Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΣΙΔΕΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ



Αν ήταν μπορετό να κοιτάξουμε κατάματα το χρόνο, θα βλέπαμε τις ρίζες ετούτου του τόπου να χάνονται μέσα στη θολούρα και στην ομίχλη του αλαργινού χθες.

Η Ξυλόπολή μας, ως γεωγραφικός χώρος και ως ανθρώπινο δυναμικό, στο διάβα της μέσα από τα δύσβατα και πολλές φορές επικίνδυνα μονοπάτια του άχρονου χρόνου, διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο σιδεράς
Ο μπάρμπα-Μήτσος, ντόπιος τεχνίτης, αυτοδίδακτος είχε στήσει το κονάκι του στο δρόμο προς τον Άη Γιώργη.  Σαν πέθανε, άφησε ένα παλιό αμόνι και μια χιλιομπαλωμένη φυσούνα στο γιο του Σταμάτη.

Αυτός όμως δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει όλους τους κατοίκους. Γι’ αυτό προσέλαβε σαν υπάλληλο και αργότερο σαν συνέταιρο τον μπάρμπα Θανάση.

 Ύστερα από κάμποσα χρόνια όμως ο καθένας έστησε το δικό του εργαστήριο.

Και οι δύο τους ντόπιοι τεχνίτες είχαν στήσει τα κονάκια τους δίχως μελέτες, δίχως σχέδια, δίχως εγκρίσεις.  Μελετητές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες και ελεγκτές ήταν το ένστικτο και η αλάθητη εμπειρία τους.

Στη διαδρομή για τον Αη Γιώργη πρώτα συναντούσες το σιδεράδικο του μπάρμπα-Θανάση του Δέκου και λίγο πιο κάτω του μπάρμπα-Σταμάτη του Μπεκιάρη, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του σιδερά για μια ολόκληρη ζωή.
Το σιδηρουργείο

Για αρκετά χρόνια ήταν οι μοναδικοί σιδηρουργοί του χωριού· τους διέκρινε η άψογη συνεργασία. Το 1922 εγκαταστάθηκε στο χωριό και άλλος σιδηρουργός, ο Κυριάκος Τσόγκαρλης, ο οποίος εκτός από το σύγχρονο σιδηρουργείο έφερε και νέα σχέδια, που για χρόνια κοσμούσαν αντικείμενα και φράκτες στα μικρασιατικά παράλια.   Έστησε το εργαστήρι του στην πλατεία του χωριού.  Αλλά σε λίγα χρόνια εγκατέλειψε το χωριό.

Διασχίζοντας το δρόμο από την πλατεία μέχρι τον Αη Γιώργη έβλεπες το γνήσιο,  Ξυλοπολίτικο σπίτι και  επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί. Παλιά όμως λειτουργούσαν στα πλαϊνά του δρόμου με τα παραδοσιακά εργαλεία.

Ο δρόμος ήταν πλακόστρωτος (καλντερίμι), στολισμένος αραιά και πού με μερικές σβουνιές.

Τα σπίτια του πέτρινα, με στέγες από κεραμίδι.  Είχαν συγκεντρωθεί εδώ σ’ αυτόν το δρόμο πηγάδια (μπουνάρια), το σαμαράδικο του μπάρμπα-Νίκου, τα δύο σιδεράδικα, το μπακάλικο του Βαγγέλη και στο τέρμα του βρισκόταν ο Άγιος Γεώργιος.  Από τα ψηλώματα του δρόμου, όπου το μάτι διαπερνούσε τα αυλοντούβαρα, έβλεπες διάσπαρτα στις αυλές οικιακά σκεύη, όπως πήλινα τσουκάλια,  τσαντίλες που στράγγιζαν το τυρί, χειρόμυλους για το άλεσμα του σιταριού, ακόμα έβλεπες το εργαστήρι με τον αργαλειό, την ανέμη, το αδράχτι κ.ά.  Εδώ βρισκόταν ο υπαίθριος φούρνος και το καζάνι, αλλά και τα γεωργικά εργαλεία, όπως το αλέτρι, ο ζυγός, κ.α. 

Στην εποχή του ο σιδηρουργός ενέπνεε σεβασμό. Θεωρούνταν η τέχνη του συχνά υπερφυσική ή μαγική και η κοινωνική του θέση ήταν πάντοτε ξεχωριστή.

Οι προλήψεις αυτές είχαν την πηγή τους ίσως στην πρωτόγονη αντίληψη ότι ο σιδηρουργός, που χρησιμοποιούσε τα τρία θεμελιώδη στοιχεία: την φωτιά (στο καμίνι), τον αέρα (στο φυσερό) και το νερό (για την βάπτιση του σφυρηλατημένου αντικειμένου), τα είχε υποτάξει στην υπηρεσία του μέσω συμφωνίας με σκοτεινές και επίφοβες δυνάμεις.

Σε πολλές παραδόσεις βρίσκεται ο μύθος του μάγου σιδηρουργού, που ξαναδίνει τα νιάτα στους ανθρώπους με τη φωτιά ή με το χτύπημα του σφυριού του στο αμόνι ή με το νερό.

Πολλές μυθολογίες επίσης παρουσιάζουν το δημιουργό του κόσμου σαν σιδηρουργό.

Ξεχωριστή θέση κατέχει στην Ελληνική μυθολογία ο θεός Ήφαιστος, προσωποποίηση της εφευρετικότητας και προστάτης κάθε σιδηρουργού.

Το επάγγελμα του σιδερά ήταν παράδοση και στις δύο οικογένειες.  Η δουλειά βέβαια ήταν επίπονη και σκληρή. Χρειαζόταν δύναμη, αντοχή αλλά και τέχνη.  Έπρεπε το χέρι σου να πιάνει, αλλά και να έχεις αντίληψη.  Δεν έπρεπε μόνο να ξέρεις να πάρεις τα μέτρα σωστά για να κόψεις το σίδερο και να φτιάξεις κάτι, έπρεπε να κάνεις το καλούπι καλά και το σχέδιο.  Μετά έπρεπε να το ατσαλώσεις και να το βάψεις.

Όλα αυτά τα έκαναν πρακτικά.   Τότε όλα γίνονταν στο χέρι, δεν έρχονταν έτοιμα όπως σήμερα.  Ήταν όλα χειροποίητα, γι’ αυτό και πιο γερά.  Για να μαλακώσουν οι σιδεράδες το σίδερο και να μπορέσουν να το δουλέψουν χρησιμοποιούσαν τη φωτιά.  Καύσιμη ύλη ήταν το κάρβουνο, πλούσιο σε θερμίδες, που επέτρεπε τη θέρμανση των μετάλλων σε πολύ υψηλή θερμοκρασία.  Άναβαν λοιπόν φωτιά στο καμίνι - χρησιμοποιούσαν κάρβουνα - και τοποθετούσαν πάνω της το κομμάτι το σίδερο που έπρεπε να επεξεργαστούν.  Μ’ ένα ειδικό εργαλείο, το φυσερό, έδιναν αέρα στο καμίνι και διατηρούσαν τη φωτιά ζωντανή. Στη συνέχεια έπαιρναν με τις ειδικές μασιές το ζεστό σίδερο από το καμίνι και χρησιμοποιώντας το αμόνι και το βαριοκόπο του έδιναν τη μορφή και το σχήμα που ήθελαν. Μετά  αυτό που έφτιαχναν έπρεπε να το ατσαλώσουν με βράσεις και τέλος να το βάψουν. Έπρεπε όμως ο μάστορας να έχει γνώσεις και να είναι προσεχτικός, γιατί άλλα ατσάλια βάφονταν στον αέρα και άλλα στο νερό.

Οι απλοί άνθρωποι, που έμαθαν να επεξεργάζονται τα υπάρχοντα υλικά μεταμορφώνοντάς τα σε χρήσιμα αντικείμενα, είναι δημιουργοί. «Η φύση στένεψε τον απλό άνθρωπο να βρει το θεμελιακό, το απαραίτητο στη φυσική και πνευματική του ζωή». (Δ. Πικιώνης)

Χειριζόμενοι οι ίδιοι τα εργαλεία τους και εφευρίσκοντας ακόμη μερικά μοχθούσαν ώστε όχι μόνο να κατασκευάσουν κάτι, αλλά να το επιμεληθούν, να το στολίσουν, να το συνθέσουν.

Αυτοί ο ντόπιοι μάστορες, οι απλοί άνθρωποι που έκρυβαν μέσα τους μνήμες και κληρονομιές του παρελθόντος, συνέβαλαν στο να διατηρηθούν και να μεταφερθούν παραδοσιακά στοιχεία στα αντικείμενα που δημιουργούσαν. Οι μοναδικής αρμονίας και καλαισθησίας συνθέσεις τους αντανακλούσαν το μεράκι για την τέχνη τους.

Τα πρώτα χρόνια το μεροκάματο ήταν πάντα μικρό και το καρβέλι έβγαινε με το ζόρι.  Βέβαια τότε ήταν και οι καιροί δύσκολοι. Υπήρχε ανεργία και ο κόσμος πείναγε.  Ίσα-ίσα  έφτανε να ταΐσουνε τις οικογένειες.

Η δουλειά ήταν δύσκολη και χρειαζόταν τέχνη.  Έπρεπε να είναι προσεχτικοί και συνεπείς στη δουλειά τους.  Με το πέρασμα του χρόνου έγιναν γνωστοί σε όλα τα περίχωρα και η πελατεία μεγάλωσε.  Όλα τα γύρω χωριά έγιναν πελάτες των δύο σιδηρουργών και οι δουλειές πήγαιναν καλά. Το μεροκάματο έβγαινε και με το παραπάνω. Είχαν πελάτες από τη Νικόπολη, από το Βερτίσκο, το Ίσωμα κ.α.

Από την αυγή μέχρι που έπαιρνε να βραδιάζει, μπορούσες να ακούσεις από αρκετή απόσταση τον ήχο του σφυριού πότε πάνω στ’ αμόνι του μπάρμπα-Θανάση και πότε στου μπάρμπα-Σταμάτη. Χτυπούσαν αδιάκοπα, μια στο πυρακτωμένο σίδερο, για να του δώσουν το σχήμα που έπρεπε, μια στο αμόνι για να πάρει «ανάσα» και να «ζυγίσουν» με το έμπειρο μάτι τους το σημείο που θα ξαναχτυπούσαν.  Η φωτιά, που τη «συντηρούσαν» με το φυσερό, πάντα αναμμένη, για να πυρακτώνει τα σίδερα και δίπλα στο αμόνι το λεβέτι με το νερό για να σβήνουν το έτοιμο πια σιδερικό εργαλείο.  Στα λίγα τετραγωνικά που είχαν στη διάθεσή τους, έβλεπες στοιβαγμένα λογής-λογής εργαλεία.  Άλλα έτοιμα και άλλα «τραυματισμένα» που περίμεναν τη σειρά τους για να επισκευαστούν.  Όλα σιδερένια. Αλέτρια μονά και διπλά, Κασμάδες, Αξίνες και Δρεπάνια, Κόσες, Ψαλίδια, Κλαδευτήρια, Φαλτσέτες και ότι άλλο εργαλείο χρησιμοποιούσαν οι αγρότες στις δουλειές τους.

Τα μικρά αυτά «εργοστάσια» ήταν όλο το χρόνο ανοιχτά, από την αυγή μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, πολλές φορές.  Οι δύο σιδηρουργοί καλοκάγαθοι άνθρωποι, μειλίχιοι και λιγομίλητοι. Δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν κανέναν, δεν «ψευτολογούσαν» στη δουλειά τους, δεν εκμεταλλευότανε. Παιδιά των Βαλκανικών πολέμων κι αυτοί, ήξεραν από φτώχεια και από κόπο.

Kάθε χρόνο οι γεωργοί, προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, πήγαιναν «το ενί» σ’ έναν από τους δύο να τ’ ατσαλώσει και να το παραξύσει, για να πιάνει καλά στην αυλακιά.

Στην περίπτωση αυτή τ’ ατσάλωμα είχε διαφορετική έννοια. O σιδηρουργός δεν ακολουθούσε την τακτική αυτή που το πρωτοέφτιαχνε, αλλά για να το δυναμώσει πυρώνοντας στο καμίνι πρόσθετε κομμάτι σίδερο, πυρωμένο και αυτό, και χτυπώντας τα και τα δύο επάνω στ’ αμόνι με τη βαριά αυτά κολλούσαν. Aπό εκεί βγήκε και η παροιμία «στη βράση κολλάει το σίδερο». Mετά τ’ ατσάλωμα αυτό, το «παράξυνε» έκανε δηλ. την μπροστινή του άκρη πολλή μυτερή για να σκίζει εύκολα τη γη. T’ ατσάλωμα και το παράξυσμα του υνιού δεν γινόταν μόνο προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, αλλά και κατά τη διάρκεια των ανωτέρω εργασιών, όταν τα χωράφια ήταν ακαλλιέργητα και οι πέτρες και τα λιθάρια κατέτρωγαν την άκρη του υνιού και δυσκολευόταν ν’ ανοίξει την αυλακιά.  Τότε ο γεωργός, διακόπτοντας το όργωμα, το πήγαινε στο γνωστό του μάστορα για να διορθώσει τη βλάβη ατσαλώνοντας και παραξύνοντάς το.

Απαραίτητα εργαλεία σε ένα σιδηρουργείο ήταν ο κλίβανος, ο άκμων, ο φυσητήρας, οι χοάνες (για τη χύτευση του μετάλλου) και τα σφυριά.

Γενικά η εργασία των σιδηρουργών θεωρούνταν επικίνδυνη και ανθυγιεινή, αφού υπήρχε πάντα κίνδυνος πυρκαγιάς, λόγω των μεγάλων θερμοκρασιών που αναπτύσσονταν.

Για να φτιάξουν τα σχέδια τις περισσότερες φορές αυτοσχεδίαζαν και χρησιμοποιούσα καλούπια. Όσο πιο περίπλοκο και δύσκολο ήταν το σχέδιο που έπρεπε να φτιάξουν, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η αμοιβή τους. Το επάγγελμα βρισκόταν σε πλήρη άνθηση τη δεκαετία του ‘50.  Ήταν δουλειά επίπονη και απαιτούσε γερά «μπράτσα».  Αφού θερμαινόταν στο καμίνι με τη βοήθεια σφυριών άρχιζε η σφυρηλάτησή του σιδήρου  Έτσι έπαιρνε την επιθυμητή μορφή.

Οι σφυρηλατημένες αυτές σιδεριές είχανε ενώσεις με περτσίνια ή με μικρά κολάρα.  Με την είσοδο της ηλεκτροκόλλησης δόθηκε η χαριστική βολή στα παλαιά διακοσμητικά μοτίβα, όπου κυριαρχούσαν οι λυγερές καμπύλες.

Σήμερα, δυστυχώς, δεν μπορούμε να  βρούμε τον μπάρμπα-Θανάση και τον μπάρμπα-Σταμάτη και να τους ζητήσουμε να μοιραστούν μαζί μας τις αναμνήσεις τους από τα χρόνια εκείνα της δουλειάς  τους, καθώς  και οι δύο εγκατέλειψαν τον μάταιο τούτο κόσμο. 
Γούγος Σταμάτης - Μπεκιάρης Σταμάτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου