασε μ’ ένα ψητό κοτόπουλο κι ένα μεγάλο ταψί κανταΐφι πασπαλισμένο με καρύδια να στολίζουν το βραδινό τραπέζι.  Η Σάαμ ευχήθηκε στο σύζυγό της υγεία και στο γιό της μακροζωία και ευτυχία.  Ο Μπαϊράμης - πλέον Χατζής αφού επισκέφτηκε τη Μέκκα - τη νύχτα μετά το φαγητό πήγε στο τέμενος του Λαχανά, συνοδευόμενος από το γιό του, για να παρακολουθήσει το λαμπρό εορτασμό του Ραμαζανιού με τους ψαλμούς και τις απαγγελίες από το Κοράνι.  Η νύχτα τους επεφύλαξε ευφροσύνη και ιλαρότητα.

Λίγες μέρες αργότερα μέσα στη σιγαλιά του ήρεμου πρωινού συνέλαβε τον απόηχο ενός μελωδικού σκοπού.  Τον προσέλκυσε η χροιά της φωνής γιατί ενέπνεε  μια σιγουριά και ανάδινε ένα αίσθημα γαλήνης και ηρεμίας.  Προχώρησε προς το σημείο απ’ όπου ερχόταν η φωνή και βρήκε ένα γέρο να κάθεται κάτω από την ιτιά.  Το τραγούδι του γέρου ήταν θλιμμένο, μελαγχολικό, πρόδινε μελλοντικά θλιμμένα συναισθήματα, τα οποία δεν μπορούσε να υποψιαστεί.

Είχε ξυπνήσει πριν προβάλλει η αυγή.  Με την πρώτη αχτίνα που έπεσε στη γη  έτρεξε στην πηγή και κοίταξε το είδωλό του πάνω στον υγρό καθρέπτη.  Είδε ένα καινούργιο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που δεν είχε ποτέ αντικρύσει ξανά στη ζωή του. 

Σηκώθηκε και προχώρησε προς την όχθη της μικρής λιμνούλας που σχημάτιζε το αναβλύζον νερό, όπου έσκυψε και είδε το είδωλό του να αντανακλάται στην επιφάνεια του νερού.  Το φως των άστρων ξαφνικά χαμήλωσε, το νερό ταράχτηκε ελαφρά και στη θέση του προσώπου του εμφανίστηκε ένα πλάσμα.  Το κεφάλι του εξείχε από το νερό ενώ το κορμί του ήταν βυθισμένο μέσα στο ποτάμι.

Δεν είχε βγει ακόμη ο ήλιος.  Διακρινόταν ο όγκος των χαμόκλαδων.  Διακρίνονταν ακόμα οι  κορφές των δένδρων και των καλαμιών που κουνιούνταν με το ελαφρύ αεράκι.  Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα που γλιστρούσαν εδώ κι εκεί.

Σαν άρχισε να ξημερώνει γύρισε τρέχοντας στον πύργο μήπως ξύπνησε ο μικρός να επισκεφτούν την πηγή και τη γύρω όαση πριν ο ήλιος ανατείλει.  Τον βρήκε ακόμη στο κρεβάτι, δεν είχε ξυπνήσει.  Έμεινε εκεί να κοιτάζει το γιο του με καμάρι.  Σιγά σιγά άρχισε να πλησιάζει κατά πάνω του, κι εκείνος λες και αισθάνθηκε την παρουσία του ξύπνησε προφέροντας τ’ όνομά του.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα ακολούθησαν την κατηφόρα για την πηγή.  Εκείνος κάθισε στον κορμό της ιτιάς ν’ αγναντεύει τον ορίζοντα ενώ ο μικρός καταπιάστηκε με το αγαπημένο του σπορ, να ρίχνει πετρούλες στη μικρή λιμνούλα  της πηγής και να διασκεδάζει με τον παφλασμό τους.

Εκεί καθισμένος ο Μπαϊράμης με μάτια μισόκλειστα δεν ήξερε αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος.  Κάποτε έπεφτε  σ’ ένα ατέλειωτο φως, κάποτε γκρεμιζόταν σ’ ένα ζοφερό σκοτάδι, βαθιά, πολύ βαθιά και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα.

Ανάμεσα στη λιμνούλα και στην ιτιά, υπήρχε μια ξέθωρη γαλάζια, διάφανη άχνα.   Εδώ και λίγη ώρα δεν είχε αντηχήσει το γέλιο του μικρού στη μικρή κοιλάδα. Έντρομος ο Μπαϊράμης σηκώθηκε από τη ρίζα της ιτιάς και έτρεξε προς τη λιμνούλα.  Ήρθε μπροστά στα μάτια του νεκρό το σώμα του μικρού.

Σαν είδε νεκρό το μονάκριβο γιο του, έμεινε αποσβολωμένος, άφωνος, πάγωσε το αίμα του.  Τα γόνατά του δε σήκωναν πια το σώμα του, γονάτισε. Η φωνή του αντήχησε μέσα στην πρωινή ησυχία, πήγε μέχρι τα βραχοβούνια της Λιγκοβάνης.  Κατέβασε το κεφάλι του βουτηγμένος στην απόγνωση.

Οι ταξιδιώτες που διανυκτέρευσαν στο χάνι έντρομοι έτρεξαν στην πηγή.  Βοήθησαν όλοι στη μεταφορά του μικρού στον πύργο,  ενώ τον Μπαϊράμη σηκωτό τον μετέφεραν με μικρή καθυστέρηση οι υπηρέτες. 

Όταν κατάφερε ο Μπαϊραμλής να σταθεί στα πόδια του μπήκε στο δωμάτιο που βρισκόταν ο μικρός και περπάτησε με βήματα βαριά, με κομματιασμένη την καρδιά και κατατρομαγμένα μάτια για τη θέα που επρόκειτο ν’ αντικρύσει.  Τέντωσε το βλέμμα του προς το κρεβάτι και είδε τον γιο του εκεί, σκεπασμένο με το σεντόνι που είχε τραβήξει πάνω του η άμοιρη μάνα.  Έσκυψε πάνω του, φίλησε το παγωμένο μέτωπό του και ύστερα επανέφερε το σκέπασμα στη θέση του.  Αφέθηκε σ’ ένα άηχο, σπαραχτικό και ατελείωτο κλάμα.

Η τραγωδία συνεχίστηκε όταν πήγε στο μπακάλικο της Λιγκοβάνης ν’  αγοράσει το σάβανο.  Θυμήθηκε τα ρούχα που του είχε αγοράσει πριν λίγες μέρες απ’ τα μεγαλύτερα καταστήματα της Θεσσαλονίκης, τα καλύτερα, τα πιο όμορφα και με  τα πιο ζωηρά χρώματα.

Η σιγουριά, η βεβαιότητα και η ηρεμία εξατμίστηκαν από τη ζωή του.  Η φλόγα της ελπίδας έπαψε να τρεμοφέγγει, έσβησε για πάντα.

Ο θρήνος άρχισε με μιαν απαλή φωνή σαν το μετάξι και ύστερα ξέσπασε σαν τη βροντή της αστραπής.  Σε μια μέρα και μια νύχτα ο Μπαϊράμης γέρασε και κατέρρευσε.

Ακολούθησαν επίπονες, οδυνηρές ημέρες.  Ο Μπαϊράμης υπέστη το μαρτύριο ενός αφόρητου, ανελέητου πόνου.  Η αϋπνία τον κατατυράννησε και τον εξουσίασε ώσπου δεν έκλεινε πια ούτε βλέφαρο παρά ελάχιστα το τελευταίο μέρος της νύχτας, λίγο πριν το ξημέρωμα.  Πολλές  ήταν οι φορές που το φειδωλό φως της αυγής τον έβρισκε να κάθεται ξάγρυπνος πάνω στο κρεβάτι του.

Η θλίψη ράμφισε το στήθος του αμέτρητες φορές, πάνω από το μικρό λόφο της ελπίδας κατρακύλησε κι έπεσε στο βάραθρο της απόγνωσης.

Ένα πρωινό, λίγες μέρες μετά την κηδεία του πολυαγαπημένου γιού του, αλλόκοτες κραυγές στην αυλή αφύπνισαν τις αισθήσεις του.   Κοίταξε το ρολόϊ του  και είδε πως η ώρα ήταν πέντε.  Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό  που τον ξύπνησε τόσο πρωί.  Άφησε το κρεβάτι του και βγήκε έξω αναστατωμένος.  Πριν κάνει δύο βήματα βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο καραβάνι φορτωμένο με βαμβάκι και χρώματα που προορισμό του είχε τη Θεσσαλονίκη και στάθμευσε για λίγη ξεκούραση.

Έμεινε για λίγο να το κοιτάζει κι ύστερα ακολούθησαν σκηνές ανελέητες και σκληρές.  Η λαίλαπα του πόνου φούντωσε μέσα του, ύψωσε τα χέρια και φώναξε: «Αυτή είναι καταραμένη γη!  Ήρθα εδώ χωρίς τη θέλησή μου και ποτέ δεν την αγάπησα.  Εδώ γεννήθηκε και πνίγηκε το παιδί μου …. να φύγουμε αμέσως». 

Μπήκε στο σπίτι και όταν αντίκρισε τα μάτια της Σάαν ξέσπασε σε λυγμούς.  Μέσ’ από τα αναφιλητά του ξεχώριζε μια κραυγή ενοχής: «Ξέρω πως είσαι θυμωμένη μαζί μου, αλλά είμαι αθώος».

Οι σκέψεις συνέχιζαν να ταλανίζουν το μυαλό του ενώ  βημάτιζε στην αυλή του Πύργου δίπλα στα δέματα του βαμβακιού, ώσπου μια τρίτη σκέψη βούιξε ηχηρά στο κεφάλι του κι έκανε το πρόσωπό του να κοκκινίσει από οργή.   Σήκωσε στην πλάτη του ένα δέμα βαμβακιού, άρπαξε ένα κουτί κόκκινο χρώμα από τη στοίβα και κατηφόρισε προς την πηγή που αποτέλεσε τον τάφο του γιου του.  Έριξε μέσα στην πηγή το χρώμα ενώ ταυτόχρονα πιέζοντας το βαμβάκι την τάπωσε μέχρι που σταμάτησε να αναβλύζει το νερό.

Επέστρεψε στον Πύργο και πρόσταξε τους υπηρέτες να ετοιμάσουν τα πράγματα για την οριστική αναχώρησή τους για την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Επτά ολόκληρες ώρες κάνανε με τα άλογα για να διανύσουν την απόσταση μέχρι τη Γκιουβέζνα, όπου αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν στο μεγάλο χάνι.

Η νύχτα ήταν ήσυχη, τίποτε δεν τάραζε τη γαλήνη της, ούτε φωνές, ούτε κραυγές.  Ακόμη και ο αέρας είχε κάνει ανακωχή..  Πού και πού μόνο το νιαούρισμα κάποιας γάτας ή κάποιος σκύλος που αλυχτούσε κάπου μακριά, διέκοπταν τη σιωπή και την ακινησία της νύχτας.

Με το ξημέρωμα τον συνέφεραν οι φωνές ενός σταβλίτη που προσπαθούσε να βάλει στο στάβλο ένα μαύρο άλογο στην άλλη πλευρά της αυλής, αλλά το ζώο ήτανε πολύ ατίθασο και το έκανε νευρικό το πηγαινέλα.

Ύστερα ξεπρόβαλε ο ήλιος πίσω από το λόφο. Πλησίασε προς το μικρό παράθυρο. Το θέαμα ήταν μεγαλοπρεπές!  Μπορούσε ν’ αγκαλιάσει με το βλέμμα του, τους απέναντι λόφους και το ποτάμι.

Στην δεξιά όχθη όμως του ποταμού, στο κέντρο της πλατείας του χωριού, ήταν το πηγάδι που τροφοδοτούνταν με υπόγειο νερό.  Γύρω του ήταν μαζεμένοι σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού και σταυροκοπιούνταν για το θέαμα που αντίκριζαν μέσα στο πηγάδι. 

Χωρίς να το πολυσκεφτεί ντύθηκε και κατευθύνθηκε στο πηγάδι.   Παρέκαμψε τη μεγάλη ομάδα των χωρικών και πλησίασε στο στόμιο του πηγαδιού. Το νερό που ανέβλυζε ήταν κόκκινο.  Ήταν ο μόνος που ήξερε γιατί το νερό ήταν κόκκινο.

Ο Χατζή Μπαϊράμης εγκατέλειψε την περιοχή για πάντα, άφησε όμως το όνομά του  να κοσμεί τον Πύργο, το Χάνι και τα λίγα σπιτάκια που χτίστηκαν στην πλαγιά του λόφου.  

Αυτό τον παλιό διαλυμένο οικισμό, με τις ροδιές, τη γέρικη συκιά, τα ελάφια και τα παγώνια, τον αγάπησαν και τον ανέστησαν οι πρόσφυγες το 1922 και τον ομόρφυναν ακόμη περισσότερο επενδύοντάς τον με το νέο του όνομα «ΘΕΟΔΟΣΙΑ».

 
Μπεκιάρης   Δ.  Σταμάτης

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015


«Ο ΠΟΛΥΠΑΘΟΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ»

(Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στις 2-11-2015 στην Ξυλόπολη) 

Η Ξυλόπολη είναι από τα λίγα χωριά με τόσο μακραίωνη και αδιάλειπτη ιστορική διαδρομή, έχει δε τη δική της διαχρονική συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι της ευρύτερης περιοχής.

Από την προϊστορική εποχή και πιο συγκεκριμένα από τα χρόνια της ύστερης του χαλκού εποχής (δηλ. το 1.500 π.χ.)  είχε κατοικηθεί η Ξυλόπολη, όπως μαρτυρούν τα λείψανα ενός οικισμού που βρέθηκαν στη μικρή τούμπα στην είσοδο του χωριού.  

Οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν οι Κρηστώνες ή Κρήστωνες, οι οποίοι ήταν αρχαίος πελασγικός λαός.  Κατ΄ αρχήν αυτοί είχαν εγκατασταθεί στη Χαλκιδική, συγκεκριμένα παρά την Όλυνθο και στη χερσόνησο Ακτή (Άθως). (Ηροδ. VII 124, Θουκυδ. IV 109).  Στη συνέχεια μετοίκησαν στην σημερινή περιοχή την οποία ονόμασαν «ΞΥΛΟΠΟΛΗ», «…...εκ της αφθονίας του πράγματος, ήτοι της ξυλικής…» όπως μαρτυρεί ο αρχαίος γεωγράφος Πτολεμαίος. Η περιοχή υπαγόταν στην επαρχία της Κρηστωνίας ώσπου ο Αλέξανδρος Α΄ την ενέταξε στο Μακεδονικό Βασίλειο.

Απ΄ όλη την Κρηστωνία, η οποία καταλάμβανε την έκταση από το Βερτίσκο μέχρι τα Κρούσια, ο Στράβων αναφέρει τη πρωτεύουσά της που ήταν η Κρηστώνα (Κρηστών), ενώ άλλες πόλεις στην περιοχή  ήταν οι: Αντιγόνεια, Ξυλόπολις, Τέρπυλος, Καραβία και Γυναικόκαστρο.

Ο Μ. Δήμιτσας προσδιορίζει τη θέση της Κρηστώνας: «νότια της Ξυλοπόλεως επί του Σαρί-ντερε παραπόταμου του Λαχανά όπου σώζονται ερείπια αρχαίας πόλης».

Το 148 π.Χ., η Ξυλόπολη ακολουθεί την τύχη των υπόλοιπων μακεδονικών περιοχών και υποτάσσεται στους Ρωμαίους.

Εκτενείς περιγραφές της Ξυλόπολης της περιόδου της Ρωμαιοκρατίας μας παρέχουν οι αρχαίοι γεωγράφοι, αστρονόμοι και μαθηματικοί  Πλίνιος και Πτολεμαίος. 

Συγκεκριμένα ο Πτολεμαίος γράφει για το χωριό μας:

«Το δε όνομα έλαβεν εκ της αφθονίας του πράγματος ήτοι της ξυλικής, ήν άφθονον επορίζοντο οι Ρωμαίοι»

Ενώ σε άλλο σημείο ο ίδιος αναφέρει:

«Δείγμα της μεγάλης αφθονίας ξύλων εις την Μακεδονίαν είναι η ύπαρξις πόλεως φερούσης το όνομα ΞΥΛΟΠΟΛΙΣ»

Αλλά και ο Πλίνιος μας παρέχει την παρακάτω περιγραφή:

… «όλες οι μακεδονικές πόλεις κάποιας σπουδαιότητας….που αυτοανακηρύχθηκαν δικές τους, η Αμφίπολις, ….η Ξυλόπολις, η Τορώνη, η Θεσσαλονίκη, ……. ανακηρύχθηκαν ελεύθερες» 

Οι Ρωμαίοι όμως μετέφρασαν το όνομα της Ξυλόπολης στη λατινική και στη συνέχεια τη συναντούμε σαν Λιγκοβάνη μέχρι την 9/2/29 (Φ.Ε.Κ. ΤΑ 55/1926) οπότε μετονομάζεται πάλι σε Ξυλόπολη.

Αλλάζοντας πολλές φορές κύριο η Λιγκοβάνη, φτάνει στα χρόνια του Βυζαντίου οπότε και γνωρίζει ημέρες ακμής.  Παρά τις διαρκείς εμφύλιες διαμάχες, αναπτύσσεται αλλά η ανάπτυξη αυτή διακόπτεται οριστικά το 1430, όταν η Θεσσαλονίκη και μαζί της, όλη η περιοχή της Μακεδονίας, περνά σε τουρκική κατοχή.

Στην απογραφή του 1530, η Λιγκοβάνη φαίνεται απαρτιζόμενοι από 42 χριστιανικά και 5 μουσουλμανικά νοικοκυριά.  Ενώ στο φορολογικό τεφτέρι του 1568 εμφανίζεται κατοικούμενη από 126 χριστιανικά και 5 μουσουλμανικά νοικοκυριά.

Το 1584 έφτασε στην περιοχή ο Λίγκος Ιωάννης ο οποίος καταγόταν από το Μελένικο.  Εγκαταστάθηκε στην περιοχή, ενώ μαζί του έφερε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.  Έκτισε το κατάλυμά του και δίπλα ένα παρεκκλήσι στο όνομα του Αγίου, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος στο Ιερό του οποίου βρίσκεται ο τάφος του Λίγκου. Η επιτάφιος πλάκα σώζεται δεξιά της κεντρικής εισόδου του ναού.  Είναι οκτάγωνη  και πάνω της είναι χαραγμένος ο δικέφαλος αετός.

Το μικρό παρεκκλήσι του Αη Γιώργη κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας γίνεται το καταφύγιο των ψυχών, το κέντρο συνάθροισης και ένωσης των Λιγκοβανιωτών. Έτσι διαχέεται μια έντονη θρησκευτική πνοή στους σκλάβους Λιγκοβανιώτες.

Στον κώδικα "ΠΡΟΘΕΣΗ" της μονής της Αγίας Αναστασίας στη Χαλκιδική που περιλαμβάνει τα προς μνημόνευση ονόματα των αφιερωτών του μοναστηριού και ο οποίος χρονολογείται από το 1732, είναι καταγεγραμμένα 94 ονόματα κατοίκων της Λιγκοβάνης και αποτελούν ένα μικρό θησαυρό του χωριού μας.  

Η θρησκευτική διάθεση και πνοή των Λιγκοβανιωτών, ευνοημένη από την οικονομική άνοδο και πληθυσμιακή αύξηση είχε αποτέλεσμα την κτίση νέας εκκλησίας στο όνομα του Αγίου Γεωργίου παρά την απαγορευτική διάταξη των Τούρκων. 

Ο μόνος τρόπος για την κτίση νέας εκκλησίας ήταν η έκδοση ειδικού βασιλικού διατάγματος (φιρμανιού) από την Κωνσταντινούπολη, την έδρα του Σουλτάνου.  Για να εκδοθεί όμως αυτό από την «Υψηλή Πύλη» χρειαζόταν μεγάλο χρηματικό ποσό σε χρυσές λίρες για δωροδοκίες, καθώς και πολύμηνα και επικίνδυνα ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να είναι σίγουρο το αποτέλεσμα.

Την άδεια απέσπασε τελικά αντιπροσωπεία Λιγκοβανιωτών στις 14 Σεπτεμβρίου 1802 με την προϋπόθεση σε δύο μήνες ο ναός να έχει αποπερατωθεί.  Πράγματι οι Λιγκοβανιώτες δουλεύοντας νυχθημερόν άνδρες και γυναίκες κατόρθωσαν να είναι συνεπείς στην προθεσμία του Σουλτάνου. Επειδή όμως οι Τούρκοι δεν άφηναν να υψωθεί πολύ, αναγκάστηκαν να σκάψουν και να τον προχωρήσουν προς το βάθος.  Αυτό εξάλλου ήταν απαγορευτικό για την είσοδο των ζώων των κατακτητών καθότι τις σκάλες που είχαν κατασκευάσει από την εσωτερική πλευρά δεν μπορούσαν να τις διαβούν.  Αλλά και έμμεσα επέβαλαν στους Τούρκους να υποκλίνονται κατά την είσοδό τους γιατί έπρεπε να σκύψουν για να μπουν στο Ναό. 

Πάνω από την δυτική είσοδο του Ναού και εντός τυμπάνου βρίσκεται ζωγραφισμένη σε μουσαμά η εικόνα του Αγίου Γεωργίου και φέρει χρονολογία 1884.  Στο δεξιό μέρος της εικόνας υπάρχει τετράγωνη εντοιχισμένη πλάκα και φέρει ανάγλυφα την επιγραφή και την χρονολογία αποπεράτωσης του Ναού:

«Ναός του Αγίου Γεωργίου, σταυρός με συμπιλήματα ΙΣ ΧΣ, ΝΚΑ ΠΙΤΗSΦΑ 1802: Νεβ. 17.  Η λέξη «ΠΙΤΗSΦΑ», σύμφωνα με το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής σήμαινε «ΤΕΛΕΙΩΣΕ».  Ο Ναός λοιπόν τελείωσε στις 17 Νοεμβρίου 1802».

Η εκκλησία του Αη Γιώργη αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά μιας εποχής και παράλληλα επηρεάζει τις λατρευτικές ανάγκες των ενοριτών.

Η σπουδαιότητα όμως του ναού δεν βρίσκεται στην ταπεινή εξωτερική του κατασκευή, η οποία σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο δεν έπρεπε να είναι σπουδαιότερη των τζαμιών, αλλά στον εσωτερικό του διάκοσμο ο οποίος έδωσε μια ξεχωριστή υποβλητική και κατανυκτική ατμόσφαιρα στο Ναό.

Ενδιαφέρον ωστόσο προκαλούν οι μεγάλου αριθμού φορητές εικόνες της εποχής σε παχύ ξύλο. 

Αν και δεν έχουν ακόμα μελετηθεί πλήρως, ωστόσο συμπεραίνεται ότι μια κατηγορία των φορητών αυτών εικόνων του Αη Γιώργη ανήκει, μαζί με εκείνες του Αγίου Όρους, στα καλύτερα δείγματα φορητών εικόνων της εποχής.

Εσωτερικά η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του Αη Γιώργη έχει γυναικωνίτη με μορφή εσωτερικού εξώστη που είναι στηριγμένος σε προβόλους και περιτρέχει το ναό σε σχήμα  Π.

H διάταξη των εικόνων στο εικονοστάσιο καθόριζε και την τάξη μέσα στην εκκλησία.  Για το λόγο αυτό οι γυναίκες εκκλησιάζονταν ξεχωριστά από τους άνδρες, αριστερά ή στον νάρθηκα ή επάνω από την είσοδο στο γυναικωνίτη.  Το λέει εξ άλλου και το τραγούδι:

Ζερβά να είν’ η  Παναγιά με όλα τα κορίτσια

Δεξιά να είναι ο Χριστός μ’ όλα τα παλικάρια

Στη μέση να’ ναι ο Σταυρός να στέκουν οι γερόντοι.

Ο ναός έχει λίγο φωτισμό και λιτή εξωτερική διακόσμηση, αφού έτσι επέβαλε ο κατακτητής στα χρόνια της δουλείας.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η ελληνικότατη Ξυλόπολη του Στράβωνα είχε πλημμυρίσει από συμμορίες Βουλγάρων κομιτατζήδων, οι οποίοι προσπαθούσαν να  αποσπάσουν τους Ξυλοπολίτες από το Πατριαρχείο, και να τους προσηλυτίσουν στη βουλγαρική εξαρχία.  Κέντρο των επεισοδίων υπήρξε ο Άγιος Γεώργιος.

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου αποτέλεσε το μήλο της έριδος μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων.  Ωστόσο, οι Ξυλοπολίτες πολλά οφείλουν στον Άγιο, γιατί χάρη σ’ αυτόν διατήρησαν την υπεροχή και συντήρησαν την πολιτισμική τους ακτινοβολία

Η αίσθηση της γαλήνης που νιώθει κανείς φτάνοντας στον Αη Γιώργη είναι απόλυτη και καθηλωτική.

Ως προς την μέθοδο κατασκευής διαπιστώνουμε την εμμονή στο παλαιό πατροπαράδοτο ισοδομικό σύστημα της απλής τοιχοποιϊας με λίθους που συνδέονται με άφθονη ασβέστη. Τα παράθυρα είναι λίγα ενώ οι είσοδοι είναι δύο μικρές και χαμηλές.  Οι ισλαμικές επιδράσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες στον Άγιο Γεώργιο.

Στο εσωτερικό του Ναού κυριαρχεί ατμόσφαιρα μυσταγωγική.  Η κομψότητα δένει με την σοβαρότητα. Στο μέσον της οροφής και πλησιέστερα προς το Ιερό είναι ζωγραφισμένος ο Παντοκράτωρ μέσα σε κύκλο με τα χρώματα του ουράνιου τόξου.  Στο Ιερό υπήρχαν τοιχογραφίες οι οποίες επιχρίστηκαν με ασβεστοκονίαμα. 

Ίχνη από αυτές βρίσκονται στον τοίχο της κόγχης της Προθέσεως, όπου διακρίνεται φθαρμένη η σκηνή της Άκρας Ταπείνωσης.

Εξέχουσα θέση  στην λαϊκή λατρεία των Ξυλοπολιτών, κατέχει, ως γνωστό ο Άγιος Γεώργιος του οποίου ο ναός  αποτελεί σύμβολο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος  του χωριού μας. 

H γιορτή του, την 23η Απριλίου, αποτελούσε για τον αγροτικό και κυρίως τον ποιμενικό πληθυσμό της κοινότητας  την ημέρα της αρχής του θερινού εξαμήνου καθώς και την έναρξη την περίοδο αυτή νέων  ποιμενικών συμβάσεων.

Με την γιορτή  του Αγίου Γεωργίου έχουν συνδεθεί πολλά λατρευτικά έθιμα με τα οποία επιζητείται η εξασφάλιση της υγείας των μελών της οικογένειας και της παραγωγής, έτσι  ο εορτασμός του Αγίου παρουσιάζεται με ιδιαίτερα γνωρίσματα στην Ξυλόπολη.   

Μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας στην  εκκλησία του Αγίου, ο ιερέας και το εκκλησίασμα σχηματίζουν εκκλησιαστική πομπή, υπό μορφή λιτανείας.  Προηγείται αυτής το σήμαντρο.

Η λιτανεία γίνεται με πάνδημη συμμετοχή των ενοριτών και πλήθους πιστών, με επικεφαλής τον κλήρο. Μπροστά απ΄ αυτούς σε μακρά σειρά παιδιά και πολλοί ενορίτες φέρουν εικόνες, τις οποίες παρέλαβαν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ή από τα εικονοστάσια των σπιτιών τους.

Η πομπή όλη προχωρεί υπό τους ήχους του σήμαντρου, στα όρια της αγροτικής περιοχής του χωριού.  Σταθμεύει το λιγότερο τέσσερις φορές, ήτοι  στο ανατολικό, στο βόρειο, στο δυτικό και στο νότιο μέρος, στα τέσσερα δηλ. σημεία του ορίζοντα, και σε κάθε στάση ο ιερέας, αναπέμπει δέηση. Στη συνέχεια ο ιερέας ψάλλει τα ειρηνικά και το τροπάριο ενός εκ των εικονιζόμενων αγίων την εικόνα του οποίου φέρει κάποιος από τους ενορίτες, ενώ υψώνει την εικόνα του τρεις αναφωνών,  «Μέγα το όνομα».

Χαρακτηριστικό στοιχείο της όλης πομπής αποτελούσε πάντα και η εμμονή των κατοίκων για τη μεταφορά της κατά πολύ βαρύτερης, σε σχέση με τις υπόλοιπες εικόνες, αυτή του Προφήτου Ηλίου, αφού είναι γνωστό ότι ο Προφήτης αυτός, θεωρείται «έφορος επί της βροχής».

Είναι αλήθεια ότι το χωριό μας οφείλει πολλά στην παρουσία του Αη Γιώργη.  Τη μέρα της γιορτής του όλη η περιοχή έχει πανηγύρι και χαίρεται όταν ο Άγιος βγαίνει για την προγραμματισμένη Περιφορά μέχρι την Κιάντα ή τα Αμπέλια.  Σαν ήλιο βλέπει ο Λιγκοβανιώτης τον Άγιο να βγαίνει από το Ναό του και να φωτίζει την πλαγιά αυτή του Βερτίσκου.  Αυτή η πλαγιά  θα δεχθεί την ευλογία του.

Πολλές φορές επεχείρησαν να τον πάρουν αλλά δεν το επέτρεψε.  Εκεί λίγο πιο έξω μέχρι την εκκλησία του Ραϊ και τη σκάλα του Γιάντσου.  Δεν πήγαινε πιο πέρα.  Έγινε ασήκωτος.  Στο χώρο τούτο νοιώθει ευχαριστημένος αφού ο ίδιος τον διάλεξε ανάμεσα σε τόσους άλλους που περιόδευσε.

Έτσι βασιλεύει στην Ξυλόπολη και κάποιες φορές το χρόνο βγαίνει τη βόλτα του σαν άρχοντας ακριβοθώτητος για να τον χαρούν και να τον θαυμάσουν οι υπήκοοί του.  Κι έρχονται όλοι στην Περιφορά, στη μέση Εκείνος σηκωμένος στα χέρια,  σεμνός, άφθαρτος, στητός.

Μπροστά τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, ψαλτάδες, παππάδες, προύχοντες και ακολουθεί ο πιστός λαός.  Το πέρασμά του από τον Μπογδάνα, τα φυντάνια, τα σπαρτά, τα λιβάδια, τα πηγάδια είναι ευλογία, η έξοδος του Άρχοντα στα υποστατικά του.  Στην πρώτη στάση στου Βάξου τα λιβάδια Θα ξαποστάσει για λίγο κάτω από τη σκιά της μεγάλης βελανιδιάς και τα βοσκοτόπια θα είναι πλουσιοπάροχα.  Θα διαβεί μέσα από τα καταπράσινα σπαρτά για να είναι πλούσια η παραγωγή και θα καθίσει στου Τζούλιου το πηγάδι, θα ξεδιψάσει κάτω από τη γκορνιτσιά  και το νερό του πηγαδιού δεν θα στερέψει το καλοκαίρι και τα φύλλα της θα θροΐσουν για να χαιρετήσουν τον Αφέντη.

Οι καμπάνες χαρμόσυνα χτυπάνε, ποιος ξέρει τι να σκέφτεται ο Άγιος.  Έχει μάτια να τα δει, αυτιά να τ’ ακούσει;

Οι καημένοι οι Ξυλοπολίτες πασχίζουνε να τον δοξάσουνε.  Δέξου τα Άγιε.  Οι άνθρωποι τόσο μπορούν, τόσο ξέρουν να σου προσφέρουν.  Αν θέλεις μη τα ξεσυνεριστείς.  Αν δεν σ’ αρέσουν ρίξε μια ματιά κάπου αλλού.  Δες τους λόφους, δες τα δένδρα, τα ποτάμια.

Για δες στην Περιφορά τί γίνεται; Καλοντυμένες υπάρξεις, άνδρες, γυναίκες, παιδιά τρέχουν με σπουδή να εξασφαλίσουν μια θέση στην όλη πομπή όπου λάχει κατά μήκος του δρόμου για να ακολουθούν τον Άγιο.  Στη βιάση τους κάποιοι γλιστράνε πέφτουν μέσα στον Μπογδάνα, βρέχονται κρυώνουν αλλά δεν πειράζει είναι ευλογία.

Στην πρώτη στάση ο κύκλος με όλους τους Αγίους κλείνει οι εικόνες κατεβαίνουν από τους ώμους και έχουν πρόσωπο το κέντρο του, όλοι σιωπηλοί ψάχνουν για μια θέση, καλμάρουν για να ακούν τις ευχές του ιερέα.

Εδώ μπορεί να γίνει το θαύμα. Αν δε γίνει τώρα μια άλλη φορά ίσως, η πίστη δεν αποκάμνει. Η Περιφορά όμως είναι το κορύφωμα της ελπίδας. Στη λεύκα της γέφυρας κορυφώνεται, αναπέμπονται δεήσεις και ψάλλονται τα απολυτίκια.

Η τελευταία στάση θα γίνει στην πλατεία.  Στολισμένη σιωπηλή περιμένει την άφιξη της πομπής.  Στο κέντρο της ένα τραπέζι με το βασιλικό περιμένει τον ιερέα για τον Αγιασμό.   Στη συνέχεια παίρνει την κατηφόρα της επιστροφής του στην Εκκλησία.

Εδώ στην αρχή της ταφικής οδού που οδηγεί στο χώρο Του θα ακουστεί δέηση "υπέρ ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών" και  τα ωραία εξαποστειλάρια.

Ο Άγιος τοποθετείτε αριστερά της κύριας εισόδου του ναού πλαισιωμένος από τις υπόλοιπες εικόνες σύμφωνα με την διάταξη του εικονοστασίου.    Ο κόσμος περιμένει να προσκυνήσει. Και οι επίτροποι αναλαμβάνουν το έργο να τοποθετήσουν τις εικόνες στον φυσικό τους χώρο, στο Τέμπλο.

Με βαθειά συγκίνηση και δικαιολογημένη ευγνωμοσύνη τιμούμε σήμερα τα 213 χρόνια του Αη Γιώργη μας.

Αν εμείς σήμερα απεμπολήσουμε αυτή την κληρονομιά που μας άφησαν οι παππούδες μας, τότε οι «αιώνιοι σιωπηλοί» θα μιλήσουν και η φωνή τους θα είναι σάλπιγγα της Αποκαλύψεως, που θα ηχήσει και θα μιλήσει με τον παλαμικό στίχο.

Ούτε πιστεύω πως οι νεώτεροι βλαστοί των Ξυλοπολιτών θα φανούν κατώτεροι του προγονικού τους ονόματος.

Ο Θεός να ευλογεί τους κεκοιμημένους μας και να οδηγεί τους περιλειπομένους.