Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ

Κάθε φορά που σκαλίζω παλιές εικόνες γύρω από τα παιδικά μας χρόνια και νοσταλγικές μνήμες γύρω από την πανέμορφη Ξυλόπολη, νιώθω μέσα μου να ξεπετιούνται και κομμάτια της δικής μου ζωής.
Επειδή ολοένα και μεγαλώνει το ξεθώριασμα των λαογραφικών μας παραδόσεων και η ανασφάλεια της σύγχρονης εποχής, που μας αναγκάζει, να γαντζωνόμαστε πίσω από το παλιό, το όμορφο, το δυνατό, θέλησα κι εγώ να τινάξω λίγο τη σκόνη μέσα από τα παλιά συρτάρια της λήθης.
Κάθε προσπάθεια που γίνεται σε ένα καινούργιο μονοπάτι της Ξυλοπολίτικης λαογραφίας, που είναι μπολιασμένη με την απλότητα και την ομορφιά της λαϊκής μας παράδοσης, πάντα μ’ αρέσει, γιατί η κατάθεση ψυχής, στηρίζει και δυναμώνει την πολιτιστική συνέχεια…..!
Όταν φτάνω στον μαχαλά μου σταματώ εκεί που έστεκε το πατρικό μου, ανοίγω την πόρτα του με τα κλειδιά που κρέμονται πάνω στην κάσα περασμένα στο άσπρο πλακέ λάστιχο και γυρίζω το κλειδί στη σαραβαλιασμένη πόρτα του, μπαίνω στο μοναδικό δωμάτιο που διαθέτει και βρίσκομαι αντιμέτωπος με το σεντούκι που στενάζει από τα χειροποίητα υφαντά και πάνω τους η μικρή σιφονιέρα που μυρίζει ναφθαλίνη.
Στο λουλακί τοίχο, με τις πολλές τρύπες από τα ξηλωμένα καρφιά, ο καθρέπτης και δίπλα η κορνίζα με τα χρωματιστά παγώνια που γράφει «ΚΑΛΗΜΕΡΑ».
Στη μέση του δωματίου το ξύλινο χειροποίητο τραπέζι, προίκα της μάνας μου, το έφτιαξε ο παππούς μου ο Χαράλαμπος αλλά μετά δυσκολίας στέκεται στα τέσσερα.
Στη κάτω γωνία του τεράστιου κρεβατιού βρίσκεται το γυφτοπλεγμένο πανέρι και μέσα του τα άπλυτα που τα μάζευε η μάνα μου για να τα πλύνει στις γούβινες πέτρες του Μπογδάνα.
Ο ξύλινος σοφράς στέκει όρθιος και δίπλα του τα σκαμνάκια με τον πλάστη που μ’ αυτόν η μάννα μου έπλαθε τα κουλούρια, τις πίτες και κάπου- κάπου και την πλάτη μου.
Η μικρή πορτούλα που οδηγεί από το δωμάτιο στο μικρό κελάρι και στο στάβλο είναι γεμάτη από αράχνες και σχεδόν μαύρη από την πολυκαιρία. Το μικρό κελάρι στενάζει από τις μυρωδιές που εκπέμπουν τα τουρσιά, τα ρετσέλια, οι παστές λιπαριές, το κιούπι με το αλίπαστο χοιρινό κ.α. κι εγώ φοβάμαι να μπω μέσα γιατί νομίζω ότι παίρνουν μορφές στοιχείων και τεράτων.
Στην απέναντι πλευρά της αυλής ήταν η αποθήκη με τα σαντάλια, εκεί κάναμε πως παίζουμε κρυφτό για να ρίξουμε κανένα και ο κατεργάρης ο «Κούκας» από πίσω, έκοβε στη ζούλα λίγο καπνό και όλοι «γιούργια» για τους αχυρώνες να στρίψουμε το τσιγαρλίκι στο πρόχειρο κομμάτι της εφημερίδας.  Όταν μας παίρνανε χαμπάρι μας ξυλοφορτώνανε και μας κυνηγούσανε, εμείς όμως βρίσκαμε το αντίδοτο την «κάναμε για Κιάντα» για να φουμάρουμε εκεί ανενόχλητοι τα μαλλιά των καλαμποκιών, τα μπόζια και τα πούφλικια πού’ χαν τζούρες έξτρα-έξτρα σέρτικα.
Η γειτονιά πιο κάτω όλο μυρίσματα, από τριαντάφυλλα και ζουμπούλια, το πρωί όμως και το βραδάκι άλλαζε άρωμα.  Όταν ξεκινούσε για τη βοσκή εκείνος όλος ο συμφερτός από γελάδια και κατσίκια μας ανάγκαζε να κλείνουμε τα ρουθούνια και να αποτραβηχτούμε στις άκρες και στα αλώνια για να γλυτώσουμε.
Δεν μπορούσαν όμως να λείπουν από το μαχαλά εκείνες οι ιστορικές προσωπικότητες.  Ο κρυφ-Ηλίας, ο μπαρμπα-Πέντσος, ο μπαρμπα-Θανάσης, η μπαμπω-Λάγουϊτσα, η μπαμπω Σουλτάνα, ο μπαρμπα-Λάζαρος, ο μπαρμπα-Αντρέας, ο Σόφιν-Κόλης, η μπαμπω-Σόφω, ο μπαρμπα-Σταμάτης, ο μπαρμπα-Άγγελος, η μπαμπω-Κουτκούσκου, ο μπαρμπα-Γιώργος, ο Γεωπόνος, ο μπαρμπα-Λάζαρος και τόσοι άλλοι «ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ».  Όλοι αυτοί οι γέροντες ήταν πράγματι γενναίοι αλλά και μοιρολάτρες, υπήρξαν όμως οι πραγματικοί δάσκαλοι των νεανικών μου χρόνων.
Στιγμιότυπο γάμου. (Γιορμάνης-Τραγιαννίδης-Λάμπρου-Μπεκιάρης),

Ο δάσκαλος Α. Κούης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου