Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ

Κοντά στο χωριό και στην νοτιοδυτική πλευρά του κυλούσε ο Μπογδάνας.  Τι απίθανος παράδεισος χλωρίδας, πανίδας και πτηνών.  Μυριάδες πουλιά είχαν βρει καταφύγιο, πουλιά όλων των χρωμάτων. Πίστευα ότι ο ποταμός αυτός ήταν συμμέτοχος της γιορτής που είχαν στήσει τα πουλιά και οι πεταλούδες.  Εκεί συχνά συναντούσες γυναίκες, νέες αλλά και γηραιότερες με μια σκάφη στο κεφάλι ή την πλάτη να κουβαλούν τα ρούχα και τα σκεπάσματα για πλύσιμο.  Σήμερα βλέποντας την μορφολογία απορώ πως ανέβαιναν το στενό και απότομο μονοπάτι εκείνες οι ηρωικές γυναίκες.  Ήταν μια φύση χωρίς όρια, πλούσια γενναιόδωρη. 
Ονειρεύομαι ακόμη τα χωράφια με τον καπνό, το σιτάρι, τη σίκαλη, το καλαμπόκι και τα μποστάνια.
Όταν έκλεινε το σχολείο για τις διακοπές του καλοκαιριού και όταν το επέτρεπαν οι αγροτικές δουλειές, η τσακαλοπαρέα είχε κέντρο συνάντησης το μπακάλικο του «ΒΑΓΓΕΛΗ». Μαζευόμασταν όλοι και αφού μας έβαζε στη γραμμή ο Νικολός μας οδηγούσε στο ποτάμι για ψάρεμα, τραγουδώντας κατά την διαδρομή το τραγούδι «Μαύρη είν’ η νύκτα στα βουνά….» και πολλά άλλα.
Ο δρόμος μας έφερνε σ’ ένα μέρος με όρθιους απότομους βράχους που είχαν παράξενες φανταστικές μορφές. 
Ξεκινούσαν από την πλαγιά και έφταναν μέχρι τον Μπογδάνα, και μερικές είχαν ανθρώπινες μορφές σαν να βγήκαν από χέρια γλύπτη καθώς ορθώνονταν στην άκρη των γκρεμών ατενίζοντας το χάος.
Ο θόρυβος του νερού που έτρεχε ανάμεσα στις πέτρες και τις κοτρόνες του ποταμού, ήταν ανακατεμένος με τα βελάσματα των κοπαδιών, τα σφυρίγματα των βοσκών και κάπου-κάπου την τουφεκιά κάποιου κυνηγού, συνήθως του μπάρμπα-Γιάννη και του μπάρμπα-Λάζαρου.  Αχτύπητο δίδυμο, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, αφού ο μπάρμπα-Γιάννης δεν έβλεπε ενώ ο μπάρμπα-Λάζαρος δεν άκουγε.  Όταν βρίσκανε κάποιο λαγό στην απέναντι όχθη του Μπογδάνα, την Κιάντα ο μπαρμπά-Λάζαρος φώναζε, Γιάννη λάγος-λάγος-λάγος, ενώ εμείς παρά την μεγάλη απόσταση ακούγαμε τις φωνές και βλέπαμε τον λαγό, ο μπάμπα-Γιάννης δεν τον έβλεπε.
Είχαμε αποκτήσει μια αμοιβαία φιλία με τα κάθε είδους έντομα, μέλισσες, μυρμήγκια ακόμη και με τα φίδια.   Ενώ περπατούσαμε συνήθως ξυπόλητοι στα άτσαλα και στενά μονοπάτια δεν μας άγγιζαν.  Οι καλοί μας φίλοι ήταν τα μυρμήγκια, ιδίως τα μαύρα, ενώ τα κόκκινα με τα ψηλά πόδια που έτρεχαν σαν άλογα ήταν οι εχθροί. Τα βάζαμε λοιπόν να παλεύουν ενώ ξέραμε από την αρχή ότι τα μαύρα, οι φίλοι μας, σαν πολύ μικρότερα θα χάσουν τον αγώνα.
Εκείνες οι νυκτερινές επιδρομές στα μποστάνια είναι ακόμη ανεξίτηλες στη μνήμη ενώ ξέραμε ότι την άλλη μέρα θα υποστούμε τις συνέπειες.
Ολόγυρα στο χωριό υπήρχαν πολλά γεράκια που οι κυνηγοί συχνά τα πυροβολούσαν γιατί έκλεβαν τα κοτόπουλα.
Σήμερα στο μαχαλά δεν υπάρχουν ούτε τα πουλιά, ούτε οι πεταλούδες.  Έχουν όλα ερημωθεί, μένουν όμως οι μέλισσες και τα μυρμήγκια που συνεχίζουν ακάθεκτα τον αγώνα της επιβίωσης.
Όταν οι μέλισσες, οι πεταλούδες, τα αηδόνια και τα γεράκια γίνονταν καθημερινότητα, η περιέργεια συγκεντρωνόταν στις πέρδικες.  Όταν πλήθος από αυτές συγκεντρωνόταν στις παρυφές και κάναν τις φωλιές τους, πηγαίναμε για κυνήγι προσπαθώντας να πάρουμε τα αυγά ή να πιάσουμε περδικόπουλα που δεν μπορούσαν ακόμα να πετάξουν.
Το ποτάμι μας, αφού όλοι έτσι το ξέραμε, που κυλούσε νοτιοδυτικά του χωριού, πλάταινε σε ορισμένα σημεία και σχηματίζονταν λιμνούλες.  Όλο το καλοκαίρι πλατσουράγαμε εκεί πέρα προσπαθώντας να γίνουμε κολυμβητές.  Πάντα όμως είχαμε το νου μας στον αγροφύλακα.  Ενώ ήμασταν αφοσιωμένοι στο κολύμπι μας έπαιρνε τα ρούχα από την ακτή και ήμασταν υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε στο χωριό γυμνοί. 
Το χωριό που γεννήθηκα κατοικούνταν από ντόπιους το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής που μιλούσαν οι γεροντότεροι ήταν πολλές φορές ακαταλαβίστικο για μας.
Από μικρός έτρεφα μεγάλο σεβασμό στον μπάρμπα-Άγγελο ο οποίος ήταν συνταξιούχος δάσκαλος.  Πολλές φορές τα απογεύματα, παρά τη μεγάλη ηλικία του, μας μάζευε τριγύρω του σαν τη κλώσσα με τα κλωσόπουλα και ασκούσε το επάγγελμά του μαθαίνοντάς μας διάφορα τραγούδια.  Η επιβουλή του ήταν καθηλωτική τον ακούγαμε όλοι η τσακαλοπαρέα με σεβασμό.  Μας έβαζε με τη σειρά να απαγγέλουμε διάφορα ποιήματα και τραγούδια.  Ακόμη και σήμερα, αν και έχουν περάσει σαράντα πέντε χρόνια από τότε ο ήχος ορισμένων γλυκαίνει τα αυτιά μου. 
Στο χωριό ήμασταν όλοι σαν μια οικογένεια.  Ακόμη διατηρώ αυτό το συναίσθημα απέναντι στους συγχωριανούς μου, σαν να ήμασταν όλοι συγγενείς.  Τα σπίτια παρ’ όλη τη φτώχεια ήταν στολισμένα με εκείνα τα παραδοσιακά κιλίμια που είχαν υφασμένες διάφορες παραδείσιες τοποθεσίες. Ένα από αυτά ήταν ιδιαίτερα περίεργο, με αλλόκοτα χρώματα και μοτίβα. Ήμουν γοητευμένος απ’ εκείνο το κιλίμι.  Ήταν κρεμασμένο στον τοίχο του κρεβατιού.  Άφηνα το βλέμμα μου να χάνεται μέσα του, το παρατηρούσα επί ώρες.
Ορισμένα από τα αντικείμενα του σπιτιού ήταν αληθινά έργα τέχνης.  Φτιαγμένα από ξύλο στολισμένα με περίτεχνα σκαλίσματα.  Κουτάλια, κούπες σκαλιστές απ’ έξω στα χείλη και στη λαβή.  Το νερό το διατηρούσαμε σε πήλινες στάμνες και έπινε όλη η οικογένεια με το ίδιο κύπελλο αλουμινίου.
Όλα τα μέλη της παρέας έφεραν σουγιάδες που κρέμονταν από τις ζώνες των παντελονιών και ο καθένας προσπαθούσε να πείσει τα υπόλοιπα μέλη ότι είχε τον καλύτερο. Μάλιστα μέχρι και παιχνίδι είχαμε εφεύρει με τους σουγιάδες.
Στο κάθε σπίτι είχε πολλούς σκύλους και γάτες.  Τα αγρίμια παραμόνευαν κυρίως το καλοκαίρι που τα ζώα κοιμόταν στις αυλές και οι φύλακες ήταν απαραίτητοι.  Οι αλεπούδες όμως πάντα τα κατάφερναν να αρπάξουν κάποια κότα.
Το βασίλειο τον παιδικών μου χρόνων βρισκόταν στον κάτω μαχαλά.   Οι πέρδικες, οι λαγοί, το μάζεμα των μούρων, το κολύμπι στον ποταμό, το μάζεμα των κομματιών των ζωγραφισμένων κεραμικών από τους σκουπιδότοπους, τα αστέρια που έπεφταν, τα σύννεφα που έτρεχαν μαζί τους, το όνειρο να δω κάποτε την απέραντη θάλασσα.  Ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας ήταν ανείπωτα πλούσιος.  Κάθε πλάσμα της φύσης, κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά μ’ έκανε τρελό από χαρά, σαν να βρισκόμουν σε έκσταση.
Εκείνα τα καλοκαιρινά απογεύματα πάντα θα τα βλέπω μπροστά μου.  Όταν επέστρεφε η αγελαδαριά η συνεφόσκονη αναμεμιγμένη με τη μυρωδιά από τις σβουνιές μας ζάλιζε, γι’ αυτό απομακρυνόμασταν από τον κεντρικό δρόμο.  Οι νοικοκυρές σε λίγο τελείωναν με τις δουλειές του σπιτιού και συγκεντρώνονταν στις πλατειούλες για τον συνηθισμένο χωρατά.
Ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας ήταν ανείπωτα πλούσιος.  Κάθε πλάσμα της φύσης κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά μ’ έκανε τρελό από χαρά, σαν να βρισκόμουν σε έκσταση.  Ένα μέρος του εαυτού μου παραμένει ακόμη στον κάτω Μαχαλά βουτηγμένο στη μαγεία των ονείρων μου.
Ένα μέρος που σύχναζαν οι γέροντες τα βράδια για τη συνεδρία τους ήταν το μπακάλικο του «ΒΑΓΓΕΛΗ».  Και τι δεν ήταν αυτός ο Βαγγέλης! Ρήτορας, τραγουδιστής, συγγραφέας, παιδονόμος, μηχανικός αλλά και μπακάλης.  Στο χωριό κανείς δεν μας φερόταν σαν να ήμασταν παιδιά.  Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε διάκριση ανάμεσα σε μας και στον κόσμο των μεγάλων.  Πολλές φορές ξενυχτούσαμε ίσα με το πρωί ακούγοντας τις διηγήσεις των γερόντων στο μπακάλικο.  Στο βασίλειο των παιδικών μας χρόνων δεν γνωρίζαμε πόρτες κλειστές.  Δεν γνωρίζαμε εμπόδια.  Αν ποθούσαμε κάτι κινούμασταν και το αποκτούσαμε και κανείς δεν μπορούσε να μας εμποδίσει.
Από την παραμονή μαζευόμασταν όλη η τσακαλοπαρέα και σχεδιάζαμε το πρόγραμμα της επόμενης.  Αύριο θα πάμε να μαζέψουμε ξερόκλαδα για προσανάματα ή κουκουνάρες.  Παίρναμε λοιπόν τα καημένα τα γαϊδουράκια και ξεκινούσαμε για τα χωράφια προκειμένου να μαζέψουμε και να φορτώσουμε από τις όχθες των λάκων τα ξερόκλαδα.  Αφού φορτώναμε τα γαϊδουράκια, τα καβαλούσαμε και επεδιδόμασταν σε γαϊδουροδρομίες.  Μια μέρα όμως το δικό μου γαϊδουράκι πηδώντας το νερό του μικρού ρυακιού έφυγε τρέχοντας για το χωριό και μένα με άφησε πλακωμένο με το φορτίο να εκλιπαρώ για βοήθεια. 
Ευτυχώς πέρασε ο μπαρμπα-Γιάννης και με απεγκλώβισε.
Το χωριό μου πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να μεταναστεύσουν σε χώρες της δυτικής Ευρώπης.
Ενώ τα σπίτια του ήταν λιθόκτιστα, το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα επιχρισμένο με κοκκινόχωμα και στρωμένο με ψάθες.  Πάνω σ’ αυτές βάζαμε τα κιλίμια και τα στρώματα.
Μέσα στο φοβερό καλοκαιριάτικο λιοπύρι το χωριό μας έκαιγε κυριολεκτικά μέσα στη χωμάτινη και πέτρινη σάρκα του. Τότε όμως οι αγροτικές δουλειές ήταν στο κατακόρυφο.  Τους αγροτικούς δρόμους διέσχιζαν φάλαγγες κατοίκων που σέρναν καραβάνια με γαϊδουράκια φορτωμένα με τον καρπό του μόχθου των κατοίκων.  Τη μια μέρα το σιτάρι από το αλώνισμα της πατόζας στην Μπάρα, την άλλη μέρα το άχυρο μέσα στα κοφίνια και ακολουθούσε το καλαμπόκι.  Ο δανεισμός διαφόρων εργαλείων και γαϊδουριών από τους υπόλοιπους χωριανούς ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.
Μια μέρα ξεκινήσαμε εγώ και ο παππούς μου, αφού σχηματίσαμε το καραβάνι μας με έξι γαϊδουράκια, να φέρουμε το άχυρο από την Μπάρα όπου αλώνιζε η πατόζα, μια απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων.  Στον πρώτο γάϊδαρο ήταν καβάλα ο παππούς μου ενώ στον τελευταίο εγώ.  Σ’ όλη τη διαδρομή, ο παππούς μου τραγουδούσε και μάλιστα στα αγγλικά.  Αφού φορτώσαμε τα γαϊδουράκια με το άχυρο πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.  Δεν προλάβαμε να διασχίσουμε τη συγκέντρωση με τους σωρούς από τα άχυρα και εγώ νύσταξα, αφού με νανούριζαν τα τραγούδια του παππού και με κουνούσε το γαϊδουράκι, βρέθηκα λοιπόν από το σαμάρι του γάϊδαρου σ’ ένα σωρό από άχυρα όπου και συνέχισα τον ύπνο στα μαλακά.  Ο παππούς μου όμως συνέχισε το ταξίδι της επιστροφής ξέροντας ότι εγώ βρίσκομαι στον τελευταίο γάϊδαρο.  Όταν έφτασε στον αχυρώνα και σταμάτησε το καραβάνι για το ξεφόρτωμα εγώ δεν υπήρχα.  Κινητοποιήθηκαν οι πάντες για να με βρουν αλλά εγώ εμφανίστηκα αφού χόρτασα τον ύπνο.
Αυτός ο τόπος ο μαγικός που ονομαζόταν Ξυλόπολη είχε γίνει το βασίλειο των ονείρων μου.  Στα φτωχόσπιτά μας ζούσαμε, άνθρωποι και ζώα, ο ένας δίπλα στον άλλον.  Το νερό που πίναμε από το πηγάδι του Τζούλιου συχνά είχε καφετί χρώμα.  Περιμέναμε στην ουρά για να γεμίσουμε το γκούμι, η μπάμπω-Κουτσκούσκου όμως δεν καταλάβαινε από σειρά.  Αφού μας περιέλουζε με εκείνα τα «μπουλάκι νε» να «χαθείτε νε» έβγαζε  από το πηγάδι όποιον γέμιζε το γκιούμι του και γέμιζε το δικό της.   Εμείς τα μικρά τηρούσαμε τη σειρά με θρησκευτική ευλάβεια.  Το νερό ήταν λιγοστό, στη βάση του πηγαδιού είχε μια τρύπα όπου μαζεύονταν το νερό, πατώντας στα πλαϊνά λιθόκτιστα τοιχώματα για να μη λερώσουμε το νερό με το καπάκι του τενεκέ λίγο-λίγο τον γεμίζαμε.  Αυτό το νερό πίναμε αφού το αφήναμε να κατακάτσει μερικές ώρες στις στάμνες.  Ήμασταν βυθισμένοι στη φτώχεια μέχρι τα γόνατα.  Η καθημερινή μας τροφή ήταν ψωμί πασπαλιμένο με λάδι, ή τριμμένη ελιά πάνω στο ψωμί, ή παστές λιπαριές.  Κρέας τρώγαμε δύο τρεις φορές το χρόνο.  Ακούγαμε από διάφορους ταξιδιώτες τις εντυπώσεις τους από τη Θεσσαλονίκη και τη θεωρούσαμε έναν παράδεισο που βρίσκονταν πολύ μακριά μας.  Έπρεπε να ενηλικιωθούμε για να καταλάβουμε πόσο κοντά μας ήταν.  Όλα μας τα όνειρα τα τοποθετούσαμε στη Θεσσαλονίκη.
Είχα πάθος για τη φύση και την παρατήρησή της, αλλά ήταν επίσης ζωτική ανάγκη για μένα να μοιραστώ τη ζωή των ανθρώπων.  Η εκμετάλλευση του ανθρώπου, από τον άνθρωπο, η πείνα, το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν κερδίζουν αρκετά παρ’ όλη την εργασία τους, με τραυμάτιζαν βαθύτατα και επαναστατούσα εναντίον του κακού και της αδικίας. Όταν ένας άνθρωπος ταπεινώνει τον διπλανό του, όταν μια χώρα ή μια κοινωνία κάνει το ίδιο, δεν είναι σαν να ταπεινώνει ολόκληρη την ανθρωπότητα; 
Γάμος - Μάρης - Γραμμενίδης - Κατάρας

Γάμος στην Ξυλόπολη.


Το ιστορικό μπακάλικο του Δ. Χάντα.

Στη φωτογραφία - Φρόσω Τζαγγάνα, Στεργιανή Φράγγου, Αντωνία Μαμαλιόγκα, Βενετία Χάντα, Αναστασία Τζαγγάνα, Στεργιανή Λάτκα, Σωτηρία Πραδέλη, Αθανάσιος Κουτκούσης, Ηλίας Κούσλας, Αθανάσιος Φράγγος, Αθανάσιος Πραδέλης, Γεώργιος Ασδρές, Γεώργιος Κούτας, Σταμάτης Γούγος.

Οικογένεια Ι. Χάντα
Στη Φωτογραφία - Σωτήρης Χαριζάνης, Πασχάλης Τράκας, Άγγελος Πάτλης, Μάρκος Ασδρές, Πασχάλης Γιορμάνης, Άγγελος Καρίσης, Αλέκος Νώττας. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου