Τρίτη, 14 Απριλίου 2015


Ο ΠΟΛΥΠΑΘΟΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ  ΤΟΥ  ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΥΛΟΠΟΛΗΣ 



Η Ξυλόπολη είναι από τα λίγα χωριά με τόσο μακραίωνη και αδιάλειπτη ιστορική διαδρομή, αφού τη διέσχιζε η οδός που ένωνε τη Θεσσαλονίκη με τις Σέρρες και την υπόλοιπη Βαλκανική.

Από την προϊστορική εποχή και πιο συγκεκριμένα από τα χρόνια της ύστερης του χαλκού εποχής (1.500 π.χ.) είχε κατοικηθεί η Ξυλόπολη, όπως μαρτυρούν τα λείψανα ενός οικισμού που βρέθηκαν στην μικρή τούμπα στην είσοδο του χωριού. 

Οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν οι Κρηστώνες ή Κρήστωνες, αρχαίος πελασγικός λαός.  Κατ΄ αρχάς αυτοί είχαν εγκατασταθεί στη Χαλκιδική συγκεκριμένα παρά την Όλυνθο και στη χερσόνησο Ακτή (Άθως). (Ηροδ. VII 124, Θουκυδ. IV 109). Οι δε πόλεις του Άθωνα είχαν συμπεριληφθεί στην Αθηναϊκή συμμαχία και ήταν υποτελείς.  Αργότερα υπάχθηκαν στη τοπική Συμπολιτεία της Ολύνθου και τελικά στο Μακεδονικό κράτος. 

Στην οροφή της εκκλησίας του Αη Γιώργη διακρίνουμε το αστέρι της Βεργίνας, η αλλιώς «Ήλιος της Βεργίνας», σύμβολο της Μακεδονικής Βασιλικής Δυναστείας του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όχι όμως με δεκαέξι ακτίνες αλλά με δώδεκα.  Το αστέρι αυτό αποτελεί παραλλαγή του ήλιου της Βεργίνας όπως ανευρέθη στη λάρνακα της Ολυμπιάδος και πιθανόν οι πρόγονοί μας ήθελαν να δείξουν την καταγωγή τους.

Απ΄ όλη την Κρηστωνία, η οποία καταλάμβανε την έκταση από το Βερτίσκο μέχρι τα Κρούσια, ο Στράβων[1] αναφέρει την πρωτεύουσά της που ήταν η Κρηστώνα (Κρηστών), ενώ άλλες πόλεις στην περιοχή  ήταν οι: Αντιγόνεια, Ξυλόπολις, Τέρπυλος, Καραβία και Γυναικόκαστρο [2].  

Το 148 π.Χ., η Ξυλόπολη ακολουθεί την τύχη των υπόλοιπων μακεδονικών περιοχών και υποτάσσεται στους Ρωμαίους.

Οι Ρωμαίοι όμως μετέφρασαν το όνομα της Ξυλόπολης στη λατινική και στη συνέχεια τη συναντούμε σαν Λιγκοβάνη[3] μέχρι την 9/2/26 (Φ.Ε.Κ. ΤΑ 55/1926) οπότε μετονομάζεται πάλι σε Ξυλόπολη.

Οι αρχαίοι γεωγράφοι και μαθηματικοί Πλίνιος[4] και Πτολεμαίος[5] δεν την παράκαμψαν αβλεπτεί,  αλλά μεθυσμένοι από το υπερούσιο θείο όραμα της ομορφιάς της, συγκέντρωσαν τη δύναμη της ψυχής τους και μεθυσμένοι από το υπερούσιο θέαμα, μας κληροδότησαν τον περιγραφικό ύμνο της που ενίσχυσε την ιδέα του Θείου.

Όσοι από τους κατοπινούς περιπατητές κι αν τη διάβηκαν, αισθάνθηκαν εδώ την ατέλεια και τη θλίψη τους, διότι δεν μπόρεσαν να αποδώσουν πιστά τα χρώματα και τις θαυμάσιες εικόνες, οι οποίες σαν ταινία κινηματογραφική εκτυλίσσονταν διαρκώς μπροστά στα εκστατικά μάτια τους[6].

Εμείς όμως θα πάρουμε νερό, κουράγιο και βαθιές ανάσες στην αυλή του Αγίου Νικήτα, θα ανεβούμε στην πλατεία και θα συνεχίσουμε για τον Άη Γιώργη μας.  Και όταν βρεθούμε στην αγκαλιά του μεθυσμένοι από τον επίγειο αυτό παράδεισο, θα βυθιστούμε προς στιγμή στους γλυκύτατους και αθώους ρεμβασμούς αναπολώντας την έξοχη εκείνη φράση του Βίκτωρος Ουγκώ «…υπάρχουν στιγμαί, καθ’ ας οιαδήποτε και αν είναι η στάσις του σώματος, η ψυχή παραμένει γονυκλινής!...»

Όταν ο Λίγκος Ιωάννης το 1584 έκτισε στο σημείο αυτό το μικρό παρεκκλήσι στο όνομα του Αγίου Γεωργίου για να στεγάσει την εικόνα του, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα καταστεί το κέντρο της λατρείας των Ξυλοπολιτών.  Το μικρό αυτό παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου έγινε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το καταφύγιο των ψυχών, το πραγματικό κέντρο συνάθροισης και ένωσης των Λιγκοβανιωτών[7].

Η θρησκευτική διάθεση και πνοή των Λιγκοβανιωτών, ευνοημένη από την οικονομική άνοδο και την πληθυσμιακή αύξηση, βρήκε την εκδήλωσή της στην κτίση εκκλησίας στο όνομα του Αγίου Γεωργίου παρά την απαγορευτική διάταξη των Τούρκων[8]. 

Δεν πτοήθηκαν από το μεγάλο χρηματικό ποσό σε χρυσές λίρες που απαιτούνταν για δωροδοκίες, ούτε από τα πολύμηνα και επικίνδυνα ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να αποσπάσουν την πολυπόθητη  άδεια.  Τελικά η άδεια δόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1802.

Η άδεια δόθηκε αλλά με την προϋπόθεση σε δύο μήνες ο Ναός να έχει αποπερατωθεί.  Πράγματι οι Λιγκοβανιώτες δουλεύοντας νυχθημερόν άνδρες και γυναίκες κατόρθωσαν να είναι συνεπής στην προθεσμία του Σουλτάνου.  Κατεδάφισαν λοιπόν το σπίτι του Λίγκου και στη Θέση του έκτισαν τον Άγιο Γεώργιο. 

Επειδή όμως οι Τούρκοι δεν άφησαν ο Ναός να υψωθεί πολύ, αναγκάστηκαν να σκάψουν και να τον προχωρήσουν προς το βάθος.  Αυτό εξάλλου ήταν απαγορευτικό για την είσοδο των ζώων των κατακτητών, καθότι τις σκάλες που είχαν κατασκευάσει από την εσωτερική πλευρά δεν μπορούσαν να τις διαβούν. Αλλά και έμμεσα επέβαλαν στους Τούρκους να υποκλίνονται κατά την είσοδό τους, γιατί έπρεπε να σκύψουν για να μπουν στο Ναό. 

Ως προς τη μέθοδο κατασκευής διαπιστώνουμε την εμμονή στο παλαιό, πατροπαράδοτο ισοδομικό σύστημα της απλής τοιχοποιϊας με λίθους που συνδέονται με άφθονη ασβέστη. Οι ισλαμικές επιδράσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες στον Άγιο Γεώργιο.

Το εσωτερικό του Ναού φωτίζουν παράθυρα ορθογώνια, τοποθετημένα ψηλά.  Τρία στη βορεινή πλευρά και δύο στη νότια, εκ των οποίων το ένα τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε δεύτερη είσοδο.  Δύο κιονοστοιχίες ή πεσσοστοιχίες χωρίζουν το μεγάλο χώρο σε τρία άνισα κλίτη, από τα οποία το μεσαίο είναι το πλατύτερο και ψηλότερο.   Στους ξύλινους κίονες στηρίζεται η οροφή και η στέγη.  Η ξυλόστεγη οροφή του Αη Γιώργη είναι επίπεδη στα δύο πλαϊνά κλίτη, στολισμένη  με την τυπική και στα αρχοντικά σπίτια της εποχής διακόσμηση.

Εσωτερικά η τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του Αη Γιώργη έχει γυναικωνίτη, με μορφή εσωτερικού εξώστη, που είναι στηριγμένος σε προβόλους και περιτρέχει το ναό σε σχήμα  Π.

Ο ναός έχει λίγο φωτισμό και λιτή εξωτερική διακόσμηση, αφού έτσι επέβαλε ο κατακτητής στα χρόνια της δουλείας.  Αποπερατώθηκε σύμφωνα με την υπάρχουσα επιγραφή, στις 17 Νοεμβρίου 1802.   

Πάνω από τη δυτική είσοδο του Ναού και εντός τυμπάνου βρίσκεται ζωγραφισμένη σε μουσαμά η εικόνα του Αγίου Γεωργίου και φέρει χρονολογία 1884.  Στο δεξιό μέρος της εικόνας υπάρχει τετράγωνη εντοιχισμένη πλάκα και φέρει ανάγλυφα την επιγραφή και την χρονολογία αποπεράτωσης του Ναού.

Κοντά στους μεγάλους ιστορικούς βυζαντινούς ναούς, αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά μιας εποχής και παράλληλα επηρεάζει τις λατρευτικές ανάγκες των ενοριτών.

Η σπουδαιότητα όμως του Ναού δεν βρίσκεται στην ταπεινή εξωτερική του κατασκευή, η οποία σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο δεν έπρεπε να είναι σπουδαιότερη των τζαμιών, αλλά στον εσωτερικό του διάκοσμο. Ο διάκοσμος αυτός αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των μεταβυζαντινών ναών.

Στο εσωτερικό του Ναού του Αη Γιώργη κυριαρχεί ατμόσφαιρα μυσταγωγική.  Η κομψότητα δένει με την σοβαρότητα. Στο μέσον της οροφής και πλησιέστερα προς το Ιερό είναι ζωγραφισμένος ο Παντοκράτωρ μέσα σε κύκλο με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Στο Ιερό υπήρχαν τοιχογραφίες, οι οποίες επιχρίστηκαν με ασβεστοκονίαμα. 

Ίχνη από αυτές βρίσκονται στον τοίχο της κόγχης της Προθέσεως, όπου διακρίνεται φθαρμένη η σκηνή της Άκρας Ταπείνωσης.  (το θέμα του νεκρού Χριστού που προβάλλει ημίσωμος μπροστά στο σταυρό).  Είναι εμπνευσμένη από τη λειτουργία της Προσκομιδής, που τελείται εκεί κατά την προετοιμασία των Tιμίων Δώρων και πριν από τη Mεγάλη Eίσοδο.

Ενδιαφέρον ωστόσο προκαλούν οι μεγάλου αριθμού φορητές εικόνες της εποχής σε παχύ ξύλο.  Οι εικόνες αυτές διακρίνονται για την έντονη διάπλαση των χαρακτηριστικών του προσώπου, για τον ζωηρό διάκοσμο των ενδυμάτων και των γύρω επίπλων, και για τη μαστορική ακρίβεια στα εμπίεστα και στατικά κοσμήματα των χρυσών φωτοστέφανων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η ελληνικότατη Ξυλόπολη του Στράβωνα είχε πλημμυρίσει από συμμορίες Βουλγάρων κομιτατζήδων, οι οποίοι προσπαθούσαν να  αποσπάσουν τους Ξυλοπολίτες από το Πατριαρχείο, και να τους προσηλυτίσουν στη βουλγαρική εξαρχία.  Κέντρο των επεισοδίων υπήρξε ο Άγιος Γεώργιος.

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου αποτέλεσε το μήλο της έριδος μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων.  Ωστόσο, οι Ξυλοπολίτες πολλά οφείλουν στον Άγιο, γιατί χάρη σ’ αυτόν διατήρησαν την υπεροχή και συντήρησαν την πολιτισμική τους ακτινοβολία. 

Πολλές φορές επεχείρησαν να τον πάρουν αλλά δεν το επέτρεψε[9].  Ο Άγιος δεν απαρνήθηκε τους Ξυλοπολίτες.  Στο χώρο τούτο ένιωθε ευχαριστημένος, αφού ο ίδιος τον είχε διαλέξει ανάμεσα σε τόσους άλλους που περιόδευσε.

Στις 20 Ιουλίου 1943 εκδηλώθηκε η τελευταία προσπάθειά των Βουλγάρων να καταλάβουν τον Άη Γιώργη, αλλά ο Γερμανός διοικητής Μέρτεν το αρνήθηκε.

Έτσι βασιλεύει στην Ξυλόπολη, και τη μέρα της γιορτής του βγαίνει τη βόλτα του σαν άρχοντας ακριβοθώρητος, για να τον χαρούν και να τον θαυμάσουν οι υπήκοοί του.  Κι έρχονται όλοι στην Περιφορά, στη μέση Εκείνος σηκωμένος στα χέρια,  σεμνός, άφθαρτος, στητός.  Σαν ήλιο βλέπει ο Ξυλοπολίτης τον Άγιο να βγαίνει από το Ναό του και να φωτίζει την πλαγιά αυτή του Βερτίσκου.  Αυτή η πλαγιά  θα δεχθεί την ευλογία του.  Το πέρασμά του από τον Μπογδάνα, τα φυντάνια, τα σπαρτά, τα λιβάδια, τα πηγάδια είναι ευλογία, η έξοδος του Άρχοντα στα υποστατικά του.  Στην πρώτη στάση στου Βάξου τα λιβάδια θα ξαποστάσει για λίγο κάτω από τη σκιά της μεγάλης βελανιδιάς και τα βοσκοτόπια θα είναι πλουσιοπάροχα.  Θα διαβεί μέσα από τα καταπράσινα σπαρτά για να είναι πλούσια η παραγωγή και θα καθίσει στου Τζούλου το πηγάδι.  Θα ξεδιψάσει κάτω από τη γκοριτσιά  και το νερό του πηγαδιού δεν θα στερέψει το καλοκαίρι και τα φύλλα της θα θροΐσουν για να χαιρετήσουν τον Αφέντη.

Οι καμπάνες χαρμόσυνα χτυπάνε, το σήμαντρο ηχεί, ποιος ξέρει τι να σκέφτεται ο Άγιος μας.  Έχει μάτια να τα δει, αυτιά να τα ακούσει;

Οι καημένοι οι Ξυλοπλίτες πασχίζουνε να τον δοξάσουνε.  Δέξου τα Άγιε.  Οι άνθρωποι τόσο μπορούν, τόσο ξέρουν να σου προσφέρουν.  Αν θέλεις μη τα ξεσυνεριστείς.  Αν δεν σ’ αρέσουν ρίξε μια ματιά κάπου αλλού.  Δες τους λόφους, δες τα δένδρα, τα ποτάμια.

Για δες στην Περιφορά σου τί γίνεται; Καλοντυμένες υπάρξεις, άνδρες, γυναίκες, παιδιά τρέχουν με σπουδή να εξασφαλίσουν μια θέση στην όλη πομπή όπου λάχει κατά μήκος του δρόμου για να σε ακολουθούν Άγιέ μας.  Στη βιάση τους κάποιοι γλυστράνε πέφτουν μες στον Μπογδάνα, βρέχονται κρυώνουν αλλά δεν πειράζει είναι ευλογία.

Στην πρώτη στάση ο κύκλος με όλους τους Αγίους κλείνει οι εικόνες κατεβαίνουν από τους ώμους και έχουν πρόσωπο το κέντρο του, όλοι σιωπηλοί ψάχνουν για μια θέση, καλμάρουν για να ακούν τις ευχές του ιερέα.

Εδώ μπορεί να γίνει το θαύμα. Αν δε γίνει τώρα μια άλλη φορά ίσως, η πίστη δεν αποκάμνει. Η Περιφορά όμως είναι το κορύφωμα της ελπίδας. Στη λεύκα της γέφυρας κορυφώνεται, αναπέμπονται δεήσεις και ψάλλονται τα απολυτίκια.
Η τελευταία στάση θα γίνει στην πλατεία.  Στολισμένη σιωπηλή περιμένει την άφιξη της πομπής.  Στο κέντρο της ένα τραπέζι με το βασιλικό περιμένει τον ιερέα για τον Αγιασμό.   Στη συνέχεια παίρνει την κατηφόρα της επιστροφής του στην Εκκλησία.

Εδώ στην αρχή της ταφικής οδού που οδηγεί στο χώρο Του θα ακουστεί δέηση "υπέρ ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών" και  τα ωραία εξαποστειλάρια.

Ο Άγιος τοποθετείτε αριστερά της κύριας εισόδου του Ναού πλαισιωμένος από τις υπόλοιπες εικόνες σύμφωνα με την διάταξη του εικονοστασίου.    Ο κόσμος περιμένει να προσκυνήσει. Και οι επίτροποι αναλαμβάνουν το έργο να τοποθετήσουν τις εικόνες στον φυσικό τους χώρο, στο Τέμπλο.

Το σημαντικότερο κέντρο της εκκλησιαστικής λατρείας στην Ξυλόπολη αποτελούσε ο λιτός αλλά εντυπωσιακός ναός στη νοτιοδυτική πλευρά του χωριού και αφιερωμένος στον πολιούχο της, Άγιο Γεώργιο. 

Στις 5 Ιουλίου 1974 θεμελιώθηκε νέος και πολύ μεγαλύτερος Ναός αφιερωμένος και αυτός στον Άγιο Γεώργιο σύμβολο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος των Ξυλοπολιτών και του κεντρικού ρόλου που έπαιξε ανά τους αιώνες.  Ο νέος Ναός είναι νεοβυζαντινής τεχνοτροπίας, κτίστηκε σε αρκετά υψηλό σημείο κοντά στην πλατεία για να σηματοδοτεί την κοινότητα.

Ο νέος Ναός εγκαινιάσθηκε στις 2/10/1993 από τον Μητροπολίτη Λαγκαδά κ. κ. Σπυρίδωνα εφημερεύοντος του Ιερέα π.  Λίμου Γεωργίου.

 

 



[1] ΣΤΡΑΒΩΝ  (64 π.Χ. - 24 μ.Χ.),  Έλληνας γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός .
[2] Η ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΤΡΑΒΩΝΑ – ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ – 1993 – σελ. 211
[3] Ligneus – a – um (lignum) = Ξύλινος, Lignor (ρ.) = Ξυλεύομαι, συνάγω ξύλα, Vannusi = λίκνον, λικμός, πόλη, κοιτίδα.
Κατά συνέπεια: ΛΙΓΚΟΒΑΝΗ = ΤΟ ΛΙΚΝΟ ή Η ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΗΣ ΞΥΛΕΙΑΣ ή  H  ΞΥΛΟΠΟΛΗ.
[4] ΠΛΙΝΙΟΣ (23 - 79 μ.Χ.)
«….όλες οι μακεδονικές πόλεις κάποιας σπουδαιότητας οι οποίες βρίσκονταν στο δρόμο των τριανδριών, ή που αυτοανακηρύχθηκαν δικές τους, η Αμφίπολις, ….η Ξυλόπολις, η Τορώνη, η Θεσσαλονίκη, ……. ανακηρύχθηκαν ελεύθερες»  (Plin 4, 17)
«…Είναι για λόγους της ίδιας της φύσης που τοποθετούμε την Ξυλόπολη στο Λαχανά.  Αυτή η πόλη, αναφέρεται τον καιρό των αυτοκρατόρων, και απολαμβάνει αυτονομία.  Θα πρέπει να βρισκόταν στα βουνά και να παρείχε στους Ρωμαίους ξυλεία για κατασκευές». (Plin 4, 17. Desdevises p. 350)
[5]ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ (90-168 μ.Χ.)
«…Το δε όνομα έλαβεν εκ της αφθονίας του πράγματος ήτοι της ξυλικής, ήν άφθονον επορίζοντο οι Ρωμαίοι, και επειδή οι κάτοικοι αυτής «Ξυλοπολίται» μετά τον θάνατον του Καίσαρος ησπάσθησαν τα της πρώτης τριανδρίας, εκηρύχθησαν ελεύθεροι υπό των νικητών και ει μη πράγματι αυτόνομοι τουλάχιστον ονόματι». (Πτολεμ. 3,13,36, Μυγδονίς, Αντιγόνεια, …. Ξυλόπολις, Άσσορος, Απολλωνία).
«…Δείγμα της μεγάλης αφθονίας ξύλων εις την Μακεδονίαν είναι η ύπαρξις πόλεως φερούσης το όνομα ΞΥΛΟΠΟΛΙΣ» (*Πτολεμ. ΙΙΙ, 12,33).
[6] Η Μακεδονία– Μ. Δήμιτσας  σελ. 529
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ – 1912 – Σελ. 117
ΑΝΔΕΑΣ Ι. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ – «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ» - ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1909
[7] Στον κώδικα "ΠΡΟΘΕΣΗ" της μονής Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής, που περιλαμβάνει τα προς μνημόνευση ονόματα των αφιερωτών του μοναστηριού και ο οποίος χρονολογείται από το 1732, είναι καταγεγραμμένα 84 ονόματα κατοίκων της Λιγκοβάνης και αποτελούν ένα μικρό θησαυρό του χωριού μας. 
[8] «Προς τους σοφολογιώτατους ιεροδικαστάς, τους ορθοτομούντας ας ιεράς διατάξεις και ρήτρας του θεοπέμπτου προφήτου Μωάμεθ …………………………………………………………… ……………………………………..
Άμα φθάση το παρόν υψηλόν Μου αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, έστω γνωστόν ότι …….. …..παρετηρήθη εις τινα μέρη της επικράτειας ότι οι άπιστοι κατ’ επανάληψη επιχείρησαν να ανεγείρουν νέας εκκλησίας και μονάς, πράγμα όπερ τελείως απαγορεύεται, ή να επισκευάσουν παλαιάς τοιαύτας άνευ αδείας. 
Όθεν διατάσσομεν και παραγγέλομεν ίνα εφεξής επ’ ουδενί λόγω επιτρέπητε εις τους απίστους να ανεγείρουν νέας εκκλησίας ή μονάς ή επισκευάζουν και επιδιορθώνουν παλαιάς άνευ ειδικής αδείας.
………………………………………………………………………
Εγράφη τη 17 του μηνός Τζεμάζη ουλ Αχήρ του έτους 1135 (1720) εν τη ευδαίμονι πόλει της Κωνσταντινουπόλεως»
[9] Εφημερίδα. ΣΚΡΙΠ 5/12/1900 - «Η ελληνική εκκλησία του χωρίου Λιγκοβάνη εκλείσθη πάλιν ανωτέρα διαταγή, διότι οι Τούρκοι υπάλληλοι της υποδιοικήσεως Λαγκαδά δωροδοκουμενοι ψευδώς πιστοποιουσιν, ότι εις το χωρίον Λιγκοβάνη κατοικούσι πλειότεροι Βούλγαροι…..»
Εφημερίδα. ΕΜΠΡΟΣ 17/7/1900 – «…..οι κατά τόπους Μητροπολίται υπέδειξαν εις το Οικκουμενικόν Πατριαρχείον τον κίνδυνον τον οποίον διατρέχουν οι ελληνικοί ναοί τους οποίους ζητούν ν’ αρπάξουν οι Βούλγαροι….»
Εφημερίδα  ΣΚΡΙΠ 18/4/1901 – «Οι Βούλγαροι κατόπιν των ενεργειών του Ρώσου Προξένου παρά τω Βαλή κατώρθωσαν το κλείσιμον των εκκλησιών των χωρίων Νεοχωρούδας, Λιγκοβάνης, αι οποίαι εσχάτως ηνεώγησαν…»
Εφημερίδα  ΣΚΡΙΠ 6/10/1904 – «…Επί πλέον εις το χωρίον Λιγκοβάνη Λαγκαδά απαιτήσει των ληστανταρτών αι απιτόπιαι αρχαί έκλεισαν την εκεί Ελληνικήν εκκλησίαν μολονότι τα δύο τρίτα του πληθυσμού αποτελούνται υπό ομογενών, οίτινες ήδη αναγκάζονται να εκκλησιάζονται εις μικρόν παρεκλήσιον….»
Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ-ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ-«Την παραμονή της εορτής της Παναγίας (14/8/1904) σχισματικοί της Λιγκοβάνης επιχείρησαν να καταλάβωσι την ημετέραν εκκλησίαν, ημέτεροι αντέστησαν, τη παρεμβάσει δε των στρατιωτών οι κίνδυνος απεσοβήθη…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου