Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Μέρες Ιουνίου του 1913


101ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

Μέρες Ιουνίου του 1913

Έναρξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.  

Απελευθέρωση της Βισσώκας, της Μπέροβας, της Ζάροβας, του Καρατζάκιοϊ, των Στεφανιών και του 605.

 

 

Η μακρά αναμονή, οι προστριβές που είχε παρασκευάσει η δολιότητα των συμμάχων μας Βουλγάρων, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι ατιμίες που διέπραξαν σε βάρος του αθώου ελληνικού πληθυσμού, η απληστία με την οποία ήθελαν να σφετεριστούν τους κόπους τους, είχαν πείσει τους πάντες ότι έπρεπε μία ώρα πρωτύτερα να ξεμπερδεύουν με τους λογαριασμούς τους.

Επί μέρες οι στρατιώτες ασχολούνταν με το σκάψιμο χαρακωμάτων μεταξύ των ιχθυοτρόφων λιμνών του Αγίου Βασιλείου και της Βόλβης, η δε μεγάλη ζέστη που επικρατούσε τις μέρες του Ιουνίου συντέλεσε στο να επαυξηθεί η μανία κατά παντός βουλγαρικού.  Αλλεπάλληλες γραμμές χαρακωμάτων είχαν σχηματιστεί υπό την επίβλεψη και διαρκή εποπτεία του μετέπειτα πεσόντος ταγματάρχου του 5ου πεζικού συντάγματος και ειδικού τοπογράφου Κατσιμήδη.  Δεν αρκούσε που έσκαβαν αλλά έπρεπε και να τα φρουρούν και όταν συνέρχονταν τα βράδια σε παρέες θυμούνταν την εγκατάλειψη των οικογενειών τους για δέκα μήνες και μάνιαζαν από θυμό και αγανάκτηση.

Ένας ιερός ενθουσιασμός επικρατούσε μέσα σ’ όλων τη ψυχή, ένας φανατισμός απεριόριστος για το δόλιο εχθρό, μια πεποίθηση για τη νίκη.  Αυτά ήταν τα εφόδια των αντρών όταν στις 6.30 το βράδυ της 18ης  Ιουνίου 1913 πήραν τη διαταγή να αναχωρήσουν.

 

Η Μάχη της Βυσσώκας

 

Το πρωί πριν φωτίσει έπειτα από πορεία πολλών ωρών έφτασαν πλησίον της Βυσσώκας.

Εκεί οι Βούλγαροι είχαν οργανωθεί με χαρακώματα και με πολύ πυροβολικό. Αρχίζει να βάλλει το πυροβολικό τους, τα τμήματα αναπτύσσονται και προχωρούν.   Έπειτα από λίγο οι ανιχνευτές μας συμπλέκονται με τα εχθρικά φυλάκια και μετά από λίγο το πυρ γενικεύεται.  Μια φωνή βροντώδης ακούγεται:  «χτυπάτε τους αρκουδαραίους».  Είναι η φωνή του ηρωικού Μεράρχου, ο οποίος είχε έρθει στην πρώτη γραμμή.  Οι στρατιώτες ενθουσιάζονται, ρίχνονται ακάθεκτοι κατά του εχθρού, περνούν μια μεγάλη χαράδρα και καταλαμβάνουν θέσεις απέναντί του σε απόσταση 300-400 μέτρων.

Η γραμμή διευθετείται, οι σάλπιγγες σημαίνουν «προχωρείτε», ο εχθρός αμύνεται απεγνωσμένα.  Το πυροβολικό του μαίνεται, το δικό μας ορειβατικό πυροβολικό επίσης κάνει θαύματα.  Ο εχθρός όμως πλεονεκτεί με τις θέσεις που κατέχει και τις έχει οχυρώσει.  Έχει και πολλά πολυβόλα και όλες οι προσβάσεις βάλλονται καλά.  Έχουμε πολλές απώλειες αλλά αυτό καθώς και τα εδαφικά πλεονεκτήματα που έχει ο εχθρός δε σταματούν ούτε ελαττώνουν την ορμή του πεζικού μας.

Σε λίγο οι σάλπιγγες σημαίνουν όλες μαζί και ακούγεται ένα σάλπισμα που έχει μια μαγική επίδραση στη ψυχή του στρατιώτη που εξεγείρει μέσα του μια απερίγραπτη και ατελείωτη μυστικοπάθεια.  Ήταν το σάλπισμα εφόδου.

Πρώτος ο 8ος λόχος με τον ηρωικό του διοικητή υπολοχαγό Παπαλουκά επί κεφαλής εφορμά και όλη η γραμμή φέρεται προς τα εμπρός σαν τρελή.  Ο εχθρός λυσσά, επιμένει στα χαρακώματά του, ύστερα όμως από λίγο οι φαντάροι μας καταλαμβάνουν τα χαρακώματα.  Έχει πια το λόγο η λόγχη.  Γράφεται μια απερίγραπτη εποποιία στους δαιδαλώδεις λόφους της Βυσσώκας.  Επί τέλους όμως ο εχθρός αφήνει τα χαρακώματά του, φεύγει πανικόβλητος, καταδιώκεται, αφήνει τον τόπο που κατείχε γεμάτο από πτώματα, τα πυροβόλα του και πολλά πολυβόλα.  Οι στρατιώτες μας μεθυσμένοι από τον ενθουσιασμό τους για την πρώτη μεγάλη νίκη και για την εκδίκηση που πήραν από τον απαίσιο εχθρό, μπαίνουν στην ελληνική Βυσσώκα και συνεχίζουν την καταδίωξη.  Ο στρατηγός παρακολουθεί από κοντά τα τμήματα και φωνάζει «εμπρός».

Ο Φώτης Δημοσθ.  Ελευθερίου ανταποκριτής της εφημερίδας ΕΛΛΑΣ» του Οκτωβρίου του 1913 κατέγραψε την απελευθέρωση της Βισσώκας ως εξής:

Το τραγούδι της Βισόκας.

Δεν είχε κηρυχθή ακόμη ο δεύτερος νικηφόρος πόλεμος.  Το Σύνταγμά μας είχε καταυλισθή λίγο καιρό προτού στην Βισόκα Ελληνικό χωριό προς το Παγγαίον.

Οι φτωχοί κάτοικοι δεν γνώριζαν πώς να μας περιποιηθούν.  Δεν ήσαν δα και πολλές οι μέρες που είχαν φύγει οι Βούλγαροι από εκεί εκδιωχθέντες υπό διλοχίας του ημετέρου στρατού.

Το ωραίον ήτο που όλοι ήθελον να ομιλούν Ελληνικά και άκουε κανείς τας Ελληνικάς λέξεις όπως ήθελε.  Γινότανε σωστή Βαβυλώνα.

Προς το βράδυ της ημέρας εκείνης είχαν συμμαζευτεί όλα τα κορίτσια του χωριού στην πλατεία, όπου στήσανε και χορό. Χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού των είνε το κατωτέρω στιχάκι βγαλμένο από τραγούδι που χορεύοντας λέγανε:

Δεν είν’ ο περσινός καιρός

Βουλγάρικο τουφέκι.

Μόν’ είνε Ελληνόπουλα

Που χάρο δεν φοβούνται

Πιάνουν και γράφουν προσταγή

Την Βουλγαριά τρομάζουν

Με μια τους μοναχή σπαθιά

Χίλιους Βουλγάρους σφάζουν.

Το τέλος του τραγουδιού διαδέχθηκαν παρατεταμένα χειροκροτήματα και ζήτω από όλους τους κατοίκους.

Ήταν η πρώτη γιορτή της ελευθερίας των.

(Μυτιλήνη)  ΦΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ)

 

 


 


Τα τμήματα προχωρούν και φτάνουν στη Μπέροβα, Ελληνικό χωριό, που παρέδωσε στις φλόγες ο εχθρός πριν υποχωρήσει.

Εδώ μένει το βράδυ στις 19 Ιουνίου το 2ο Σύνταγμα για να αναπαυθεί.  Οι στρατιώτες μας γεμάτοι από χαρά μετά την πρώτη νίκη, διηγούνται καθένας τα κατορθώματά του.  Είναι τελείως ευχαριστημένοι, αισθάνονται ψυχική γαλήνη και τώρα ξέρουν ότι την άλλη μέρα πρόκειται να δώσουν μεγάλη και αποφασιστική μάχη, αλλά μαζί με τον φανατισμό που είχαν από πρώτα, προστέθηκε τώρα η πρώτη επιτυχία η οποία αναπτέρωσε το ηθικό τους σε απίστευτο βαθμό.



 

 

Η αψιμαχία της Ζάροβας

 

Σπιθαμή προς σπιθαμή υποστήριζαν το έδαφός τους οι Βούλγαροι, όχι μόνο στο μέτωπο της 10ης μεραρχίας αλλά και σε όλα τα σημεία των παρατάξεων.

Οι πληροφορίες που είχε η 10η μεραρχία έδειχναν ότι ο εχθρός συγκεντρωνόταν στην άριστα οχυρωμένη και τεχνικά δυσπόρθητη τοποθεσία του Λαχανά.

Την 7η πρωινή της 20ης Ιουνίου ο υπολοχαγός του 4ου συντάγματος Δημ. Ψιάρρης, έφιππος, ανήγγειλε περιχαρής ότι οι Βούλγαροι υπεχώρησαν και ότι μάλιστα στη Μπέροβα εισήλθε δικός μας στρατός.

Το τάγμα της πρωτοπορίας της Μεραρχίας, κάτω από τις διαταγές του λοχαγού Αθ. Φράγκου, παρέμενε σε μια χαράδρα και εξαπέστειλε ανιχνευτικές περιπολίες προς την κατεύθυνση της Ζάροβας, η οποία βρίσκεται κοντά στη Βυσσώκα.  Οι περιπολίες επανήλθαν ύστερα από λίγη ώρα περιχαρείς αναγγέλλοντας ότι ο εχθρός δεν φαίνεται πουθενά.

Γενική ήταν η πεποίθηση τότε ότι όντως οι Βούλγαροι υποχώρησαν. Πράγματι δε η πεποίθηση αυτή εκ των υστέρων αποδείχθηκε ακριβής, καθότι στα υψώματα της Ζάροβας μετά μία ώρα συνήφθη μάχη.  Δεν ήταν όμως Βούλγαροι οι αντίπαλοι, αλλά κομιτατζήδες, οι ίδιοι δηλαδή οι κάτοικοι της Ζάροβας.

Σε λίγη ώρα φάνηκε ο στρατηγός Μανουσογιαννάκης με τον επιτελάρχη του συνταγματάρχη του πυροβολικού Γ. Χαραλάμπη.

Όταν πλησίασε τη χαράδρα στην οποία βρίσκονταν το τάγμα του Φράγκου, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Παπακυριαζής χαιρετώντας τον στρατηγό του είπε: «Το τάγμα αυτό θα δράση σήμερον κύριε Μέραρχε».

Ο Μανουσογιαννάκης, αφού του έριξε ένα ολιγόστιγμο  βλέμμα έδωσε διαταγή στον Παπακυριαζή να προχωρήσει.

Αραιοί πυροβολισμοί ακούστηκαν και όσο περνούσε η ώρα γίνονταν πυκνότεροι.

Τι είναι; Τι συμβαίνει; Από πού προέρχονται οι πυροβολισμοί; ρωτούσε ο ένας τον άλλο.

Το στρατηγείο της 10ης μεραρχίας διέταξε να σταματήσουν αμέσως. Βάδισε δε εμπρός μόνο ο Παπακυριαζής με τον Φράγκου για να εντοπίσουν τις θέσεις του εχθρού και τις δυνάμεις του.  Οι διμοιρίες του λόχου που προπορευόταν διατάχθηκαν να λάβουν τις κατάλληλες θέσεις μάχης.

Οι αντίπαλοι, περίπου 500 κομιτατζήδες, είχαν καταλάβει τα υψώματα νοτίως του χωριού Ζάροβα και αντέταξαν απεγνωσμένη άμυνα για λίγες ώρες, αλλά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ένα προς ένα τα υψώματα αφού, οι διμοιρίες, εκτός από την κατά μέτωπο επίθεση επιχείρησαν και κυκλωτική κίνηση.  Στην κίνηση αυτή μεγάλη ήταν η βοήθεια του σώματος των προσκόπων που δρούσε κάτω από τις διαταγές του υπολοχαγού του υλικού πολέμου Μιχαήλ Αναγνωστάκου (Ματαπά).

Με ελάχιστες απώλειες, έναν τραυματία μόνο, το τάγμα του Φράγκου έγινε κύριο της Ζάροβας.


Η εκκλησία της Ζάροβας πριν την ισοπέδωσή της.

 

 

Η μάχη και η άλωση του 605

 

Το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων βρισκόταν στρατοπεδευμένο στο Ασβεστοχώρι.  Στις 17 Ιουνίου στις 7 το απόγευμα το σύνταγμα μετά από διαταγή ήταν έτοιμο για αναχώρηση.  Οι κάτοικοι δακρύζοντες προέπεμπαν τους στρατιώτες ενώ ο διοικητής Βελισσαρίου αποχαιρέτησε τη σύζυγό του, η οποία εκείνες τις μέρες βρισκόταν εκεί.

Βαδίζοντες φτάνουν στο χωριό Γιαλαϊτζίκ στις 9 το βράδυ.  Καταυλίστηκαν με το τάγμα των Κρητών του οποίου διοικητής ήταν ο Κολοκοτρώνης.  Οι πυροβολισμοί και οι κανονιοβολισμοί ακούγονταν ακόμη από την κατεύθυνση της Θεσσαλονίκης.

Όλη την ημέρα της 18ης Ιουνίου το σύνταγμα ευζώνων παρέμεινε άπρακτο και ασχολούταν μόνο με την αποπεράτωση των οχυρωματικών έργων.  (ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ Κ.Ζ. – «ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» – ΕΝ ΠΥΡΓΩ 1914)

Στις 19 Ιουνίου το 1ο Σύνταγμα ευζώνων με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Δ. Παπαδόπουλο αποτελούμενο από το 8ο ευζωνικό τάγμα υπό τον ταγματάρχη Ιατρίδη, το 9ο ευζωνικό τάγμα υπό τον ταγματάρχη Βελισσαρίου και ενός τάγματος εκ του συντάγματος Κρητών υπό τον ταγματάρχη Κολοκοτρώνη, με δύναμη 2.750 ανδρών διατάχθηκε στις 4 το πρωί να ετοιμαστεί για εκκίνηση.  Δύο ώρες αργότερα  η 6η Μεραρχία υπό τον συνταγματάρχη Δελαγραμμάτικα αποτελούμενη από το 1ο ευζωνικό σύνταγμα, το 17ο και 18ο συντάγματα πεζικού και μιας μοίρας πεδινού πυροβολικού προπορευμένης βάδιζε προς συνάντηση του εχθρού.

Οι άνδρες εύθυμοι ανυπομονούσαν να αντιμετωπίσουν τους προ ολίγου συμμάχους μας και να σφίξουν τα χέρια τους …..

Στη διαδρομή συνάντησαν Τούρκους χωρικούς οι οποίοι αντικρίζοντας τους ευζώνους ανεφώνησαν «Σεϊτάν-ασκέρ».  Αυτή τη φορά όμως το Σεϊτάν-ασκέρ δεν προκαλεί τρόμο στους ίδιους, αλλά τους ενθουσιάζει η σκέψη ότι οι Βούλγαροι θα πληρώσουν ακριβά τις αμαρτίες τους. 

Το απέναντι βουνό σκεπάζει πυκνός καπνός, η ελληνικότατη Μπέροβα, καιόμενη από τους υποχωρούντες Βουλγάρους. Οι εύζωνες κλαίουν από τη λύσσα αναθεματίζοντας τους ληστές.

Ο ήλιος έγινε καυστικότερος και είναι απαραίτητη η στάθμευση για λίγο έξω από τη Γκιουβέζνα.

Το 1ο ευζωνικό Σύνταγμα διατάσσεται να προχωρήσει πρώτο προς το ύψωμα 605 και να απωθήσει τον κατέχοντα εχθρό, τα υπόλοιπα τμήματα τάσσονται δεξιότερα.  Ο αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος απευθύνει ενθουσιώδη προσλαλιά προς το σύνταγμά του και απευθυνόμενος προς τους Κρήτας λέγει: «..είμαι βέβαιος ότι δεν θα λησμονήσετε τη Μεγάλη Πατρίδα σας την οποία θα τιμήσετε, αφού εξ άλλου αρχηγός σας είναι ο Κολοκοτρώνης».  Με ζητωκραυγές υποδέχθηκαν οι στρατιώτες τους λόγους του διοικητή τους.  Αριστερά τους στο βάθος όμως συνέχιζαν να ακούγονται κανονιοβολισμοί.  Ήταν ο αγώνας των άλλων μεραρχιών.

Ο αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος διατάσσει εμπρός δείχνοντας την κορυφή του 605, οι στρατιώτες κάνουν το σταυρό τους, επικαλούνται τη βοήθεια του Θεού και ξεκινούν.

Βαδίζοντες υπό τον καυτό ήλιο δύο ώρες, πλησιάζουν το χωριό Καρατζάκιοϊ, που βρίσκεται στους πρόποδες του 605.  Οι άνδρες εκείνοι μετά από πορεία 9 περίπου ωρών τέτοια  εποχή, είναι άξιοι θαυμασμού για την αντοχή τους. 

Κάθιδροι, κατέρυθροι από τον καύσωνα είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν το θάνατο.

Στις 2 το μεσημέρι ακούγονται οι πρώτοι πυροβολισμοί των ανιχνευτών.  Ο ταγματάρχης Βελισσαρίου διατάσσεται να προχωρήσει με το τάγμα του δια του χωριού Κλέπε προς το 605.

Ο Βελισσαρίου προηγείται ιππεύων τον Πύρρο, οι Βούλγαροι υποδέχονται αυτούς με σφοδρό πυρ, ο ταγματάρχης διατάσσει εμπρός και οι εύζωνοι ορμούν.  Μία σφαίρα διατρύπησε το υπόδημα του Βελισσαρίου και φόνευσε τον ίππον του.  Ο γενναίος ταγματάρχης, φωνάζοντας πάντοτε εμπρός, δίνει τον τελευταίο ασπασμό στον απολεσθέντα σύντροφό του που ήταν δώρο ομογενούς και συνεχίζει κουτσαίνοντας. 

Συγχρόνως ο αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος επικεφαλής του 8ου ευζωνικού τάγματος Κρητών βαδίζει προς τα χωριά Στεφάνια και Καρατζάκιοϊ.  Οι Βούλγαροι αφήνουν τους δικούς μας να πλησιάσουν πολύ και αιφνιδιαστικά αρχίζουν πυκνό πυρ, όμως οι εύζωνοι ορμούν σαν χείμαρρος, οι Κρήτες πρώτη φορά βαπτιζόμενοι στο πυρ ακολουθούν αυτούς κατά πόδας.  «Εμπρός γενναίοι μου φωνάζει ο Παπαδόπουλος, εμπρός δια της λόγχης, απόψε θα κοιμηθούμε στην κορυφή του βουνού».  Παντού ακούγονται φωνές: «απάνω τους μωρέ, χτυπάτε τους αρκουδαραίους, φάτε τους με τα δόντια».

Οι Βούλγαροι κατάπληκτοι από τη λυσσώδη ορμή, δεν μπορούν να αντισταθούν επί πλέον και υποχωρούν προς τα ψηλότερα χαρακώματα. Πολλοί απ’ αυτούς δεν προλαβαίνουν να φύγουν και ανατρέπονται στα οχυρώματα λογχιζόμενοι από τους μαινόμενους ευζώνους και Κρήτες.

Μία εχθρική πυροβολαρχία βάλλει κατά των δικών μας από την κορυφή του 605, ενώ το δικό μας πυροβολικό δεν μπορεί να ταχθεί λόγω της φύσεως του εδάφους.  Μεγάλη φθορά προκαλείται στις τάξεις των δικών μας, ενώ ένα θραύσμα οβίδας τραυματίζει τον αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο ο οποίος δε δίνει καμία σημασία και συνεχίζει να φωνάζει «εμπρός».  Το εχθρικό πυροβολικό λυσσά, αλλά η λόγχη ανατρέπει τα δεδομένα του πολέμου.  Τα χωριά Καρατζάκιοϊ και Στεφάνια είναι πλέον δικά μας, οι Βούλγαροι έντρομοι υποχωρούν προς την κορυφή του 605.

Η επελθούσα νύκτα ανακόπτει την προέλαση και διανυκτερεύουν κοντά στον εχθρό ετοιμαζόμενοι για την επόμενη.  Το 8ο όμως τάγμα κλαίει τον διοικητή του τον ατρόμητο ταγματάρχη Ιατρίδη.  Μια εχθρική οβίδα απέκοψε το κεφάλι του κατά τη ραγδαία επίθεση.  Την προηγούμενη της μάχης προαισθανόμενος το θάνατό του, είχε συντάξει τη διαθήκη του και την είχε παραδώσει στον ταμία του τάγματος Τούγια.


Εκείνη τη μέρα αριθμήσαμε 40 νεκρούς και 180 τραυματίες.  Οι αξιωματικοί ελαττώθηκαν κατά επτά, διότι πλην του φονευθέντος ταγματάρχου Ιατρίδη τραυματίζονται και οι Κωστούλης λοχαγός, Βλών και Μητσάκος υπολοχαγοί, Κότσης, Παπαθανασίου και Πλατάκης ανθυπολοχαγοί.  Ο ανθυπολοχαγός Πλατάκης τραυματίστηκε  με την έναρξη της μάχης και μέμφεται την τύχη του γιατί τραυματίστηκε χωρίς να προφτάσει να ρίξει τουφεκιά.


Μη γνωρίζοντας τις διαθέσεις του εχθρού πέρασε όλη σχεδόν  η νύκτα εν εγρηγόρσει, άλλωστε το νυκτερινό ψύχος εφάμιλλο του καύσωνα της ημέρας δεν επέτρεπε τον ύπνο.  Νυσταγμένοι το πρωί οι στρατιώτες παρηγοριόταν ροκανίζοντας γαλέτες.

Τη χαραυγή της 20ης ήταν όλοι έτοιμοι, αλλά από τη μεριά των Βουλγάρων απόλυτη ησυχία επικρατούσε, ουδεμία κίνηση παρατηρούνταν.  Η περίπολος πουθενά δε συνάντησε τον εχθρό.  Οι Βούλγαροι μη δυνάμενοι να αντιτάξουν άλλη αντίσταση αποσύρθηκαν προς τη Λιγκοβάνη, αλλά και το δεξιό της παρατάξεως είχε προελάσει πέραν της Γιουβέζνας και τους είχε απωθήσει.


 

Μεταφορά εφοδίων δια της οδού Θεσσαλονίκης - Σερρών.

 

 

«Η Ζάροβα αποτελούσε την λυκοφωλιά των κομιτατζήδων, ήταν δε πλούσιο χωριό, κατάφυτο, περιβαλλόμενο γύρω από ψηλά δένδρα και άφθονα διαυγή και δροσερά νερά.  Από τη Ζάροβα αποστέλλονταν στην Σόφια οι διοργανωτές των κομιτατζίδικων συμμοριών.  Και δεν τροφοδοτούσαν μόνο με ανθρώπινο δυναμικό τις ληστρικές συμμορίες του Σαντάνσι, του Πανίτσα, του Τσακαλάρωφ και των λοιπών προσωπικοτήτων, αλλά και με χρήματα.  Όλοι οι Ζαροβίτες ήταν πλούσιοι.  Εννοείται ότι έλαβαν τα επίχειρα της κακίας τους.  Από τους χωρικούς της Μπέροβας, του Σωχού και της Βυσσόκας, η Ζάροβα μεταβλήθηκε σε ερείπια». (ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ ΑΘ. ΣΠΥΡΟΥ – «Η ΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΧΑΝΑ» - ΑΘΗΝΑ  ΕΚΔ. ΟΙΚΟΣ Α.ΦΕΞΗ 1914)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου